Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

μαγια

Αν σε βαλω σε μια καρεκλα να καθισεις,
να κλεισεις τα ματια, 
να αφεθεις, 
νομιζεις θα μπορεσεις να θυμηθεις;

Θα σε ρωτησω πότε.

Ποτε ησουν παιδι;
Πότε ηταν που ταξιδευες επανω σ ενα κοκκινο χαλι με μια φαντασια που κανεις δεν σου ειπε που να βρεις, και πότε κοριτσακι που αποτυπωσε ολα τα χρωματα ενος αδιαφορου δειλεινου με μια θλιψη που κανεις δε σου εχτισε;
Πότε ησουν το κοριτσι του μπαμπα που σου εφτιαχνε βυσσιναδα και ποτε ησουν τοσο μικρη που ανακαλυψες τη χαρα του μισοφεγγαρου καρπουζιου με τα χερια;
Πότε ηταν που απομονωσες για λιγο τα τζιτζικια και ακουσες τους βαλτους στα Ανεμοδαρμενα Υψη;
Πότε επαιζες κυνηγητο και γυρναγες με ματωμενα γονατα;
Ποτε ριγησες πρωτη φορα με ενα βιβλιο και ποτε ενιωσες να αλλαζεις επειδη ανακαλυψες τη μουσικη;
Ποτε κλειστηκες πρωτη φορα στην ησυχια του δωματιου σου και ποτε αμφισβητησες τους γονεις σου;
Πότε εγινες αυτο που εγινες, ποτε δημιουργηθηκες απο το ουδετερο, ποτε απεκτησες χρωματα και σκεψεις ολοδικες σου;
Ποτε εκλεισες τα ματια για να γνωρισεις την εμπνευση και να εκτιμησεις τις αισθησεις σου;
Πότε ηταν που σε κραταγαν απ το χερι και εσυ απλα επρεπε να ξερεις να περπατας, οχι να ξερεις τους δρομους, και ποτε ελεγες "εγω οταν μεγαλωσω θα γινω...";
Πότε αποφασισες;
Πότε καταλαβες οτι τα γραπτα σου εχουν δυναμη και ποτε εκλαψες με ενα ποιημα χωρις να εχεις λογο;
Πότε δεν καταλαβαινες τι εχουν ολοι αυτοι οι ανθρωποι γυρω σου και δεν χαμογελανε;
Πότε ηταν ολα τοσο ευκολα και τα καλοκαιρια περναγαν χωρις να σκεφτεσαι οτι καποτε δεν θα ξαναυπαρχουν τετοια καλοκαιρια;
Ποτε σε σπρωξανε να περασες τις πυλες μιας σχολης που διαλεξες ή μπορει και οχι;
Πότε εφυγες απ το σπιτι και ποτε εμαθες να σκυβεις το κεφαλι στον πελατη και ποτε ξενυχτησες για μια εξεταστικη και ποτε μετακομισες κιολας στο δευτερο σου σπιτι;
Ποτε εκανες φιλους, ποτε τους εχασες, ποτε καταλαβες τι σου ταιριαζει;
Ποτε ταξιδεψες μονη, και απο ποτε αρχισες να αναστεναζεις;
Ποτε τελειωσαν ολα τα ευκολα και ποτε αρχισε η πραγματικη ζωη;
Και πότε σου ζητησαν να σηκωσεις την υδρογειο στα χερια σου;

(καποιες μερες σταματας να πιστευεις στη μαγεια της ζωης κι απλα θυμασαι που ησουνα παιδι και πιστευες οτι θα κατακτησεις τον κοσμο)

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

ψεματα

Οσο το χρονο τον αφηνω να περναει,
ακοπα,
μα οχι παντα,
γιατι ξερει και να μου ξεγλιστραει,
οσο εγω παιρνω ανασες απο βροχη και κλικ μονοτονα,
τοσο πιο βιαια μου λειπεις,
σα να
σαν
σαν
σαν να επρεπε να εισαι παντα εδω.
Και πιο διεστραμμενα.
Μα πως να τα γραψω αυτα,
αφου θα πρεπει μετα να τα δεχτω. 

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

σικαγο



Ειναι Κυριακή. Ο υπνος μ εχει παρει στον καναπε και ξυπναω ιδρωμενη. Κοιταζω την ωρα και ειναι μολις 5. Σε δυο ωρες παω για δουλεια. Η αναγκη μου για παγωτο ειναι πανω απο τις δυναμεις μου. Σε δυο ωρες παω για δουλεια αλλα δεν μπορω να περιμενω να βγω απτο σπιτι και να βουτηξω τη γλωσσα μου σε κατι γλυκο και δροσερο.

Φοραω το πρωτο φουστανι που βρισκω και διχως να το πολυσκεφτω ξεκιναω για την πλατεια. Μισονυσταγμενη ακομα, ιδρωμενη, οδηγουμαι σαν υπνωτισμενη σ ενα ψυγειο. Για μια στιγμη ειμαι ετοιμη να βουτηξω το κλασικο ξυλακι, αλλα τελικα, το βλεπω. Σικαγο. Ναι. Προκαλω τον εαυτο μου να ανακαλυψει την απολαυση των παλιων, οταν το Σικαγο δεν ητανε ενα ακομα κυπελλακι, αλλα ΤΟ κυπελλακι, και τωρα πια μυριζει νοσταλγια και παιδικα καλοκαιρια.

Σικαγο λοιπον. Σαν παιδι μπροστα στο πρωτο παγωτο των διακοπων ανοιγω το κουταλακι πριν καν φυγω απτο περιπτερο και με ανυπομονησια ξεσκεπαζω το παγωτο. Αρχιζω να τρωω το παγωτο με μικρες κουταλιες και αργα βηματα.

Ειναι Κυριακη ειπαμε, ακομα και τα Εξαρχεια μια μερα σαν κι αυτη ειναι θαρρεις αδεια, δεν ακουγεται τιποτα. Περπαταω μονη μου στη μεση του δρομου και απολαμβανω καθε μπουκια γιατι αυτη η Κυριακη δε θα ξαναρθει, αυτη η ηρεμια δε θα επιστρεψει, ολοι το ξερουμε, ελαχιστες οι μαγικες στιγμες καθαρου νου σ αυτη τη ζωη πια.

Περπαταω και τρωω και σκεφτομαι και μπορει να μη σκεφτομαι και τιποτα περα απο το οτι εμενα κανονικα τα αμυγδαλα δε μ αρεσουν, μα τι νοστιμα που ειναι σημερα τα αμυγδαλα.

Προχωραω χωρις να περπαταω, μονο το χερι μου κινειται τωρα μηχανικα, η ζεστη του καλοκαιριου με τυλιγει κι η κατηφορα ανοιγεται μπροστα μου σαν ενας δρομος που δεν εχω ξαναπερπατησει.

Φτανω εξω απ το σπιτι μου και κοιταζω το κυπελλακι. 
Δεν εχει τελειωσει. 
Και συνεχιζω να περπαταω ασκοπα, μ ενα ηλιθιο χαμογελο ζωγραφισμενο στο προσωπο μου, ευτυχια για την οποια αναρωτιομαστε τοσο συχνα και βαθια οταν μας προκαλειται κι ακομα δεν ξερω απο που πηγαζει, μα ισως αυτες οι στιγμες να ειναι τελικα το νοημα της ζωης.

Περιφερομαι στους δρομους της γειτονιας απλα και μονο για να συνεχισω να χαμογελαω και να σκεφτομαι και να μη σκεφτομαι.

Και σας τ ορκιζομαι, αν το παγωτο δεν τελειωνε, εγω ακομα θα περπαταγα.

Την επομενη Κυριακη θα αγορασω Καιμακι. 

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

χαμενες σημειωσεις

Δεν είναι αυτονόητος αυτός ο ήλιος, αυτή η άνοιξη, ο φίλος που ήρθε πάλι να κάνουμε παιχνίδι. Παραλύω μες στην αιφνίδια καλοσύνη της ζωής.

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

και με ρωτας γιατι να φυγω απο δω


Μια μερα δυο στιγμες.

Ενα γατακι νιαουριζε 4 μερες. Κανεις δεν εκανε τιποτα για να το σωσει. Κανενας δεν πηδηξε το ξενο μπαλκονι να το πιασει. Κανενας δεν το ταισε. Πριν βιαστειτε να με βαλετε κ εμενα μαζι με αυτους, εγω δεν μπορουσα να κανω τιποτα απο αυτα. Εγω απλα φωναξα την πυροσβεστικη και τη φιλοζωικη και χτυπησα κουδουνια και μου ειπανε «θα αντεξει μωρε, δεν παθαινουν τιποτα αυτα», οταν πια το γατακι κρεμοταν 3 ωρες απο μια τεντα για να μην πεσει απο τον τριτο. Εγω εκανα οτι μπορουσα και το ειδα να πεφτει και να ξεψυχαει στα χερια μου οταν ετρεξα να το σωσω. Εγω το εθαψα στο χωμα, οπως του αξιζε. Ηταν γκρι. Και η μυτη του ματωμενη.

Μια ομαδα ΜΑΤ χτυπαει ενα κοριτσι εξω απο το μαγαζι. Μετα δακρυγονα. Πολλα δακρυγονα, αληθεια. Φασαρια. Φωτιες. Κοκκινα ματια και φωνες και χερια που τρεμουν.

Σε ολους εσας που διψατε για επανασταση και πεθαινετε να αναβιωσετε τις μερες του Πολυτεχνιου.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο. Περιτριγυρισμενοι απο ασχημους ανθρωπους που δεν δινουν δεκαρα για μια γατισια ψυχη και δεν ανατριχιαζουν οταν η μποτα τους αγγιζει σαρκα.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο φτιαγμενο απο ασχημους ανθρωπους. Και οσες επαναστασεις και να κανετε, οση βια και να ανταποδωσετε, κι εσεις ασχημοι θα ειστε.
Δε θα τους αλλαξετε. Οι ανθρωποι με την ψυχη βουτηγμενη στη βια αιωνες τωρα δε θα αλλαξουνε το DNA τους για γαρυφαλλα και περιστερια.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο που μονο με μια ολικη καταστροφη θα ξαναζησει. Μακρια απο εμας.

Κι εγω φοβαμαι, φοβαμαι, φοβαμαι.
Δεν ειμαι γενναια, ουτε και θελω να γινω, ευχαριστω.
Οταν πια δε θα τρεμω οταν ακουω πυροβολισμους θα κλαψω για την ψυχη μου.

Εγω φοβαμαι, φοβαμαι, φοβαμαι.

Μονο να φυγω θελω, απο τις ασχημες πολεις που μας κανουνε ολους τσε γκεβαρα για τη μαγκια.

Εγω ειμαι ανθρωπος, και κλαιω, και μονο μια αγκαλια μπορει να διωξει την απανθρωπια απο διπλα μου, οχι μια σφαιρα.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο σας λεω.

Και δεν το καταλαβα τωρα, τωρα το ειδα. 

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

ασημαντοτητες

ειναι που
με πιανεις σα θηλια
γυρω απ το λαιμο
μονο που
εσυ την καρδια μου σφιγγεις.
και με οδηγεις σε θανατο ισοβιο,
αστειο σου ακουγεται,
υπερβολη της γλωσσας και του νου θα πουνε.
ειναι που δεν με πιανουν μονο τα λογια σου
για να με πνιξουν
αλλα και τα ματια σου
και τα χερια σου,
που δε με πιανουν.
και χιλιες φορες να με επιαναν.
ορκιζομαι.
ας υπηρχε θεος μονο.
ας υπηρχε.
να πεσω στα ποδια του,
και οχι στα δικα σου.
ας πεθαινα αλλουνου τα ποδια να πλυνω,
κι οχι τα δικα σου,
ας υπηρχε θεος.
ας πιστευα
στον εναν,
κι ας τον λατρευα,
για να παψει πια αυτο
το ανοητο παιχνιδισμα των αισθησεων,
μεταξυ ουρανου και βουρκου.
στασου, εχω κι αλλα.
ας ητανε
να χορταινα τα λογια σου,
τα μαλλια σου,
το γελιο σου το μισητο το υπεροχο,
ας ητανε, θεε μου.
ας ητανε.
μα παλι σε φαι το πηγα,
και η ορεξη μου ακορεστη,
συγνωμη.
ας ητανε,
αφου τη χαρη αξιοπρεπεια να εχω δε μου κανετε,
ας ητανε σκουλικι να ειμαι,
και να σερνομαι.
μονο μυαλο μη μου χαριζετε,
τι ωφελει,
σκουληκι να ειμαι πρεπει,
να σερνομαι.
να συρθω.
κατω απτις μποτες καποιου σκληρου να φτασω,
να με πατησει,
χωρις ποτε να μαθει,
κι ο πονος μου ποτε ας μην ακουστει.
θα εχω λιωσει σιωπηλα,
κατω απτο βημα καποιου ασημαντου,
ασημαντο ερμαιο
των σκοπων του καποιου.
τι διαφορα. 

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

απόχη

αποψε ηθελα να μεινεις, να μην πας.

 να κατσεις να με ακουσεις
 και να πιουμε κρασι και να με βαλεις στο κρεβατι αργα. πολυ αργα.
οταν τ' αστερια μονο θα δεσποζουν πια στη νυχτα μας,
 οταν θ΄αρχισω να πιστευω οτι ακουω γρυλους.

 αποψε ηθελα να σου χαμογελασω οπως ποτε,
 και να με γδυσεις, με καθε τροπο,
και να σε πονεσω,
απο ερωτα.

 αποψε εγινα μικρη
 γιατι
ακομα εισαι αυτο που εισαι
ακομα κι αν εγω αλλαζω καθε δευτερολεπτο.

 αποψε ηθελα αληθειες,
 αληθειες που χωρανε σ'ενα ψεμμα
κι αληθειες που κανουν τα μαγουλα να κοκκινιζουν και να φουντωνουν,
μεχρι
να πιασεις τον εαυτο σου να βαλει τα χερια του να κανουν αυτο που εσυ αρνεισαι.

 μα ξερεις,
 ειμαστε τοσο αμυαλοι εμεις οι ανθρωποι,
και ποιος να μας πει πως οσο και να τις κυνηγας,
 οι χιμαιρες δεν αλλαζουν,
χιμαιρες παραμενουν.
οπως κι οι ανθρωποι δηλαδη.

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Που πανε τα ποδηλατα οταν πεθαινουν

Δεν θα θελα να το κανω πιο μελο απ οτι ειναι.
Αλλα ειναι που οταν ειδα την κλειδαρια να στεκει μονη της ενιωσα γυμνη.
Ενιωσα αδικημενη, γιατι ειναι αδικο να παιρνεις απο καποιον ετσι απροσμενα κατι που τοσο ευκολα τον κανει χαρουμενο.
Δεν ειναι οτι δεν θα ξαναβρω ποδηλατο. Υπαρχουν πολλα, και πιο ομορφα απ το δικο μου, αν και αυτο το λεω σιγανα γιατι σιγουρα ειναι καπου εδω κοντα και ακουει τις σκεψεις μου.
Μα να, ειναι που ηταν το πρωτο "ενηλικο" ποδηλατο μου.
Και ηταν τοσο παιδικο...
Ειχε καλαθακι με πλαστικα λουλουδια, ειχε πολυχρωμες ακτινες, ειχε και ροζ κορδελες.
Και ηταν ασπρο. Που εμενα το ασπρο δε μ αρεσει. Αλλα στ' αληθεια του πηγαινε.
Και ειχε και μια ομορφη αρχη...
Ηταν μεσημερι που καναμε την πρωτη μας βολτα, καλοκαιρι,αυτο με τις ροζ κορδελες του κι εγω με το κοκκινο καρο μου φορεμα.
Ημασταν ομορφη εικονα νομιζω, και ενιωθα τοσο χαρουμενη πανω του, γιατι με εκανε να νιωσω οπως ενιωθα εκεινα τα καλοκαιρια... Ελευθερη.
Και ηρθα να σε βρω.
Λαχανισα λιγο στην ανηφορα και πιεζα τα πεταλια πιο δυνατα γιατι βιαζομουν να φτασω να σε βρω να μοιραστω τη μικρη μου ευτυχια μ'ενα μεγαλο χαμογελο.
Καναμε ερωτα.
Εγω με το κοκκινο καρο μου φορεμα κι εσυ γυμνος, να χαζευω τα ομορφα σου χερια.
Και βγηκαμε παλι στη ζεστη του μεσημεριου, εσυ με τον γαλαζιο ανεμο και εγω με την Καζαμπλανκα, ετσι ηθελα να τη λεω.
Και δεν πρεπει να πηγαμε μακρυα, ισαμε τον πεζοδρομο τον αδειο και σπιτι μου, μα στ'ορκιζομαι, πιο μακρυα δεν εχω φτασει με τη δυναμη των ποδιων μου.
Τωρα καποιος θα σ'εχει κρυψει, θα σε βαψει με ενα αχαρο χρωμα, θα σου βγαλει το καλαθακι με τα λουλουδια τα κοκκινα και τα κιτρινα, θα σου λυσει τις κορδελες και θα σου βγαλω τα χρωματα απ'τις ακτινες.
Θα σε αφησει κι εσενα γυμνο.
Και στα ονειρα μου θα ρχομαι με το κοκκινο καρο μου φορεμα, θα σε ντυνω με χρωματα και ακτιδες απ'τον ηλιο και μαζι θα φτανουμε μεχρι την Καζαμπλανκα.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

ψευτικη βολτα


Οι κερασιες σου με ακολουθουν
οπου κι αν παω,
σαν μιας πριγκιπισσας
παγωμενης
μεσα στην ανοιξη ακολουθοι.
Με περιβαλλουν ασφυκτικα γλυκα
με τα ανθισμενα ξιφη τους,
κρατανε τους ανεπιθυμητους μακρυα.
Οι κερασιες σου κι ας μην εχουν αρωμα
μυριζουν,
με υπνωτιζουνε,
με κανουν παιδι.
Να τρεξω να κοψω τα ανθη σου,
κι ας τα χωσω αδιαφορα στις τσεπες μου μετα.

(τα ωραιοτερα, μεγαλυτερα ψεμματα ο ιδιος σου ο εαυτος θα σου τα πει. μην κανεις τον κοπο απο αλλους να τα δεχτεις)

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

νεα θεωρια


Ο χρονος περναει.

Αλλα οχι παντα.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

IQ


Αν με αφηνες μοναχα να
να
να σε περιμενω να ερθεις
κι ας τελειωσουν μετα τα παντα,
κι ας μην εχω νοημα πια,
μοναχα να σε βλεπω να ερχεσαι,
κι ας ξερω πως ολα σε μια σκια καταληγουν φυσικα,
αν μπορουσα ολη μου τη ζωη να την τερματισω
στην ωρα που θα ερθεις,
θα το εκανα.
Γιατι ειμαι χαζη.
Χαζη απο ερωτα.

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

σωσιβια λεμβος




Σε θυμαμαι, θα μου λες.
Ειχες καθισει στο σκαμπο, με τα ποδια σου απλωμενα στο καγκελο της βεραντας τυλιγμενα σε μπλε καλσον, με τα κουρασμενα πανινα παπουτσια σου.
Κραταγες ενα τσιγαρο στο χερι και για μισο δευτερολεπτο δε με καταλαβες,
για μισο δευτερολεπτο με τυλιξες στους καπνους σου και εγινα αορατος.
Κοιτουσες την πολη απο ψηλα,
σα να μην την ειχες ξαναδει,
και χαμογελουσες μονη σου,
και εκλεινες τα ματια για να ακουσεις τη φασαρια που σε λιγες ωρες θα τελειωνε ξανα.
Μα ο αποηχος μενει.

Σε θυμαμαι, θα μου λες.
Ειχες δακρυσει, δακρυα διαφανα, σα την ζεστη του καλοκαιριου,
κι εγω σε ρωτουσα κι εσυ μου χαμογελουσες αινιγματικα,
και ρουφαγες τον καπνο και μονο να ακουσω και να δω μου ελεγες.

Το θυμαμαι, θα σου πω.
Ηρθες και χωθηκες αναμεσα απ τα ποδια μου και προσεχα να μη σε καψω,
και χαμογελαγα γιατι παλι ηρθες οταν επρεπε και δεν επρεπε
και δακρυζα γιατι πως να σου εξηγησω οτι
οι πολυκατοικιες δεν ειναι απλες πολυκατοικιες
και οι φωνες δεν ειναι απλες φωνες
και η ωρα δεν ειναι απλα εξι.
Και χαμογελαγα γιατι δεν καταλαβαινες και ηταν η σωτηρια
της ενωμενης μας ψυχης αυτη.

Σε θυμαμαι, θα μου πεις.
Το μυαλο μου πασχιζε να σε καταλαβει μα οι λεξεις δεν επαιρναν σχημα, εξατμιζοντουσαν.

Το ξερω, θα σου πω,
Και στα γονατα θα πεσω κατι τετοιες στιγμες μοναχα να θυμασαι και να μην καταλαβαινεις.
Γιατι αν μου πεις οτι καταλαβαινεις τοτε θα κλαψω και για την δικη σου ψυχη,
ψυχη μου.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

το δελτιο των 9


Στο δελτιο των 9
μιλανε πολυ.

Μιλανε για κριση. Οικονομικη.
Μιλανε για τυφωνες.
Μιλανε για σεισμους.

Στο δελτιο των 9
μιλανε μιλανε μιλανε.

Μιλανε για φονους, για δυστυχηματα, για ληστειες.
Για τριτους κοσμους και αδικιες εις βαρος της ιστοριας.

Στο δελτιο των 9
φορανε τα σακακια τους και τα ταγιερ τους και μιλανε για
απωλειες και καταστροφες και σεναρια τρομου.

Γιατι κανεις ομως δε μιλαει
για αλλη μια νυχτα που κοιμηθηκα μακρυα σου;

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

καθημερινα

Ο ηλιος βουταει και οι ωκεανοι φλεγονται.
Το φεγγαρι κρυβεται.
Σε τι ομορφο κοσμο ζουμε.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

ρεμ


θυμασαι εκεινη τη μερα,
μπορει να ηταν και μεσημερι,
βασικα, σιγουρα βραδυ πλησιαζε,
κι ημασταν οι τρεις μας,
δεν ειμασταν μονο οι τρεις μας αλλα στο νου μου ετσι εχουν τα πραγματα.
κι ειχαμε περασει ωραια, στριμωγμενοι σ ενα σπιτι ολοι μαζι.
και το πλοιο μας πηγαινε πισω.
Δυστυχως.
Και εγω ειχα πεσει σε μια λαθος αγκαλια
μα εσυ με κοιταζες διχως να ιδρωνεις.
Παρα μονο μου χαμογελαγες.
Παντα αυτο ηξερες να κανεις,
να χαμογελας.

Και ειναι κ εκεινη η φωτογραφια,
απο το μπαλκονι να σας κοιταζω στο τραπεζι στην αυλη.
Καλοκαιρι παλι.
Παντα καλοκαιρι.
Αφου το μυριζω.

Τελοςπαντων.
Σας ειδα στον υπνο μου.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

υποθετω


Με ρωτας που ειμαι.
Που να ειμαι.
Εδω, με το σημειωματαριο αγκαλια,
να γραφω για τα γλαροπουλια,
με μολυβι να αποτυπωνω τις σκιες τους,
για να κανω ησυχια βλεπεις,
μην τυχον και μου ξεφυγουν.
Ενω εσυ,
εσυ βλεπεις τα γλαροπουλια εκει εξω.
Καποια μερα ισως να μου πεις πως ειναι στ'αληθεια...

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

φυλαξε με

Το εχω εδω διπλα μου.
Οταν βγηκα εξω το πηρα μαζι μου. Σα φυλαχτο, ή σαν πολυτιμο θησαυρο ή κατι τετοιο τελος παντων.
Οταν βγαινω εξω, συνηθως φτιαχνομαι και στολιζομαι, ακομα κι αν δεν υπαρχει καποιος ιδιαιτερος λογος.
Αυτη τη φορα εβαλα απλα τη φορμα μου, το φουτερ, και ουτε καν επιασα τα μαλλια μου.
Γιατι αυτη τη φορα σημασια δεν ειχε το πως ειμαι, το πως δειχνω.
Αυτη τη φορα σημασια ειχε οτι διαβασα αυτο το βιβλιο.
Και τιποτα αλλο δε θα μπορουσε να με κανει να νιωσω ομορφοτερα.
Μπορει να διαβαζεις δεκαδες βιβλια το μηνα. Εκατονταδες το χρονο.
Μπορει να παρακολουθεις καθε νεα κυκλοφορια και καθε επετειακη εκδοση.
Μπορει το πρωι να πινεις τον καφε σου με τον ηρωα του ταδε βιβλιου, και το βραδυ να κουκουλωνεσαι με την ηρωιδα του δεινα βιβλιου.
Ετσι ειναι αυτα.
Μα μονο μια στις τοσες, και δεν τολμω να πω καν στις ποσες, μονο μια, λεω, θα τελειωσεις το βιβλιο, ανημπορος να αφησεις στο τελευταιο κεφαλαιο και εξω απτη ζωη σου μια για παντα τον κοσμο εκεινο που σου δανεισε σε μια στιγμη θεικης εκρηξης καποιος συγγραφεας.
Σημερα μολις, στα εικοσιτρια μου χρονια, και ντρεπομαι που αργησα τοσα χρονια, τελειωσα το "Φυλακα στη σικαλη".
Δεν ειναι οτι ειχε καποια φοβερη υποθεση, καποια σατανικη πλοκη.
Ουτε καν οτι ειχε πολυπλοκους χαρακτηρες ή λεπτομερειακες περιγραφες.
Ειναι απλα που ο ηρωας δεν ειναι κατι σπουδαιο και ομως ταυτιζεσαι.
Και ειναι που η τελευταια του παραγραφος με πηρε και με πεταξε στο ταβανι και στο πατωμα μαζι.
Το τελος μετραει παντα, βιβλιο η οχι.
Για τιποτα δεν μπρεις τελικα να βγαλεις ολοκληρωμενο συμπερασμα αν δε φτασει το τελος του.
Ειτε προκειται για βιβλιο ειτε για ανθρωπινη σχεση, ειτε για καποια σκεψη.
Διαβαζοντας το βιβλιο, και κλεινοντας το, με αφησε να κοιταζω τον τοιχο διχωςνα ξερω τι να κανω, διχως να ξερω τι να σκεφτω, διχως να θελω να σταματησει η δινη του.
Μεγαλειωδες συναισθημα, δε συμφωνειτε;
Σαν καποιος να εισεβαλλε στις πιο κρυφες μου σκεψεις, σαν να ανακατεψε με ενα ξυλαρακι το μπετο της φαιας ουσιας μου, σα να με ποτισε. Σα να με υπνωτισε.
Και μου θυμισε...
Μου θυμισε τις μερες εκεινες του σχολειου που ο κοσμος αυτος δε μου ηταν αρκετος, και ελεγα θα φυγω και ξεκιναγα να φτιαχνω το σακιδιο μου για να φυγω και εψαχνα να βαλω μεσα τα απαραιτητα επειδη ετσι κανουν οι μεγαλοι μονο που δεν ηξερα τι να παρω μαζι μου γιατι τοτε δεν ειχα απαραιτητα.
Τοτε που ο κοσμος δεν ηταν στρογγυλος μα ουτε επιπεδος ουτε τιποτα, ηταν απλα ο κοσμος που μπορω με μια δρασκελεια και μια σοκολατα στο χερι να κανω δικο μου.
Τοτε που αγνοουσα τους ανθρωπους που δε συμπαθουσα και ολοι μου το συγχωρουσαν γιατι τοτε δεν ειχα σημασια.
Και μου θυμισε το τωρα.
Το τωρα που αφιερωνω σε σενα και σενα και σενα που θελοντας και μη μου αφηνετε μια πληγη ή μια πινελια για να συνεχισω να γινομαι αυτος ο ανθρωπινος καμβας που καθε ανθρωπος γινεται.

" D.B. asked me what I thought about all this stuff I just finished telling you about. I didn’t know what the hell to say. If you want to know the truth, I don’t know what I think about it. I’m sorry I told so many people about it. About all I know is, I sort of miss everybody I told about. Even old Stradlater and Ackley, for instance. I think I even miss that goddam Maurice. It’s funny. Don’t ever tell anybody anything. If you do, you start missing everybody."

Το τελος μετραει σας λεω.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

εxτραordinαρy


Εξτραορντινερι Λαιβς, αυτο πρεπει να μας συμβαινει αγαπητοι μου.
Και ναι.
Αν ζουσα πιο πολυ,
πιο εντονα θελω να πω,
αν το σπιτι μου ηταν ο δρομος
και δεν ειχα τερμα στην καθε ημερα,
αν η μερα δεν ειχε ωρες,
και οι ωρες δεν ειχαν χρωμα,
κι αν δεν εφτυνα το φαι μου
κι αν δεν αρνιομουν τους ανθρωπους.
Αν ζουσα σ ενα τσιρκο
και εβγαινα απο κουρτινες πολυχρωμες μεσα
και κοιμομουν σε πολυχρωμα μαξιλαρια
με μια τιγρη αγκαλια,
αν ημουν τσιγγανα που διαβαζει τη μοιρα
και τα βραχιολια της σε κανουν να καρδιοχτυπας.
Αν τα δεκαοχτω μου τα ειχα γιορτασει σε μια ερημο τυλιγμενη,
κι αν τα χριστουγεννα δεν ελεγα τα καλαντα,
αν ο τζιμ μορισσον μου ειχε μιλησει
κι αν ειχα φαει τα μουτρα μου ηθελημενα.
Αν γυρναγα απο πορτα σε πορτα και ρωταγα αν υπαρχει θεος,
και αν στα δεντρα σκαρφαλωνα τα βραδυα του χειμωνα
τζιτζικια κυνηγωντας,
αν τα καλοκαιρια εκανα σπιτι μου μια βαρκα
χωρις πυξιδα ανταμα,
χωρις αγκυρα καν,
αν εφτιαχνα στεφανια απο λουλουδια
διχως να ειναι πρωτομαγια,
αν εβλεπα φαντασματα και καβαλουσα αλογο,
και φυσικα αν μου κλεινανε τα αστερια το ματι,
και αν τραβαγα τα μαργαριταρια σα μαγνητης,
εκει που θα κανα βουτιες στο μαυρικιο.
Αν καθε μου νυχτα ηταν μαγικη,
με φεγγαρια να κυλανε στα μαλλια μου,
κι αν τα ονειρα μου ζωντανευαν τα βραδια,
κι αν καποια μερα ενας λορενς της αραβιας με αρπαζε
μια για παντα.
Αν σκορπαγα χρυσοσκονη ανεβασμενη σε ταρατσες,
αν ζουσα σε πυργο σερνοντας τα φορεματα μου,
αν ειχα διαμερισμα στη σεληνη,
αν εμπενα σε καθε σκηνη καθε βιβλιου
να κανω σαματα,
αν ετρωγα μονο μπλε φραουλες,
και αν ειχα εξασκησει την τηλεπαθεια.
Αν ημουν σουπερ ηρωας,
κι αν εκλεβα καρδιες
σε βαζα να τις κραταω,
αν πεταγα,
κι αν ημουν ο αδαμ κι η ευα.
Τοτε ναι, ισως ειχα να γραψω για κατι διαφορετικο,
τοτε ναι, ισως να σας ανατιναζα το μυαλο με μια μου προταση.

Μα ειμαι εδω, στο δωματιο μου,
τυλιγμενη σε μια κουβερτα που δε συμπαθω καν,
με το χαιλαιτ της βραδυας να ειναι η γατα που κοιμαται στα ποδια μου.
Συγνωμη.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

παουζ


Η ζωη χθες βραδυ περασε γρηγορα. Πολυ γρήγορα.
Ξέρεις ποσο γρηγορα περναει η ζωη σ αυτα τα μαγαζια
με τα φωτα που ωρες ωρες δεν υπαρχουν και ωρες ωρες σε τυφλωνουν
και με τα ποτα που αλλαζουν χερια
και τις μουσικες που χορευεις και δεν ακους.
Χορευεις γρηγορα μιλας γρηγορα κοιτας γρηγορα μεθας γρηγορα.
Ενιωσα το χρονο να περναει εκει μεσα.
Κι οπως χορευα απεναντι σου,γρηγορα,καλεσα το χρονο να κανει ενα παουζ
και να ρθει να καθισει στον ωμο μου μια στιγμη.
Και σε κοιταξα.Βαθια στα ματια.
Εσυ χορευες, εγω οχι.
Αφου ειχα σταματησει το χρονο σου λεω.
Σε κοιταξα απο πανω μεχρι κατω, μεσα στα ματια και πισω απ αυτια,
τα μαλλια σου, κι εκεινη την τουφα λιγο περισσοτερο. Και τα παπουτσια σου.
Και ψιθυρισα στο αυτι του χρονου "Για ποσο ακομα θα ειναι ερωτευμενος μαζι μου αυτος ο ανθρωπος;"
Δεν πηρα απαντηση φυσικα.
Αλλα ειπα να πιστεψω τον Αινσταιν.
Ο χρονος ειναι μια απλη εφευρεση του ανθρωπου.
Κι εγω τον αγνοω.