Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

ένα όνομα

Το παιδί θα το βγάλουν Μανώλη. Το ανακοίνωσαν σχεδόν χαμηλόφωνα στο Κυριακάτικο τραπέζι, καλύπτοντας εκκωφαντικά κουτάλια και απαλές μαχαιριές που σκόρπιζαν ψίχουλα στο καλό τους τραπεζομάντηλο.

Τα χέρια σφίχτηκαν λίγο παραπάνω από το κανονικό γύρω από τα κολονάτα ποτήρια και τον αέρα πύκνωσαν δυο τρία ενοχικά και κουρασμένα βλέμματα.

"Είναι απλά ένα όνομα" άκουσε να ψιθυρίζει σχεδόν εκνευρισμένα κάποιος. "Στην υγειά μας" είπε κάποιος άλλος.

Οι χαρτοπετσέτες έγιναν μπαλάκια, ήταν η ώρα για το γλυκό.

Η Κάθι περίμενε ένα ξέσπασμα, ήξερε ότι θα ερχόταν αυτή η ώρα. Θυμήθηκε όλα τα απαγορευμένα. Μέτρησε ασυναίσθητα ανοίγοντας τα δάχτυλά της κάτω απ το τραπέζι.  Άσπρα αμάξια, ξανθά μαλλιά, Ικαρία, στρογγυλά γυαλιά, μπουκαμβίλιες. 'Α, και ρόδια.  Η λίστα σα να μεγάλωνε με τον καιρό, τους είχαν προτείνει διακριτικά κάποιον ειδικό, μα το είχαν θεωρήσει υπερβολή. Απλά είναι ευαίσθητη έλεγε και ξανάλεγε, μέχρι που ο πεθερός της ξεψύχησε ανήμερα του γάμου και το εγγόνι δε θα μπορούσε πια να λέγεται αλλιώς.

Στην αρχή το είπαν σαν αστείο, η Μάνια γέλασε μηχανικά και άφησε τον καφέ της μισοτελειωμένο. Για μήνες τους πρότεινε "Ηρακλής, θα είναι δυνατός και θαρραλέος. Ή μήπως Αλέξανδρος; Κομψός και μετρημένος. Άλκης μήπως; Αρχαιοελληνικό και μάγγικο. Όχι όχι, Χριστόφορο, είχα γνωρίσει κάποτε έναν πολύ καλό Χριστόφορο, θυμάστε;" Κι εκείνοι δεν έλεγαν όχι, δεν έλεγαν ναι, κι εκείνη είχε πειστεί πως το παιδί θα το πούνε σίγουρα ή Αντώνη ή Πέτρο, ή κάτι εύηχο και ανώδυνο εν πάση περιπτώσει κι έπινε τον καφέ της σε δύο ρουφηξιές.

Μισάνοιξε το στόμα για να πάρει μια ανάσα, για να φωνάξει, για να δείξει έκπληξη, και ένιωσε όλα τα μάτια πάνω της. Σα να της τρύπησε τα αυτιά η ησυχία, ούτε κουτάλια ούτε ποτήρια, ο Γιώργος έσπρωχνε με το δάχτυλο κάτι ψίχουλα μηχανικά. Ούτε προσπάθησε να χαμογελάσει, πέταξε ένα "πάω να..." και ξύνοντας το μέτωπό της σηκώθηκε από το τραπέζι.

Ήξερε να τα αποφεύγει αυτά τα τραπέζια τα οικογενειακά, συνήθως έβρισκε μια καλή δικαιολογία. "Κάθι πες και στον Γιώργο συγνώμη, έχω κανονίσει να δω τα κορίτσια σήμερα, καλά να περάσετε" ή "Ρε γαμώτο λίγο νωρίτερα να μου το έλεγες δεν θα είχα κλείσει για θέατρο" ή "Μωρέ έλεγα σήμερα να πάω μονοήμερη στη Μαίρη στο Ναύπλιο". Αλλά πάντα το σήκωνε το τηλέφωνο. Δεν τους άφηνε ποτέ το περιθώριο να την ψάξουν, να αναρωτηθούν αν είναι καλά ή αν κλαίει σε κάποια γωνία του σπιτιού κουλουριασμένη, όπως εκείνο το βράδυ. Εκείνο το βράδυ τα έφταιγε όλα. Αν είχε προλάβει...
 
Όχι, όλα πήγαν καλά εκείνο το βράδυ, η ζωή ήταν δική της. Από μικρή είχε κατανοήσει και αγκαλιάσει την αυτοκαταστροφική της φύση, από μικρή είχε συνδεθεί σχεδόν ερωτικά με την γλυκιά μελαγχολία του πόνου, οι άλλοι δεν καταλάβαιναν και γι αυτό τώρα ήξερε πως κλειδώνοντας το μπάνιο θα την ακολουθούσαν όλοι για να κολλήσουν το αυτί στην πόρτα και να είναι σε επιφυλακή.

Προσπάθησε να είναι όσο λιγότερο αθόρυβη γίνεται ώστε να τους καθησυχάσει. Άνοιξε την βρύση και την άφησε να τρέχει για λίγο. Την έκλεισε γρήγορα, ο ήχος του νερού θα τους έβαζε σε υποψίες. Είχε κουραστεί, δεν ήθελε να κάνει κακό στον εαυτό της, ήθελα απλά να κλάψει όπως δικαιούται, να πάρει μια ανάσα και να βρει το γλυκό να την περιμένει στο τραπέζι. 
"Είμαι καλά" φώναξε. Σκέφτηκε πως αναγνωρίζοντας ότι φοβούνται γι αυτήν θα τους έδινε να καταλάβουν ότι το μυαλό της είναι καθαρό και θα σκορπίσουν. "Κάθι βάλε μου γλυκό και έρχομαι, λίγο χρόνο θέλω." Στάθηκε ακίνητη, κράτησε την αναπνοή της μέχρι να ξανακούσει την καθησυχαστική βοή των κουζινικών και κάθισε στην άκρη της μπανιέρας. 
Χωρίς ίχνος έκφρασης έριξε δυο τρεις ματιές στο χώρο γύρω της, πάγωσε για λίγο το χρόνο και το λόγο, και ύστερα σαν να βγήκε από βαθύ υπνωτισμό άρχισε να σκέφτεται με βιασύνη, σαν να υπολόγιζε μαθηματική εξίσωση.

" Ο Μανώλης θα γεννηθεί άνοιξη. Θα είναι Ιχθύες, κι αυτή θα είναι η μοναδική τους ομοιότητα. Θα βγει σίγουρα μελαχρινός με σκούρα μάτια και όλοι ξέρουν ότι ύψος δεν θα πάρει. Θα μεγαλώσει στο συναρπαστικό και βρώμικο κέντρο, θα τον ξυπνάνε κόρνες και θα τον χαιρετάνε μανάβηδες, θα τον κοιμίζουν περιστερίσια γουργουρητά, δεν θα χει γκιόνηδες για κουδουνίστρα, ούτε τα πεύκα θα του κάνουν σκιά στον μεσημεριανό του ύπνο. Το χαμόγελο δεν μπορώ να το προβλέψω. Θα είναι όμορφο σίγουρα, αλλά θα σκίζει τον κόσμο στα δύο; Όχι, είπαμε, το παιδί θα το βγάλουν Μανώλη. Έτσι θα το φωνάζουν στο σπίτι, έτσι θα το φωνάζω κι εγώ όταν θα τρέχω από πίσω του για την τελευταία πιρουνιά κι όταν θα παίζουμε κρυφτό στα πάρκα και θα τραγουδάω το όνομα του και θα φοβάμαι λίγο μην εμφανιστεί. Και όταν θα βγαίνει απ την κρυψώνα θα ξανθαίνει λιγάκι καλπάζοντας και τα  μάτια του θα παίρνουν τη λάμψη του σκαραβαίου για λίγο και εγώ θα περιμένω να χαμογελάσει για να ξεψυχήσω και πάλι θα χάνω στο παιχνίδι.  Όταν θα έχει τη γιορτή του θα του λέω Χρόνια Πολλά Μανώλη, και θα κρατάω την ανάσα μου για λίγο και ύστερα θα τον φιλάω και θα τον κλείνω στην αγκαλιά μου γιατί θα είναι ο Μανώλης μας. Σε όλους και σε κανέναν δεν θα ανήκει. Όχι, είπαμε, το παιδί θα το βγάλουν Μανώλη. Θα είναι πάντα μαζί μας, θα μας αγαπάει, θα μας ακούει, δεν θα φεύγει από το τραπέζι πριν βγει το γλυκό, δεν θα βαριέται να ακούει τις ιστορίες μας, θα έρχεται μαζί μας για περπάτημα ο Θανάσης, θα χώνεται κάτω απο τα σκεπάσματα για μια αγκαλιά, θα μοιράζει φιλιά, θα μου λέει θεία πάμε βόλτα, θα μου χαιδεύει τα μαλλιά που και που, θα κρύβεται πίσω απ τα φουστάνια μου όταν φοβάται και θα με αφήνει να τον χορεύω με τις δικές μου μουσικές. Και όλα αυτά γιατί θα τον βγάλουν Μανώλη. Και στο σχολείο θα τον φωνάζουν Μανώλη. Μανώλη πες μάθημα, σκάσε ρε Μανώλη, ε μαλάκα Μανώλη η γκόμενα σε γουστάρει. Και κάποια μέρα που όλοι θα λείπουν, πριν μεγαλώσει πολύ και χάσω το παιχνίδι ξανά, θα του φτιάξω πηχτή σοκολάτα και θα του πω έλα κάτσε για λίγο δίπλα μου θέλω να σου μιλήσω. Εύχομαι εκείνη τη στιγμή μονάχα να μην μας ενοχλήσει κάποια δέσμη φωτός και πέσει στα μάτια του και τα χρωματίσει λάθος και χάσω τα λόγια μου που περίμενα χρόνια για να του πω. Άκουσε με θα του πω, τώρα είσαι ακόμα μικρός και σε λένε Μανώλη. Ίσως όμως μια μέρα σε φωνάξουνε Μάνο. Πρόσεξε. Εσύ τότε θα χτυπήσεις το πόδι κάτω και θα πεις κάνετε λάθος, εγώ είμαι ο Μανώλης. Δεν θα ήμουν ποτέ ένας Μάνος. Και κάπως έτσι όλα θα ξεκαθαρίσουν. Μου το υπόσχεσαι; Θα φιλήσεις σταυρό κι εγώ θα τον πιστέψω τον λόγο σου Μανώλη."


Σηκώθηκε ήρεμα, ευχαριστημένη με τον εαυτό της. Πλησίασε τον καθρέφτη και έστρωσε τα μαλλιά της, πρόσεξε μια ακόμα άσπρη τρίχα και δεν την έκρυψε, δε βαριέσαι είπε, έρχονται όμορφες μέρες. 

Τα μουρμουρητά είχαν σταματήσει, τα μπολ είχαν αδειάσει, μύριζε ήδη ο καφές. Δεν ήθελε να τους αναστατώσει ξανά. Πήρε το μισογεμάτο ποτήρι της και έκανε από μέσα της μια πρόποση. Στην υγειά του Μανώλη. 

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

καθρεφτίσματα


Σε κοιτάζω κλεφτά καθώς ντύνεσαι να φύγεις, σε λίγο θα κλείσω την πόρτα πίσω μας κι εσύ δεν θα έχεις κλειδιά για να επιστρέψεις. Σε κοιτάζω μετρημένα, πεταχτά, όχι αχόρταγα, αυτό είναι ένα δικαίωμα που δεν μου έχω δώσει. Ακόμα. Σε κοιτάζω καθώς μαζεύεις αφηρημένα τα μπλεγμένα σου ρούχα απ το πάτωμα, φοράς το πουκάμισο, ντύνεις τα ωραία σου χέρια σκέφτομαι, μαύρες κάλτσες, τις έβγαλες σκέφτομαι και χαμογελάω, ένα τζιν. Δεν καταγράφω τις κινήσεις σου, τα χρώματά σου, απλά ξεπατικώνω την φιγούρα σου για να περάσω ίσως αργότερα τις δικές μου γραμμές, τις δικές μου αποχρώσεις, όχι τις δανεικές, αυτές που σου χαρίζει η κίτρινη λάμπα που σε χρωματίζει πλάι στο κρεβάτι. Σε κοιτάζω μέσα απ τον καθρέφτη, καθώς περνάω το αιλάινερ στα μάτια, λεπτή γραμμή, δεν θέλω να προκαλέσω απόψε, απόψε είμαι ερωτευμένη. Απόψε θέλω να σου πω, άσε με να περάσω τα δάχτυλά μου από τα μαλλιά σου, άσε με να σου δώσω ένα φιλί που θα χαρτογραφήσει το πάχος των χειλιών σου, άσε τα χέρια μου να κάνουν μια βόλτα στους ώμους σου καθώς θα σου υγραίνω τον λοβό, έτσι, μόνο και μόνο για να κλείσεις τα μάτια. Άσε με να καταγράψω το χρώμα των ματιών σου. Σε κοιτάω κλεφτά, με την επιμονή ενός σκύλου που έχει ήδη φάει, δεν είσαι κάτι, δεν είμαι κάτι, ήπιαμε απλά ένα πρώτο ποτό και σε λίγο η πόρτα θα κλείσει, θα χωρίσουν οι δρόμοι μας δίχως φιλί, έτσι προστάζουν οι περιστάσεις αν και απόψε δεν τις ζύγισα καλά, κουμπώνω τη φούστα μου, βάζεις παπούτσια, μείνε λίγο ακόμα στον καθρέφτη, απόψε θα μπορούσα να σε ερωτευτώ.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

άνθρωποι σκουπίδια


Τι μας κάνει και Παίρνουμε τα λεωφορεία και τα τρένα της γραμμής και τα καράβια τα σαπισμένα και τα αεροπλάνα που τρίζουν και ταξιδεύουμε δεύτερη θέση και τρίτη και ας μας έβαζαν και στις αποσκευές αρκεί να φτάσουμε Και γινόμαστε χιλιόμετρα και όχι άνθρωποι είμαστε δρόμοι πια Και φορτωνόμαστε σακίδια σκισμένα ξεχειλωμένα όλη η ζωή κάτι ρολά ρούχα ασιδέρωτα και λέμε δεν έχουμε ανάγκη τα σιδερωμένα μοναχά να φτάσουμε και όλα τα άλλα θα είναι περιττά, νομίζουμε ο κόσμος στην άφιξη μας θα τελειώσει μ’ αυτός προχωράει κανονικά. Και φτάνουμε Και γυρνάμε σε πόλεις που δεν ξέρουμε, σε πόλεις που δε θέλουμε να μάθουμε, εμείς για δύο μάτια είμαστε εδώ αφήστε μας να ξεκουραστούμε επιτέλους Και κοιμόμαστε σε ξενοδοχεία φτηνά βρώμικα και περιμένουμε με τα μάτια ανοιχτά και την ανάσα κομμένη μέχρι η πόρτα να ανοίξει να μπει λίγο φως να γίνουμε και πάλι άνθρωποι Σε κάτι δωμάτια της Φρανκφούρτης που βρωμάνε θλίψη κι όμως μπαίνουμε, σε κάτι δωμάτια στενά με σκάλες στριφογυριστές του Αλικάντε που μυρίζουνε πατατας μπράβας απ τις γειτονιές και περιμένουμε μια Ισπανία που δεν έρχεται και τη μισούμε τη μισούμε, ξέρεις, πατάτες δεν θα ξαναφας, και κάτι διαδρομές μέσα στα πεύκα, περνάει η Επίδαυρος και οι αρχαίο θεοί κουνάνε το κεφάλι μοναχά με κατανόηση και θλίψη για την ιστορία που επαναλαμβάνεται, και κάτι μονοήμερες στην Πράγα για να δούμε την Άνοιξη μες στο χειμώνα και κάτι κύματα που αφήνουμε να μας βρέξουν σε καταστρώματα πορτοκαλί και σκουριασμένα, Αιγαίο πέλαγος Αθήνα Πάτρα το ίδιο και το αυτό Και επιστρέφουμε Εξουθενωμένοι Στο τίποτα Χυνόμαστε σε κρεβάτια άδεια διπλά, Κι ούτε που ξέρουμε που είμαστε, Μόνο να κοιμηθούμε θέλουμε, τώρα αμέσως Μα ο ύπνος δεν έρχεται να μας λυτρώσει, Και σέρνουμε το χάρτινο μας σώμα στους βουβούς διαδρόμους, και επιστρέφουμε εξουθενωμένοι στο τίποτα καθώς απ το σακίδιο το σκισμένο ξερνάνε κομματάκια εισητήρια από τα τρένα και τα λεωφορεία και τα αεροπλανα λοου κοστ, και τώρα πια δεν είμαστε ούτε χιλιόμετρα, εισιτήρια γινόμαστε τώρα, όλη η ζωή μας ένα απόκομμα με ξεβαμμένους προορισμούς, εκατοντάδες από δαύτα Και τα φυλάμε ευλαβικά Μέσα σε κουτάκια ξύλινα, ντοσιέ πλαστικά βιβλία συρτάρια αρωματισμένα μολυβοθήκες τσίγκινες σε πίνακες από φελλό ανακοινώσεων τα καρφιτσώνουμε σε πορτοφόλια ξεφτισμένα άδεια. Κάνουμε την καρδιά μας μια απόδειξη, κάνουμε την καρδιά μας κομματάκια Που άλλοι πετάνε Σε κάδους πλαστικούς και κάποιες φορές, ίσως, πάνω στα ίδια τα χιλιόμετρα που εμείς για αυτούς πατήσαμε, αφήνουν να πατήσουν τα αποκόμματα μας ρόδες καυτές να γίνουν ένα με την άσφαλτο, Ναι, τα πετάνε, Δεν τα φυλάνε δεν έχουνε αυτοί κουτάκια ξύλινα δεν έχουν άδεια πορτοφόλια δεν έχουν τσίγκινες μολυβοθήκες δεν έχουν δεν έχουν δεν έχουν καρδιά.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

70 τις εκατό

Στα καράβια στοιβαγμένοι,
σε πλαστικές καρέκλες πάνω,
σε σωσίβιες λέμβους δίπλα,
όλοι σε καταστρώματα,
μπλε του σκουριασμένου,
κολλάμε αλμύρα και
κάπως καλύτερα σα να αναπνέουμε.

Στα καράβια ζαλισμένοι,
με καπέλα ψάθινα ξεφτισμένα,
σαγιονάρες με άμμο ασημένια των ονείρων η σκόνη,
φούστες που ο αέρας ανταλάσσει με αναστεναγμούς,
φιλιά της προσμονής,
όλο το βιός ενός καλοκαιριού,
τα κύματα μετράμε μαγεμένοι
κι οι γλάροι μας παραβγαίνου,
παίρνουν κι αυτοί ονόματα για λίγο,
Αχαιός, Ζέφυρος, Νεφέλη,
κι ύστερα ανοίγουν τα φτερά και στο Αιγαίο ξεχύνονται γελώντας.

Στις αμμουδιές παραδωμένοι,
απλώνουμε πετσέτες που μυρίζουν σπίτι και κάνουμε έρωτα στα απέραντα γαλάζια,
μεθάμε με ήλιο κι αλκοόλ και απο τα βράχια επάνω που σαν βασιλιάδες στεκόμαστε πηδάμε
για να κάνουμε μια τρύπα στο άπειρο μπλε,
μήπως και μείνει ο απόηχος στους χτύπους της καρδιάς μας.
Θάλασσα τρώμε, θάλασσα πίνουμε,
αλάτι μυρίζουμε γλύφουμε φτύνουμε,
γινόμαστε ότι είμαστε νερό νερό νερό.
Κι όταν το βράδυ πέσει
χορταίνουμε με γρύλους και αγάπη,
με ιδρώτα και αστέρια, ένα σεντόνι απο δαύτα.
και τους κρυβόμαστε στα σοκάκια,
και μας ξετρυπώνει το φεγγάρι,
και εμπρός του τις αμαρτίες μας απλώνουμε να τις ξεπλύνει με το φως του,
κι αποκοιμιόμαστε σε αγκαλιές ξασπρισμένες και ανάλαφρες.

Στα καράβια φουρτουνιασμένοι,
ούτε κι εμείς ξέρουμε
που πάμε
γιατί γυρνάμε,
καρφώνουμε υπνόσακους σε βρεγμένα πατώματα,
κι οργισμένοι υψώνουμε τις γροθιές μας στους γλάρους.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

σκόνη

Καθώς κι εγώ κι εσύ σκόνη είμαστε μοναχά,
Και μάλιστα όχι αστρική,
Καθώς σκορπίζουμε σε όσους ανέμους φυσήξουν προς το μέρος μας,
Κι αφού λάσπη γινόμαστε με το νερό που εντός μας τρικυμεύει,
Ασε με,
Πάτα σε άλλο χώμα,
Και μην πιστέψεις οτι η δική μου σκόνη δεν είναι κινούμενη.
Καθώς όλοι θνητοί είμαστε έτσι κι αλλιώς, 
Και για τι ήρθαμε στη γη δεν παύουμε να κυνηγάμε,
Άσε με,
Με τη ζωή σου μη με ξεδιψάς,
Κι εγώ κι εσύ στεγνοί, 
Κι εγώ κι εσύ θνητοί. 
Κι εγώ κι εσύ χώρια θα αφήσουμε τις σκόνες να μας ταξιδέψουν μέχρι το θάνατο.

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

σιωπής εγκώμιον

Και μένω στη σιωπή,
χωνομαι βαθιά μέσα της,
και ούτε που θέλω να ξεφύγω,
ούτε που νοιάζομαι αν περιφέρεται το βράδυ όλο γύρω μας και μας τυλίγει.
Γιατί είσαι πλάι μου εσυ,
είσαι εσύ που την καλείς
κι εσύ που κάνεις το σώμα μου ένα σκιρτήμα εκκωφαντικό. 

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

ένας καφές

Έχω ένα ποίημα στο μυαλό μου καρφωμένο μήνες τώρα.
Εκείνο για τον καφέ τον πρωινό,
τον καφέ που πίνουν οι περαστικοί κάθε πρωί,
σε πλαστικό,
σε χάρτινο,
τον καφέ που θα έπιναν σπίτι τους υπο συνθήκες κανονικές,
μα δεν προφταίνουν,
δεν προλαβαίνουν
να μοιραστούν έναν καφέ,
ένα φιλί,
κι αυτό βιαστικό,
σαν τον καφέ,
είτε πικρό είτε γλυκό με βιάση το σερβίρουν,
Τους βλέπω και αναρωτιέμαι,
όλοι εσείς γιατί δεν χαραμίζετε μισή ώρα ύπνου για να μοιραστείτε έναν καφέ;
Έχω ένα ποίημα στο μυαλό μου για τον καφέ που δεν μοιράζεται,
και αντί για ζάχαρη αλμύρα βάζω,
και λέω λέω λέω,
κι εσύ μου λές,
ένας καφές είναι,
ένας καφές.
Και λέω δίκιο έχεις,
δίκιο που ήρθες,
δίκιο που αδιάφορα μου είπες,
ένας καφές είναι,
ένας καφές.

Και στάσου τώρα να μοιραστούμε ένα φιλί.

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

λάδι στη φωτιά

Είναι αστεία η ζωή όπως τα φέρνει.
Είναι αστείο που ότι κι αν είπες έρχεται η ώρα να το ξεπεις.
Είναι αστείο,
μα δε γελάω,
ανατριχιάζω μοναχά,
που όταν το χέρι σου το χέρι μου κρατά νιώθω να καίγομαι ξανά όπως παλιά.