Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

ποθοι

Τώρα,
που λένε χιόνι θα μας σκεπάσει,
τώρα που νέκρα εντός μου κυριαρχεί,
τώρα σε θέλω πιο πολύ,
αν μη τι άλλο.
Τώρα που,
δεν ξέρω τι θέλω,
εσένα θέλω,
να έρθεις να μου  πεις,
ξέρω εγώ.
Θέλω
για όσα δεν μπορώ να πω να μου μιλήσεις,
να πιάσεις χώμα να το κάνεις πηλό να με αλείψεις να με φτιάξεις απ την αρχή μέχρι το τέλος
τέλος να μου πεις εως εδώ γύρναγες μόνη σου,
τέλος,
κι όταν το τέλος έρθει να μας βρει να κλάψω κι αλλο κι αλλο κι αλλο ποτέ τα δάκρυα δεν είναι αρκετά για κάτι ψυχές χαμένες σε τσακισμένους ουρανούς να κλάψω για πάντα γιατί ποτέ δεν ήθελα να ξερω τι θέλω.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

εις μνημην

Πως φεύγει μια ζωή που έγραψε,
που έγραψε έτσι,
που ένιωσε έτσι,
μια ζωή που εσύ αγάπησες γιατί σε έκανε να νιώσεις όπως ένιωσε,
μέσα απο λέξεις γραμμένες σε χαρτί,
πως μπαίνεις σε ένα σπίτι να πάρεις μια τέτοια ζωή,
που μίλησε για μια Αθήνα που ποτέ δεν είδες κι όμως την έκλαψες,
που σ έβαλε πλάι πλάι με τους αδύναμους και τους τυχοδιώκτες τους τρελούς τους άτυχους,
πλάι σε έρωτες φτωχούς και αγκαλιές άδειες,
πλαί σε κυρίες τολμηρές Κούλες και φοιτητές θρασείς,
που σου έμαθε πως οι άνθρωποι είναι κουρασμένοι,
πως να αντέξουν το βάρος ενός θλιμμένου σώματος στα χέρια τους;
Πως χαρίζεις μια τέτοια άδικη μνήμη,
σε κάποιον που σου άνοιξε την πόρτα
σε τρένα,
σε σπίτια κλειστά που μύριζαν κανέλα και συμπόνια,
σε μαγαζιά απο γυαλί,
σε λιμάνια και ζαχαροπλαστεία και σινεμάδες;

Ο θάνατος είναι τόσο ρευστός, τόσο αδιάφορος κάποιες φορές, τόσο αναπάντεχα και εκωφαντικά βουβός κάποιες άλλες. Και δε σε αγγίζει εκεί που το περίμενες, και σε αγγίζει εκει που δεν το περιμένεις. Ο θάνατος σε βάζει δίπλα σε όλους τους άλλους, και όσοι μείναν πίσω μόνο πια μένουν να σε βάλουν εκεί που σου αξίζει. 

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

σε λα βι

Δεν εχεις πια λογο κανενα
τον εαυτο σου να ξεγελας.
Δεν εχεις πια αιτια καμια,
να θεωρεις τουτο που ζεις ταινια πως ειναι.
Ειναι ζωη κανονικη αυτό που σε κουραζει,
ειναι ζωη αυτο που σου διαλυει την ψυχη
και οχι δραμα
που πιθανοτητες εχει αισιως να εξελιχθει.
Ειναι ζωη στα καλυτερα της
οταν
προτεραιοτητες πια
δεν ειναι
ο ερως η μαγεια το φιλι
αλλα το υστερα κ οι αριθμοι κ η δουλεια,
σιγουρα ειναι ζωη.
Ειναι ζωη τα αδεια απογευματα
που απο πανω σου περνανε σαν οδοστρωτηρας
και σε κολλανε στο κρεβατι πριν τα μεσανυχτα σε βρουν,
με ενα βιβλιο να ψαχνει τα συναισθηματα
για σενα για παρηγορια.
Ειναι ζωη κ αληθεια ωμη
οι επιλογες,
τα ματια που σε κοιτανε,
τα χερια που σε κρατανε
και ολα τα αλλα,
μην ξεγιελεσαι,
δεν ειναι ταινια,
ειναι λογια,
ειναι ζωη. 

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

πετρα ψαλιδι γομα

Πάνε κάμποσες εβδομάδες τώρα
που γράφω και σβήνω
γράφω και σβήνω
πνίγομαι και θέλω να γράψω,
κι ύστερα σβήνω,
φυλάω πρόχειρα,
μουτζουρώνω αλήθειες,
γραφω και σβηνω γραφω και σβηνω,
Καταργω τις τελειες,
πολυ κρατησανε,
Αλλα εστω κι ετσι,
γραφω και σβηνω.
Πνιγομαι και πνιγω,
λεξεις και σκεψεις που κανεις δε μου απαγορευσε
αλλο περιεργο κι αυτο,
και σβηνω σβηνω σβηνω μανιωδως
τις αποριες της ζωης μου της στενης.
Aναρωτιεμαι που παει η ζωη, αναρωτιεμαι τι ειναι ερωτας τι ειναι πεταλουδες στο στομαχι τι ειναι καυλα αναρωτιεμαι γιατι τωρα, και θελω ενα διαλλειμα απ ολους και απ ολα, θελω μοναχα να ερθεις να με παρεις απ τη δουλεια να παμε στην αυλη να με μεθυσεις με κρασι κοκκινο να το ριξεις πανω μου να με λερωσεις και στα χερια να με σηκωσεις να με πας σπιτι και να με πλυνεις.
Κι υστερα θα καθαρισω.
Ετσι λεω στον εαυτο μου.
Υστερα θα θελω παλι
να επιστρεψω στη ζωη,
θα θελω παλι να περπατησω,
και δε θα με νοιαζει αλλο πια να πιω κρασι
γιατι το καθαρισες
απο πανω μου.
Ετσι λεω.
Και λεω
ποσο δραμα πια
ποσο
δε βαρεθηκες
δε μεγαλωσες,
τι ζητας.
Κι αν ηξερες; Τι θα εκανες γι αυτο;

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Πανεπιστημίου

Ήταν άδεια η πόλη εκείνο το βράδυ
το θυμάμαι σα να τανε χθές. 
Την άκουγα, 
την ένιωθα,
κενή,
γεμάτη απο εμάς,
εμένα κι εσένα.
Ήταν άδεια η Πανεπιστημίου, 
κι εμείς κατηφορίζαμε,
και ήταν όμορφη η Πανεπιστημίου,
δεν την είχα ξαναδεί, 
όχι μαζί σου, 
έτσι όπως με κράταγες,
έτσι όπως με κοίταγες,
όχι, 
δεν τον ήξερα το δρόμο αυτό,
και ήταν άδεια η Πανεπιστημίου και όμορφη,
και δε μ ένοιαζε,
δεκάρα δεν έδινα,
εγώ γεμάτη την έβλεπα,
άδεια και επιβλητική,
και δε μ ένοιαζε, αλήθεια σου λέω.

Είναι άδεια η Πανεπιστημίου,
αδειάζει συχνά πυκνά,
τα βράδια πάντα άδεια είναι,
και ξέρεις, τα βράδια πάντα έρχονται,
ανελλιπώς,
πιστά τα βράδια τα άδεια,
μα τώρα με νοιάζει. 
Είναι άδεια η Πανεπιστημίου 
και πως με πειράζει αυτό. 

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

τα φωτα της πολης

Δέσμιοι
Δέσμιοι του κάθε μέρα και
δέσμιοι του επειδή.
Δέσμιοι της συνήθειας και του έτσι πρέπει και του έτσι είναι.
Κλειδωμένοι στα έγκατα της ψυχής μας,
μην ξεφύγει μιλιά,
μη σου πω σ αγαπώ και πεθάνω,
μη μου πεις και εγώ και χαθείς.
Πολιορκημένοι απο τα σύννεφα που σιγά σιγά μαζεύονται
και πως θα μείνουμε στεγνοί.
Εξαντλημένοι απο τους τοίχους που στενεύουν,
και κάθε βράδυ γυρνάμε σέρνοντας τα κορμιά μας βαριά και
ρυπαρά απο τα καυσαέρια της ζωής που μας ακουμπάει ξυστά,
γυρνάμε και ανάβουμε το φως,
οχι,
τα φώτα,
φώτα πολλά για να μη νιώθουμε μόνοι,
το φως του μπάνιου ανοιχτό,
και της τηλεόρασης,
και το φως απο το στέρεο
και το φως του υπολογιστή,
φως στο σαλόνι και φως στην κουζίνα,
και τριγυρνάμε στα δωμάτια,
και ψάχνουμε,
μανιωδώς,
κάτι κάτι κάτι να κάνουμε,
ανάβουμε τα φώτα να βλέπουν οι απέναντι οτι ζούμε,
υπάρχει άνθρωπος εδώ,
ακόμα,
άνθρωπος μόνος στο άγριο της πόλης που βραδιάζει.
Κι εσύ ένας τέτοιος,
σαν αγρίμι σε φαντάζομαι,
να σέρνεις τα πόδια σου μιλώντας στο τηλέφωνο ενω δε θέλεις,
μα έτσι έχεις επιλέξει ν αναπνέεις,
ακούς μουσικές απο δύο πλευρές
και πάλι δε χορεύεις,
πίνεις μπύρες και πάλι δε μεθάς,
ένας τέτοιος άνθρωπος,
μες στα σκοτάδια,
κι αντί να συρθείς μέχρι την πόρτα μου,
κουρασμένοι κι οι δύο,
να μου πεις έλα να κάψουμε τα φώτα της πόλης γιατί σε θέλω,
αντί γι αυτό
κλειδώνεις την πόρτα και κοιμάσαι μόνος. 

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

περαστικο

Δεύτερη μέρα στη δουλειά, 
και ο καιρός βάλθηκε να συμβαδίσει,
λες και δε θέλει να με προκαλέσει,
βρέχει, βρέχει, βρέχει.
Κι εγώ εδώ, σ ένα γραφείο, 
ούτε που ξέρω που είσαι, 
τι κάνεις,
περιμένω να με θυμηθείς
για να ξεχάσω οτι βρέχει. 

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

καμινγκ σουν

Τώρα που ο ήλιος τρυπώνει ακόμα απ το παράθυρο
διασκεδάζω
να απλώνομαι στο κρεβάτι το διπλό μόνη μου
και να σε σκέφτομαι.
Και αντί για τα χέρια σου ο ήλιος με χαιδεύει,
και εγώ κλείνω τα μάτια και παραδίνομαι και όλες μου τις σκέψεις δεν κάνει να σου τις πω.
Κι όταν ο ήλιος χάσει λίγη απο την κάψα του,
κλείνω τα μάτια και σε φαντάζομαι
να παίζεις στην ταινία μου
αφού ταινία την κάνω τη ζωή μου όπως λες,
και κάνεις ότι εγώ σου πω.
Τρυπώνουμε σε ένα σινεμά
και καθώς δίπλα δίπλα καθόμαστε,
οι ώμοι μας ακουμπάνε,
τυχαία ας πούμε,
και ξέρω πως ηλεκτρίζεσαι κι εσύ όπως κι εγώ.
Και ταινία δε βλέπουμε,
μα μόνο σκεφτόμαστε πως,
ωραίο το σινεμά,
μα ας ζήσουμε και λίγο χέρι χέρι.

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Τι σερτ

Όταν τις πιο κρυφές σου σκέψεις σου χαρίζει
Σημαίνει θέλω θέλω θέλω
Εσένα
Όπως κι αν είσαι
Σημαίνει θέλω θέλω θέλω
Μια μέρα μαζί σου
Με το άσπρο σου τι σερτ και τα γυαλιά
Θέλω θέλω θελω να
Ζήσουμε την τρέλα του καύσωνα μαζί
Κι ας φύγει το καλοκαίρι σε ένα μήνα.
Όταν τις πιο κρυφές σου σκέψεις σου χαρίζει
Μη γελαστεις
Δε στις χαρίζει στ αλήθεια
Μα κάτι θέλει από σένα
Κι αν δεν το πάρει
Οι σκέψεις, ξέρεις, άστατο πράγμα, όσο κι αν ψάξεις δε θα τις βρεις.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

νυχτερίδες κι αράχνες

Αναρωτιέμαι,
κάποια βράδια,
εκεί,
γύρω στις εφτά και γύρω στις τρεις,
γύρω στα χαράματα τα εκωφαντικά τα βουβά,
αν αναρωτιέσαι για ποιόν γράφω
κι αν γράφω για σένα
κι αν θα γράψω κάποια στιγμή κάτι
αν πετάξω ένα ψίχουλο
ή ένα σπασμένο γυαλί κοφτερό τοσοδούλι
να το πατήσεις
να καταλάβεις,
να σιγουρευτείς,
οτι
εντάξει
σε σκέφτομαι
οτι καμία στιγμή δεν χάνεται
όλα κάπου πάνε κάπου σφηνώνουν.
Αναρωτιέμαι
τις ώρες που κοιτάζω το ταβάνι και τα δευτερόλεπτα που δεν με απασχολεί κάτι άλλο,
αν αναρωτιέσαι
αν βρεις μια θέση στα δάχτυλα που χτυπάνε τα πλήκτρα,
αν κάπου σε μπλέξω κι εσένα
μεταξύ ούζου χαράματος ρεκορ και νυχτερίδων.
Λοιπόν σε μπλέκω,
μπλέκεσαι,
έχεις μια θέση,
δεν αντικαθιστάς τίποτα και δεν αντικαθίστασαι,
όπως ουδείς ασφαλώς,
σε μπλέκω στα δάχτυλά μου όταν κοιτάζω το ταβάνι,
σε αγγίζω
με μάτια κλειστά σε φιλάω στο λαιμό
κι ύστερα φεύγω τρέχοντας να προλάβω την πραγματικότητα. 

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

τα παιχνιδια το βραδυ

Οι γάτες τα βράδια κυνηγάνε κατσαρίδες.
Περνάω τους δρόμους τους άδειους,
εκεί που πάει να ξημερώσει,
χαράματα στεγνά,
χαράματα που ακόμα καις,
κι αυτές σα να κάνουν αγώνα
τη στήνουνε κάτω απ τα αμάξια,
τα βράδυα,
που κανείς δεν τις βλέπει,
και ψάχνουν για θύματα,
ή μάλλον
ψάχνουν να παίξουν,
και κυλιούνται,
και τρέχουν,
και γλείφονται,
και η νύχτα τους ανήκει,
όσο φρικτό κι αν σου φαίνεται το παιχνίδι τους.
Οι γάτες τα βράδια κυνηγάνε κατσαρίδες.
Κι εγώ περνάω τους δρόμους τους άδειους,
λίγο πριν φέξει,
την ώρα που ακόμα ακούγονται οι γρύλοι,
κι αναρωτιέμαι
αν είναι δροσερό το σεντόνι σου απόψε.

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

ναι

Θελεις να κλεφτούμε για λιγο;
Θελεις  να σκίσουμε τη νύχτα στα δυο
να την τυλίξουμε ολόγυρα μας και να μπλεχτούμε;
Να φτάσουμε στη θάλασσα,
εκεί που θέλω εγώ όμως,
και να με ξαπλώσεις στα χαλίκια,
να με μεθύσεις με έρωτα που σου ιδρώνει τα λάγονια
να μου χαιδεψεις τα μαλλιά;
Κι ύστερα,
θελεις να με κοιμήσεις στα χέρια σου μέσα,
κάτω απ το δέντρο,
εσύ όμως μην κοιμηθείς,
να με κοιτάζεις θέλω,
και ώσπου να ξημερώσει
θα έχουμε γυρίσει πίσω στη ζωή, στ ορκίζομαι.
Μόνο για λίγο,
θέλεις;
Κι ύστερα, κανείς δεν θα μάθει οτι ζήσαμε για λίγο όπως πρέπει. 

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

χρυσοψαρο

Χάνονται τόσες λέξεις
όσο είμαι εδώ,
να φέρνω νερά και μπύρες και τυριά,
απο τραπέζι σε τραπέζι,
κάνοντας πως χαμογελώ με τα αστεία τους,
παρατηρητής στεγνός των πάντων,
άλλοτε με ένα τζιν νερωμένο,
άλλοτε με ένα τσιγάρο άσκοπο,
σπάνια με λάμψη στα μάτια.
Χάνονται τόσες σκέψεις
συμπεράσματα
φιλοσοφίες
βουβά ξημερώματα ηλεκτρικά παρά κάτι,
τα φώτα τρεμοσβήνουν για τους τελευταίους πριν η πόλη ανάψει ξανά.
Και χάνεσαι κι εσυ κάπου εκεί γύρω.
Ανάμεσα σε ψάρια και ρακές. 

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

οι τρυπες που ανοιγεις

Όταν θα καταλάβεις θα είναι πλέον αργά.
Όταν θα μάθεις να ζητάς θα έχει πια πέσει ο ήλιος.
Όταν θα δεχτείς πως η ζωή έτσι κυλά και όχι αλλιώς,
και πως μετά το καλοκαίρι μπαίνει ο χειμώνας βίαια,
τότε μπορεί να κλάψεις όπως αρμόζει στην περίσταση,
σαν άνθρωπος ας πούμε,
αλλά και πάλι αργά θα είναι,
τώρα πια τίποτα δε σε σώζει απο τα γεγονότα καλέ μου.
Κι εσύ, εσύ που θέλησες όλα να τα ζήσεις,
όλα να τα πιάσεις,
όλα όλα όλα δικά σου,
εσύ τι απογίνεις τότε;
Tότε θα είναι η ζωή μια καρέκλα σπασμένη για σένα,
θέλησες να καθίσεις αλλά έπεσες στην τρύπα,
και το αστείο ποτέ δεν θα πιάσεις. 

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

υαλοκαθαριστηρες

Εν μέσω κεραυνών και καταιγίδων,
ο νους τρέχει κομμάτι πιο γοργά.
Καθώς οι υαλοκαθαριστήρες σκουπίζουν βίαια τη βροχή,
εγώ ήδη δε βλέπω.
Πως είναι και με το γκρίζο του καιρού η όψη σου παίρνει άλλες διαστάσεις, λες και οι αστραπές φωτίζουν τη σκιά σου και την κάνουν διπλάσια,
κι η θέρμη σου παραδόξως ανασύσταται μέσα απο την παγωνιά και με ζεσταίνει, προσωρινά.
Πως είναι και με το μαύρο του ουρανού θυμόμαστε πως είμαστε άνθρωποι
μέσα στη λάσπη φτιαγμένοι. 

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

καψα

Πλησιάζει καλοκαίρι, δεν γίνεται να μην το νιώθεις, κάθε χρόνο τα ίδια λέω και καταντάω γραφική αλλά δεν με νοιάζει και πολύ να σου πω την αλήθεια. Πλησιάζει καλοκαίρι και η ζέστη έρχεται σιγά σιγά, και τα γρήγορα ντους για να δροσιστείς πριν βγεις στο λίβα, και οι ώρες που δεν κάθεσαι σπίτι ούτε πριν νυχτώσει ούτε μετά, δε γίνεται, δε μπορείς. Πλησιάζει καλοκαίρι και νιώθω να ανεβαίνει μέσα μου μια πνιγμένη ανάσα, πως αλλιώς να το εξηγήσω, και το μόνο που θέλω είναι να βρεθώ στη Ραφήνα, και να διαβάσω πάλι την Αίθουσα του Θρόνου, κάθε χρόνο, κάθε καλοκαίρι, σαν να καίγομαι κι εγώ μέσα στην κάψα της Γλαύκης, και να διαβάσω πάλι Καραγάτση, και να διαβάσω πάλι όλες τις τραγικές ιστορίες που σέρνουν πίσω τους τα νησιά εκείνα. Κι ύστερα να πάρω το πλοίο από το λιμάνι και να πάω κι εγώ σ ένα νησί, να περπατήσω ξυπόλητη με μαλλιά λιτά, και να πω ότι ζω.

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

κλέφτες

Ιπτάμενα φιλιά
στο μετρό,
βιαστικά,
να προλάβουν λίγη αγάπη και το τρένο για τη δουλειά,
στον αέρα ξεκλέβεις κι εσύ κανα δυο αν τύχει να περάσεις ανάμεσά τους έγκαιρα.
Ιπτάμενα φιλιά
στο μετρό,
στις στάσεις,
στα κτελ,
φιλιά ιδρωμένα,
φιλιά αλμυρά
και φιλιά αχόρταγα,
η ώρα του αποχωρισμού πάντα αίνιγμα,
και βλέμματα σαστισμένα,
ξεροκαταπίνεις βουβά
και δίνεις κι εσύ ένα φιλί απ αυτά.
Φιλιά ιπτάμενα,
στο μάγουλο,
στα χείλη,
φιλιά που ντροπιάζουν το φιλί,
φιλιά παγωμένα,
φιλιά τυπικά,
φιλιά που δε φτάνουν τον προορισμό τους,
προτού ακουμπήσουν έχεις κιόλας γυρίσει την πλάτη,
και ένα φιλί εξατμισμένο μπορεί να πέσει στα πόδια ενός τυχαίου περαστικού
ψυχορραγώντας.
Φιλιά ιπτάμενα που γεμίζουν τις αίθουσες κάθε μέρα,
φιλιά ηχηρά,
φιλιά δειλά,
φιλιά τα πρώτα
φιλιά όπως τόσα φιλιά που δώσανε άλλοι πριν απο μας,
κι εγώ χοροπηδάω στον αέρα,
να αιχμαλωτίσω ένα φιλί
που κάπου κάποτε,
δε μπορεί,
έδωσες κι εσύ,
και ακόμα ίπταται.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

τζοκινγνκ

Ήλιος και βροχή και ένας αέρας που μόνο να χαλάει τα μαλλιά ξέρει και ένας καφές που είναι ζεστός ενώ θα έπρεπε να είναι κρύος.
Μια ατμόσφαιρα που δε μυρίζει τίποτα συγκεκριμένο, ούτε ιώδιο ούτε χώμα ούτε νυχτολούλουδο,
εκτός από κάποιες κρυμμένες γειτονιές, αλλά που να τρέχεις τώρα να τις ξετρυπώσεις,
που να τρέχεις τώρα γενικώς,
κι αφήνεις μόνο τη ζωή να τρέχει για σένα κι εσύ να παραπονιέσαι ξοπίσω της
για τις εποχές που δε σου κάνουν τη χάρη.




Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

εκει

Ήταν μια ακόμη μέρα στο Φάληρο.
Μια ακόμη μέρα σε ένα παράλληλο σύμπαν
όπου
οι γάτες λιάζονται σε πλαστικές καρέκλες ξεβαμμένες
οι βάρκες λικνίζονται από συνήθεια
κι ο ήλιος μάλλον ποτέ δεν πέφτει.
Σύμπαν παράλληλο.
Δέρματα μαυρισμένα
κ εσύ να λες
μα πότε πέρασε το καλοκαίρι,
κιάλια για τους περίεργους,
μαγιό ξεχειλωμένα φλουό ολόσωμα
και φοίνικες που τη σκιά τους κανείς δεν αποζητά.
Μια μυρωδιά να αιωρείται στο τριγύρω,
ιώδιο μπλεγμένο με σουβλάκια,
κι απόηχος από ρακέτες νωχελικές.
Κίτρινο μπλε και άμμος,
τα χρώματα είναι αλλιώς εδώ,
λευκό ξεπλυμένο από τα καλοκαίρια,
τραπέζια άτακτα βαλμένα στο πουθενά,
σκουριά χυμένη στο τοπίο,
λες και η πλάση γεννήθηκε οξειδωμένη.
Μια μέρα σαν όλες τις άλλες ήταν στο Φάληρο,
χωρίς ρολόγια κι εποχές,
εκεί που το φεγγάρι δεν ανήκει
και πιάνουν των ταξιδιάρικων γλάρων οι ευχές.





Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

θόλος

Θα δεις τη σκιά της
να τρέμει στον τοίχο
καθώς χάνεται μέσα στο άπειρο.
Η μαύρη της γούνα σεντόνι που ντύνει τη νύχτα
και γλύφει τους τοίχους τους στρογγυλούς.
Περνάει αθόρυβα
και ποτέ δεν θα δείξει πως ξέρει πολλά,
ποτέ δεν θα μάθεις τι κάνει τα βράδια,
όταν μονάχη μένει με τους θεούς.
Τα φώτα όταν σβήνουν
σαν κλέφτης στα σκαλιά ακροπατά.
Γλιστράει απ’ το άνοιγμα και μπαίνει στο θόλο,
κοιτάει αριστερά δεξιά.
Βεβαία πως όλο το σύμπαν της ανήκει ολοκληρωτικά
το ξύλινο πάτωμα κάνει μια βόλτα
και στέκεται εμπρός στα κουμπιά.
Μαύρες πατούσες χαϊδεύουν με πείσμα τις εντολές,
και ξάφνου ο κόσμος ανοίγεται εμπρός της,
μια φλούδα ουρανός.
Το τηλεσκόπιο κατεβαίνει στα μέτρα της
και τα πράσινα μάτια της
γουρλώνουν,
διαστέλλονται οι κόρες,
σμίγουν τα φρύδια,
καθώς από μπροστά της περνάνε αστέρια με ουρές,
και γαλαξίες,
και ήλιοι,
και δαχτυλίδια πασπαλισμένα με αστερόσκονη,
και μαίνονται μάχες στο μαγεμένο στερέωμα,
γιατί τ΄ άστρα ζηλεύουν το σμαράγδι των ματιών της κρυφά
και  σβήνουν και χάνονται,
και αυτή νιαουρίζει εκστατικά
στη θέα του μπλε του γαλάζιου του μοβ και του ροζ.
Κι όταν αποκαμωμένη από τη δράση
χάσει το ενδιαφέρον της,
ακροβατεί στη γωνία που η σελήνη τρυπώνει,
και λούζεται με φεγγαρόφωτο.
Και κάπως έτσι την παίρνει το ξημέρωμα
με μάτια μισοκλεισμένα ηδονικά
καθ΄ ότι το στερέωμα όλο φωτίζει γι΄ αυτήν,
με πόδια τεντωμένα κομψά,
μουστάκια κεραίες που μιλάνε με το διάστημα,
κ η υγρή της μύτη ροζ πέρλα περιστρεφόμενη σε τροχιά. 
Το πρωί δεν θα βρεις ούτε δείγμα,
πως κάποιος δάμασε τους  γαλαξίες. 







Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

αληθεια

Με ξυπνάς με έναν ήλιο στον τόνο,
σαν να ακούστηκαν κιόλας τα πρώτα τζιτζίκια.
Κλείνω λίγο τα μάτια και λέω
άραγε ένα χαμόγελο στ' αλήθεια σκοτώνει;

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

μπλε γραμμή

Η μέρα ξεκινάει με τόνους,
γιατί σήμερα και από σήμερα όλα τονίζονται,
γιατί όλα φαίνονται και τίποτα δεν κρύβεται,
γιατί προτιμώ τους τόνους από τα ερωτηματικά
γιατί τα θαυμαστικά πρέπει να κάνουν θαύματα από μόνα τους
και όχι να τα ψάχνεις.
Η μέρα ξεκινάει με ένα μετρό που παίρνω κάθε πρωί
και πλέον πάντα θα τονίζεται γιατί είναι μπλε
γιατί το μπλε είναι το αγαπημένο μου χρώμα
γιατί ακόμα κι αν δεν ήταν μόλις έγινε.
Η μέρα ξεκινάει με γραμμές που σχεδιάζονται στο μυαλό μου και περνάνε από χίλια δυο κύματα,
κάνουν κύκλους,
μεγάλους,
και τελικά με βγάζουν εκεί που θέλω.
Η μέρα ξεκινάει όπως εγώ τη θέλω,
και μην τολμήσεις να σκεφτείς πως τη θέλεις λάθος.
Η μέρα είναι δική σου,
κάνε την δική σου,
πιες λίγο καφέ απ τον καφέ μου
και έλα να ταξιδέψουμε στις γραμμές επάνω. 

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

ντριπ ντριπ

Τις μέρες που βρέχει δεν θέλω έτοιμη μουσική.
Συνήθως όταν θέλω να ακούσω μουσική, βάζω σι ντι
ή βάζω μια λίστα που έχω φτιάξει ειδικά για την περίσταση.
Αλλά τις μέρες που βρέχει, δεν θέλω τη δικιά μου μουσική.
Τις μέρες που βρέχει ανοίγω το ραδιόφωνο,
και ακούω ότι αυτό παίζει.
Νιώθω έτσι να έρχομαι σε επαφή με τον έξω κόσμο,
γινόμαστε ένα, εγώ κι ο κόσμος που βρέχει,
κι έτσι θυμάμαι οτι δεν βρέχει μόνο σε μένα.
Τις μέρες που βρέχει, αν δεν μπορώ να ακούω τη βροχή να πέφτει
μέσα στην αγκαλιά σου,
δεν την αντέχω τη δική μου μουσική.
Θέλω άλλος να παίζει για μένα.