Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

70 τις εκατό

Στα καράβια στοιβαγμένοι,
σε πλαστικές καρέκλες πάνω,
σε σωσίβιες λέμβους δίπλα,
όλοι σε καταστρώματα,
μπλε του σκουριασμένου,
κολλάμε αλμύρα και
κάπως καλύτερα σα να αναπνέουμε.

Στα καράβια ζαλισμένοι,
με καπέλα ψάθινα ξεφτισμένα,
σαγιονάρες με άμμο ασημένια των ονείρων η σκόνη,
φούστες που ο αέρας ανταλάσσει με αναστεναγμούς,
φιλιά της προσμονής,
όλο το βιός ενός καλοκαιριού,
τα κύματα μετράμε μαγεμένοι
κι οι γλάροι μας παραβγαίνου,
παίρνουν κι αυτοί ονόματα για λίγο,
Αχαιός, Ζέφυρος, Νεφέλη,
κι ύστερα ανοίγουν τα φτερά και στο Αιγαίο ξεχύνονται γελώντας.

Στις αμμουδιές παραδωμένοι,
απλώνουμε πετσέτες που μυρίζουν σπίτι και κάνουμε έρωτα στα απέραντα γαλάζια,
μεθάμε με ήλιο κι αλκοόλ και απο τα βράχια επάνω που σαν βασιλιάδες στεκόμαστε πηδάμε
για να κάνουμε μια τρύπα στο άπειρο μπλε,
μήπως και μείνει ο απόηχος στους χτύπους της καρδιάς μας.
Θάλασσα τρώμε, θάλασσα πίνουμε,
αλάτι μυρίζουμε γλύφουμε φτύνουμε,
γινόμαστε ότι είμαστε νερό νερό νερό.
Κι όταν το βράδυ πέσει
χορταίνουμε με γρύλους και αγάπη,
με ιδρώτα και αστέρια, ένα σεντόνι απο δαύτα.
και τους κρυβόμαστε στα σοκάκια,
και μας ξετρυπώνει το φεγγάρι,
και εμπρός του τις αμαρτίες μας απλώνουμε να τις ξεπλύνει με το φως του,
κι αποκοιμιόμαστε σε αγκαλιές ξασπρισμένες και ανάλαφρες.

Στα καράβια φουρτουνιασμένοι,
ούτε κι εμείς ξέρουμε
που πάμε
γιατί γυρνάμε,
καρφώνουμε υπνόσακους σε βρεγμένα πατώματα,
κι οργισμένοι υψώνουμε τις γροθιές μας στους γλάρους.

1 σχόλιο:

arthony είπε...

Πολύ συγκινητικό και όμορφο. Καλή συνέχεια...