Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

χωρίς εισιτήριο


Στο 550 για το σπίτι,
βολεύομαι στην θέση εκ του διαδρόμου,
και με χωμένα τα ακουστικά στ΄ αυτιά κάνω πως ξεκουράζομαι.
Δίπλα μου μια μυρωδιά οικεία, γνώριμη,
μυρίζει μπουφάν και κάτι αντρικό,
όχι ιδρώτα,
αλλά μου φέρνει στο νου τους πρώτους έρωτες που έβαλα στο σπίτι μου,
που δεν τους αναγνώρισα ποτέ εν τέλει.
Αδιαφορώ για τη μορφή σου,
για το ποιος είσαι και αν σκουπίζεις τα πόδια σου στο χαλάκι πριν μπεις σε κάποιο σπίτι.
Βλέπω βαριά παπούτσια, παντελόνι σκουρόχρωμο,
βλέπεις παράθυρο, είσαι ο τυχερός της διαδρομής αυτής,
κι ο ήχος του μπουφάν που τρίβεται όταν το χέρι σου κουνάς για να παίξεις με το μούσι σου, κι αυτός γνώριμος μου φαντάζει.
Θέλω να αφήσω δίχως κουβέντα το κεφάλι μου να γείρει στον ώμο σου.
Θέλω να κλείσω τα μάτια κι έτσι όπως κάνω πως ακούω μουσική να φτάσουμε μαζί μέχρι το τέρμα.
Θέλω να μείνεις για πάντα άγνωστος για μένα,
μονάχα δάνεισε μου τον οικείο σου ώμο μέχρι το τέλος της διαδρομής,
άστον να γίνει μαξιλάρι για να ακουμπήσω τις κουρασμένες μου σκέψεις με ασφάλεια,
να θυμηθώ κάτι ζεστό μια νύχτα σαν κι αυτή που ακόμα είναι απόγευμα, κι όμως η μέρα μετά τη δουλειά έχει πάντα νυχτώσει.
Να μείνουμε άγνωστοι, για σένα αδιαφορώ, κι εσύ δεν έχεις καν αντιληφθεί την παρουσία μου.
Κι η μυρωδιά σου να μην μείνει πάνω μου, δεν θέλω να την πάρω ως το σπίτι,
μόνο όταν την ξαναβρώ σε κάποιο άλλο λεωφορείο να μου θυμίσει πως
ένα βράδυ πήγα στο σπίτι με παρέα.

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

μια κάποια νίκη

Η Νίκη ήταν δική του.

Την είχε κυνηγήσει στ' αλήθεια τόσο πολύ. Η Νίκη με τα ατίθασα μαύρα μαλλιά και το καρό φουστάνι, κάτι παραπάνω από είκοσι Μαίων. Μωβ κυκλάμινα για τη Νίκη, τ' αγαπημένα της, κομψά και διάφανα όπως κι αυτή. Ντουζίνες από δαύτα. Τηλέφωνα υπεραστικά για τη Νίκη, χιλιόμετρα, δάκρυα, δώρα, φιλιά για να ζεστάνουν την ψυχή της Νίκης, απ την ελιά στο δεξί της μάγουλα ως τα κόκκινα νύχια της, όλα για την διάφανη Νίκη.

Την γνώρισε Νοέμβρη, με τα μεγάλα κρύα, τη φίλησε με τα πρώτα τζιτζίκια, λίγο προτού αδειάσει η τσέπη του και η καρδιά του. Κάθε που έβλεπε κυκλάμινα χαμογελούσε και τους έκλεινε το μάτι. Η Νίκη ήταν δική του.

Τώρα η διάφανη Νίκη μάζευε τα τελευταία πιάτα από το τραπέζι με βιασύνη.  Δεν είχε δουλειές, βιαζόταν μόνο να τινάξει τα ψίχουλα από το τραπεζομάντηλο, να βγάλει από πάνω της αυτή την συνθετική μπλούζα που μύριζε τηγάνι και να ξαπλώσει. Στάθηκε για μια στιγμή να στεγνώσει το μέτωπό της με την ανάστροφη της παλάμης της. Την κοίταξε και άνοιξε την τηλεόραση, οι κινήσεις της είχαν σταματήσει από καιρό να του φαίνονται κινηματογραφικές. Πήγε να την ρωτήσει γιατί αφήνει τα μαλλιά της να γκριζάρουν αλλά απλά άλλαξε κανάλι. Αύριο πρέπει να σηκωθώ νωρίς, σκέφτηκε, έχει λαϊκή. Να πάρω πορτοκάλια σκέφτηκε και κάνα ψάρι. Και μερικά τριαντάφυλλα άμα το θυμηθώ.


Η Νίκη ήταν δική του. 

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

επιπόλαια στιχάκια για ένα σύντομο πάτερσον


1
Από την Δευτέρα έως την Παρασκευή η απόσταση είναι μικρή. Είναι μια διαδικασία που σε φτάνει στην πόρτα μου την ώρα που πρέπει.
Από την Δευτέρα έως την Παρασκευή δεν μετράω ώρες και ούτε βαρυγκομώ. Ξέρω πως οι μέρες αυτές χωρίζονται σε καφέδες, σε βόλτες με το σκύλο, σε άτσαλα μαγειρέματα (κουράστηκα να μένω μόνη, το σκέφτομαι συχνά τα μεσημέρια), σε γυμναστική, ταινίες μισοτελειωμένες. Κάπου εκεί χώνεται κι ένα τσιγάρο που δεν ρουφάω, υγραίνεται στα χέρια μου από δάκρυα αγνώστου προελεύσεως και σαν να σε βρέξανε με παίρνεις στο τηλέφωνο και βάζω το πώμα στο κρασί. Έτσι κι αλλιώς με τούτα και με κείνα μεθαύριο θα είναι Παρασκευή.
Λίγο ακόμα να κοιμηθώ, λίγο ακόμα να περπατήσω να σκεφτώ να διαβάσω να πιω εκείνον τον καφέ που έχει κρυώσει και να απλώσω τα σεντόνια, έτσι κυλάει πάντα η ζωή, απ την Δευτέρα ως την Παρασκευή μέχρι να φτάσεις στην πόρτα μου όπως το ορίζει το Σαββατοκύριακο.

2
Τα γυαλιά μου τα είχα πάρει στο Λύκειο. Τότε είχα αστιγματισμό. Τώρα έχω 28 χρόνια και χαμογελάω σε λάθος άνθρωπο καθώς περιμένω το σωστό τρένο.
Μεταξύ μας, δεν φταίει η μυωπία. Σε όλους χαμογελάω σήμερα.

3
Γεμίζεις το κρεβάτι μου με τρόπους που είχα ξεχάσει. Κάθετα, οριζόντια, τα γυμνά σου πόδια κοιμούνται πάνω μου, χέρια ανοιχτά μουδιασμένα, βλέπω τα μάτια σου βλέπεις την πλάτη μου, τα μαλλιά σου στο μαξιλάρι που πριν ήταν άδειο, δώσε μου λίγο πάπλωμα κρυώνω, και τα σεντόνια γεμίζουν χαμόγελα που περνάνε στην αιωνιότητα καθώς τα βλέφαρα βαραίνουν, ανάσες γερνάνε τα ελατήρια, θαυμάζω το ύψος σου στο κρεβάτι το δικό μου, το άδειο είναι πάντοτε λιγότερο ποιητικό.

4
Μου λες πως σου αρέσει ο τρόπος που κάθομαι στο σινεμά. Χαμογελάω και δεν σου λέω πως μάλλον είσαι πολύ ερωτευμένος. Άλλωστε και εμένα μου αρέσει ο τρόπος που κρατάς τα ποπ κορν.

5
Πήγε κιόλας 19.09. Και σήμερα. Και κάθε μέρα πια. Σήμερα η διαφορά είναι ότι είμαι μπλεγμένη στην αγκαλιά σου. Αυτή είναι η διαφορά. Κατά τα άλλα είναι και πάλι κακή ώρα. Μα εσύ δεν το ξέρεις αυτό και με σφίγγεις με χέρια και πόδια και κλείνεις τα μάτια και κοιμάσαι. Έξω από το σκοτάδι η πόλη είναι εντάξει. Είναι άλλωστε ακόμα 19.09.
Μέσα στην αγκαλιά σου είναι 19.09 και η ανάσα σου είναι ήρεμη, καθησυχαστική. Δεν ξέρει από σούρουπο η ανάσα σου. Ανοίγω τα μάτια διάπλατα, γυρνάω την πλάτη μην τρομάξεις. Με τραβάς στις όχθες σου λίγο μηχανικά, λίγο ερωτικά. Δεν ξέρεις από ώρες. Σε θέλω. Δέχομαι την αναπνοή σου για ρολόι μου. Κλείνω τα μάτια και κοιμάμαι. Όταν ξυπνήσω δεν θα είναι πια 19.09.

6
Ο θερμοσίφωνας έμεινε ανοιχτός κάμποσες ώρες παραπάνω. Ήθελα να τον κλείσω μα είχανε κάτι να μου πουν τα χέρια σου που φάνηκε ενδιαφέρον.
Κι έτσι παρέμεινα Σάββατο βράδυ στο κρεβάτι από νωρίς.
Εν τέλει λίγες κουβέντες ανταλλάξαμε προφορικά, πόσο κλισέ πόσο ρομαντικό αν μου επιτρέπεις να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη, τα είπαμε όλα με μάτια.
Έχει καυτό νερό αν θέλεις να πλυθείς.

7
Δε στο χω πει, όμως τις Κυριακές θα ήτανε καλό τα τρένα να μην φεύγουν. Θα ήταν προτιμότερο κάθε τέτοια μέρα να αναρτούν μια ανακοίνωση που θα λέει: "Τα τρένα δεν αναχωρούν σήμερα. Είναι Κυριακή. Μείνετε σπίτι και αγαπηθείτε."
Δε στο χω πει, όμως τις Κυριακές φεύγε Δευτέρα.

8
Σου έβαλα ένα μανταρίνι στη σακούλα με τους δίσκους, rock n roll και χειμωνιάτικα κουκούτσια. Το έβαλα κρυφά όσο εσύ δίπλωνες τα πουκάμισά σου, το πρώτο κουμπί πάντα κλειστό μου λες.
Το τρένο πια θα έχει ξεκινήσει. Αναρωτιέμαι αν βαριέσαι και αν θα ρίξεις μια ματιά στη ροζ σακούλα.

Τόσοι και τόσοι τρόποι τεχνητοί για να σε κάνω να με σκεφτείς.