Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

μια κάποια νίκη

Η Νίκη ήταν δική του.

Την είχε κυνηγήσει στ' αλήθεια τόσο πολύ. Η Νίκη με τα ατίθασα μαύρα μαλλιά και το καρό φουστάνι, κάτι παραπάνω από είκοσι Μαίων. Μωβ κυκλάμινα για τη Νίκη, τ' αγαπημένα της, κομψά και διάφανα όπως κι αυτή. Ντουζίνες από δαύτα. Τηλέφωνα υπεραστικά για τη Νίκη, χιλιόμετρα, δάκρυα, δώρα, φιλιά για να ζεστάνουν την ψυχή της Νίκης, απ την ελιά στο δεξί της μάγουλα ως τα κόκκινα νύχια της, όλα για την διάφανη Νίκη.

Την γνώρισε Νοέμβρη, με τα μεγάλα κρύα, τη φίλησε με τα πρώτα τζιτζίκια, λίγο προτού αδειάσει η τσέπη του και η καρδιά του. Κάθε που έβλεπε κυκλάμινα χαμογελούσε και τους έκλεινε το μάτι. Η Νίκη ήταν δική του.

Τώρα η διάφανη Νίκη μάζευε τα τελευταία πιάτα από το τραπέζι με βιασύνη.  Δεν είχε δουλειές, βιαζόταν μόνο να τινάξει τα ψίχουλα από το τραπεζομάντηλο, να βγάλει από πάνω της αυτή την συνθετική μπλούζα που μύριζε τηγάνι και να ξαπλώσει. Στάθηκε για μια στιγμή να στεγνώσει το μέτωπό της με την ανάστροφη της παλάμης της. Την κοίταξε και άνοιξε την τηλεόραση, οι κινήσεις της είχαν σταματήσει από καιρό να του φαίνονται κινηματογραφικές. Πήγε να την ρωτήσει γιατί αφήνει τα μαλλιά της να γκριζάρουν αλλά απλά άλλαξε κανάλι. Αύριο πρέπει να σηκωθώ νωρίς, σκέφτηκε, έχει λαϊκή. Να πάρω πορτοκάλια σκέφτηκε και κάνα ψάρι. Και μερικά τριαντάφυλλα άμα το θυμηθώ.


Η Νίκη ήταν δική του.