Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

70 τις εκατό

Στα καράβια στοιβαγμένοι,
σε πλαστικές καρέκλες πάνω,
σε σωσίβιες λέμβους δίπλα,
όλοι σε καταστρώματα,
μπλε του σκουριασμένου,
κολλάμε αλμύρα και
κάπως καλύτερα σα να αναπνέουμε.

Στα καράβια ζαλισμένοι,
με καπέλα ψάθινα ξεφτισμένα,
σαγιονάρες με άμμο ασημένια των ονείρων η σκόνη,
φούστες που ο αέρας ανταλάσσει με αναστεναγμούς,
φιλιά της προσμονής,
όλο το βιός ενός καλοκαιριού,
τα κύματα μετράμε μαγεμένοι
κι οι γλάροι μας παραβγαίνου,
παίρνουν κι αυτοί ονόματα για λίγο,
Αχαιός, Ζέφυρος, Νεφέλη,
κι ύστερα ανοίγουν τα φτερά και στο Αιγαίο ξεχύνονται γελώντας.

Στις αμμουδιές παραδωμένοι,
απλώνουμε πετσέτες που μυρίζουν σπίτι και κάνουμε έρωτα στα απέραντα γαλάζια,
μεθάμε με ήλιο κι αλκοόλ και απο τα βράχια επάνω που σαν βασιλιάδες στεκόμαστε πηδάμε
για να κάνουμε μια τρύπα στο άπειρο μπλε,
μήπως και μείνει ο απόηχος στους χτύπους της καρδιάς μας.
Θάλασσα τρώμε, θάλασσα πίνουμε,
αλάτι μυρίζουμε γλύφουμε φτύνουμε,
γινόμαστε ότι είμαστε νερό νερό νερό.
Κι όταν το βράδυ πέσει
χορταίνουμε με γρύλους και αγάπη,
με ιδρώτα και αστέρια, ένα σεντόνι απο δαύτα.
και τους κρυβόμαστε στα σοκάκια,
και μας ξετρυπώνει το φεγγάρι,
και εμπρός του τις αμαρτίες μας απλώνουμε να τις ξεπλύνει με το φως του,
κι αποκοιμιόμαστε σε αγκαλιές ξασπρισμένες και ανάλαφρες.

Στα καράβια φουρτουνιασμένοι,
ούτε κι εμείς ξέρουμε
που πάμε
γιατί γυρνάμε,
καρφώνουμε υπνόσακους σε βρεγμένα πατώματα,
κι οργισμένοι υψώνουμε τις γροθιές μας στους γλάρους.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

σκόνη

Καθώς κι εγώ κι εσύ σκόνη είμαστε μοναχά,
Και μάλιστα όχι αστρική,
Καθώς σκορπίζουμε σε όσους ανέμους φυσήξουν προς το μέρος μας,
Κι αφού λάσπη γινόμαστε με το νερό που εντός μας τρικυμεύει,
Ασε με,
Πάτα σε άλλο χώμα,
Και μην πιστέψεις οτι η δική μου σκόνη δεν είναι κινούμενη.
Καθώς όλοι θνητοί είμαστε έτσι κι αλλιώς, 
Και για τι ήρθαμε στη γη δεν παύουμε να κυνηγάμε,
Άσε με,
Με τη ζωή σου μη με ξεδιψάς,
Κι εγώ κι εσύ στεγνοί, 
Κι εγώ κι εσύ θνητοί. 
Κι εγώ κι εσύ χώρια θα αφήσουμε τις σκόνες να μας ταξιδέψουν μέχρι το θάνατο.

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

σιωπής εγκώμιον

Και μένω στη σιωπή,
χωνομαι βαθιά μέσα της,
και ούτε που θέλω να ξεφύγω,
ούτε που νοιάζομαι αν περιφέρεται το βράδυ όλο γύρω μας και μας τυλίγει.
Γιατί είσαι πλάι μου εσυ,
είσαι εσύ που την καλείς
κι εσύ που κάνεις το σώμα μου ένα σκιρτήμα εκκωφαντικό. 

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

ένας καφές

Έχω ένα ποίημα στο μυαλό μου καρφωμένο μήνες τώρα.
Εκείνο για τον καφέ τον πρωινό,
τον καφέ που πίνουν οι περαστικοί κάθε πρωί,
σε πλαστικό,
σε χάρτινο,
τον καφέ που θα έπιναν σπίτι τους υπο συνθήκες κανονικές,
μα δεν προφταίνουν,
δεν προλαβαίνουν
να μοιραστούν έναν καφέ,
ένα φιλί,
κι αυτό βιαστικό,
σαν τον καφέ,
είτε πικρό είτε γλυκό με βιάση το σερβίρουν,
Τους βλέπω και αναρωτιέμαι,
όλοι εσείς γιατί δεν χαραμίζετε μισή ώρα ύπνου για να μοιραστείτε έναν καφέ;
Έχω ένα ποίημα στο μυαλό μου για τον καφέ που δεν μοιράζεται,
και αντί για ζάχαρη αλμύρα βάζω,
και λέω λέω λέω,
κι εσύ μου λές,
ένας καφές είναι,
ένας καφές.
Και λέω δίκιο έχεις,
δίκιο που ήρθες,
δίκιο που αδιάφορα μου είπες,
ένας καφές είναι,
ένας καφές.

Και στάσου τώρα να μοιραστούμε ένα φιλί.

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

λάδι στη φωτιά

Είναι αστεία η ζωή όπως τα φέρνει.
Είναι αστείο που ότι κι αν είπες έρχεται η ώρα να το ξεπεις.
Είναι αστείο,
μα δε γελάω,
ανατριχιάζω μοναχά,
που όταν το χέρι σου το χέρι μου κρατά νιώθω να καίγομαι ξανά όπως παλιά.

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

φώτα σβηστά

Της παίρνει ασημικά, πορσελάνες, φορέματα. Τη βλέπει να σκουπίζει τα χέρια στην ποδιά μηχανικά πριν πάει λίγο να ξαπλώσει. Οι μπάλες στο δέντρο ίδιες εδώ και χρόνια. Τα λαμπάκια κι αυτά αναβοσβήνουν μηχανικά. Την κοιτάζει φευγαλέα ενώ μιλάει στο τηλέφωνο, στο σαλόνι τα δώρα του έχουν γίνει διάφανα, μια ζωή χτισμένη στην αφάνεια. Της χαρίζει κοσμήματα που αστράφτουν, ανοίγει το κουτάκι και τα μάτια της σβήνουν. Η ψυχή της πετάει, κάθε χρόνο ανακατεύεται λίγο ακόμα με τις στάχτες στο τζάκι.Ο κόσμος που μπαίνει ξεχωρίζει μόνο φώτα. Χαρτιά και φτηνά πούρα και λίγη σαμπάνια παραπάνω και ξαφνικά φιγούρες που πας να πιάσεις και σβήνουν, γλιστράνε στο χρόνο και σβήνεις κι εσύ με έναν καημό σα φανάρι στην καταιγίδα. Το κρίμα του λίγο, το βάρος του πρέπει, κραγιόν που ποτέ δεν θα φύγουν. Το σπίτι στα κόκκινα, τα χέρια στο βούρκο, κανένας δεν πρόλαβε να σβήσει τον κόσμο να κάνει μια παύση να πάρει μια ανάσα να χύσει ένα δάκρυ, να πει όχι άλλο, να φύγει να φύγει να φύγει, να σβήσει. 

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

μια αρχή

Αρχίζω και τις αγαπώ αυτές τις βραδιές.
Τις βραδιές που ξαπλωμένοι κοιταζόμαστε, κρυβόμαστε στα σκεπάσματα μέσα, κρυβόμαστε ο ένας απο τα μάτια του άλλου και βρισκόμαστε στα χέρια, στις ανάσες, στα γέλια.
Αρχίζω και τις αγαπώ τις βραδιές που κάτι σαν να θέλουν να μου πουν τα μάτια σου μα δεν μπορώ να το πιάσω, χάνεται, ξεγλιστράει στους δείκτες του ρολογιού, μπλέκεται στα παπλώματα, στα κρύα πόδια, στο λίγο κρασί, στο πολύ φως.
Αρχίζω και τις αγαπώ αυτές τις βραδιές που τίποτα άλλο δεν θυμίζουν.
Τίποτα παλιό.
Τίποτα μελλοντικό.
Μόνο ένα τώρα ζεστό, διστακτικό, μα τώρα, το δίχως άλλο.
Αρχίζω και τις αγαπώ τις βραδιές αυτές που τελικά με σφίγγεις, κάθε φορά και πιο πολύ, λίγο λίγο σιγά σιγά, κάθε φορά το άγγιγμα σου και πιο αληθινό. Όχι πολύ. Κάθε φορά και απο λίγο.
Αρχίζω και τις αγαπώ τις βραδιές αυτές που τελικά ξημερώνουν με χαμόγελο, κάθε φορά είμαι και λίγο πιο σίγουρη γι αυτό.
Μόνο γι αυτό. Όχι για σένα. Μα έτσι γίνεται.
Αρχίζω να τις αγαπώ αυτές τις βραδιές.
Αρχίζω και θυμάμαι πως γίνεται.

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

οξυγόνο


Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

υγρασία εκτός

Και τι δεν έκανα να σε ξεχάσω
και τι δεν είπα.
Και τι δεν σου είπα,
που κιόλας ξέχασα να ξεχωρίζω το ψέμα απ την αλήθεια.

Και τι δεν έκρυψα,
κάτω απο ματοτσίνορα βρεγμένα,
κάτω απο σεντόνια τσαλακωμένα,
δάκρυα κι αναστεναγμοί και ηδονές, ναι, ηδονές, τι νόμιζες.

Κι όμως το σώμα σαν πλαγιάσει,
κι απ' τις φουρτούνες της ημέρας όταν κάπως καταλαγιάσει,
κι έρθει και γίνει ένα με τον κουρασμένο νου,
τότε συμμορφώνομαι με τους νόμους καi τους χτύπους της καρδιάς και πόσο λυπάμαι,
που δε μου φιλάς εσύ τα μάτια να μην κλαίω,
που δεν τσαλακώνεις εσύ τα κουρασμένα μου σεντόνια,
και πως,
αχ, πως
τα βράδια περνούν δύο τα ξημερώματα στεγνά και άδεια,
με ένα αεράκι μόνο να με ακουμπά σαν στοργικά,
κι εγώ να ιδρώνω τα σεντόνια πάλι και πάλι και τ όνομά σου να μην ξεχνώ.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

φτάνει

Με φιλάς με μάτια κλειστά,
μου κάνεις έρωτα με μάτια ανοιχτά,
και στα μάτια σου εγώ διαβάζω "πρόβλημα".

Δεν πειράζει.

Ζεσταίνομαι.

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

τουκανος

Περνάς τα σύννεφα με τα μάτια κλειστά και μουσική στα αυτιά.
Άραγε τι μουσική να ακους;
Σ' ένα στενό κάθισμα προσπαθείς να βολέψεις τα πόδια σου, νούμερο 46 πολύ μεγάλο για εκονομι, και παραγγέλνεις ρούμι στην αεροσυνοδό. 
Ξαπλώνεις το κάθισμα, είσαι νομίζω απο αυτούς, και κλείνεις τα μάτια και κοιμάσαι. Και δεν σε νοιάζει να ξυπνήσεις γιατί στο πρωινό έχει γιαούρτι κι εσύ αυτό δεν το θες. 
Με ένα πολύχρωμο πουκάμισο με τσέπη στην καρδιά, σαν να μπήκες σε λάθος πτήση, σαν εξωτικό πουλί σε κλουβί, αλλά και πάλι δεν σε νοιάζει. Δεν σε νοιάζει αν σε κοιτάνε, δεν σε νοιάζει που μπήκες σε λάθος πτήση, δεν σε νοιάζει το εδώ και το τώρα που δεν είναι σωστό.
Δεν ξέρω τι σε νοιάζει. 
Πλέκω εικόνες δανικές για να μην στις ζητήσω.
Αλλά δεν ξέρω τι σε νοιάζει. 
Χαζεύεις τα σύννεφα; Φοβάσαι τις αναταράξεις; Σκέφτεσαι τι ώρα να είναι τώρα στην Πλάκα;
Δεν ξέρω τι σε νοιάζει. Το μόνο που ξέρω είναι οτι σου αρέσει η ανατολή. 
Και ίσως μια μέρα που ο ήλιος θα φτάνει στο τέρμα, ίσως και να μου πεις τι σε νοιάζει.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

νωρις

Kαι ύστερα μαθαίνεις.
Μαθαίνεις αργά,
σκληρός τρόπος το αργά γενικώς,
αλλά να, όλα τα ωραία και τα άσχημα αργά πατάνε πάνω σου κι αφήνουνε σημάδια.
Μαθαίνεις λοιπόν.
Μαθαίνεις να θωρακίζεσαι, να κλείνεσαι, να μην πιστεύεις,
κι ασε να σου λένε το μεγαλύτερο ψέμα, ποτέ μην το πιστέψεις,
ποτέ,
πάντα κάποιος θα σε αγαπήσει παραπάνω.
Αλλά κι αυτό,
να,
ψέμα είναι.
Η αλήθεια που πάντα αργεί είναι οτι αγάπη δεν υπάρχει.
Ένα τσακ είναι, δεν υπάρχει.
Θα μάθεις.
Πάντα μαθαίνεις.
Και πάντα,
πάντα,
πάντα,
στον έρωτα ξεχνάς όλα όσα τόσο άργησες να μάθεις.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

λευκές νύχτες

Τις νύχτες που φεύγεις,
και η πόρτα πια δυο μάτια αντανακλά σβησμένα μόνο,
κοίτα να μου γελάς.
Να μου γελάς καθώς την πλάτη μου γυρνάς, 
και να αφήνεις μοναχά τα μάτια σου να μου μιλάνε,
γιατί απο λόγια δεν τα πας καλά κι αφήνεις την ψυχή μου διψασμένη.

Κι αν ήθελα μια νύχτα επάνω στην καρδιά σου να αποκοιμηθω,
το παίρνω πίσω,
και κάνε εσύ τις νύχτες σου και την καρδιά σου ότι νομίζεις,
μπορείς να τα ξοδέψεις όπου θες,
εγω να μου χαμογελάς ζητάω,
και πάνω στο χαμόγελό σου ακουμπάω όλες τις νύχτες, όλες τις μέρες, όλους τους αναστεναγμούς κι όλο μου το κορμί που τρέμει στο άγγιγμά σου, στα αποθέτω.
Κι ύστερα πάρ'τα και πέτα τα κι αυτά,
ανόητη ζωή έτσι κι αλλιώς και τι να λέμε.

(μα οτι και να λες ο τρόπος που φιλάς είναι αγάπη)

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

φυσικα φαινομενα

Όταν σε είδα,
αχ οταν σε είδα,
δεν έχω τι άλλο να πω.
Σα να βουβάθηκε η πλάση απο τ'ανείπωτα
και σα να έκλεισε τα μάτια στιγμιαία, να μας αφήσει μοναχούς για λίγο μόνο.
Και όταν σ αγκάλιασα,
ε τότε ήρθαν όλα τα κομμάτια και μπήκαν στη θέση τους.
Βουβάθηκα κι εγώ και σίγησα,
και είπα,
τώρα, τώρα,
ας βάλουμε φωτιά και ας καούμε.
Τώρα.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

συστολή

Παράξενο πως
τα χρώματα αλλάζουνε της μέρας,
ανάλογα με τη διαστολή της κόρης των ματιών.
Σήμερα γκρι,
χθες κιόλας κίτρινο φανταχτερό,
κι ας ήταν γκρι οι ουρανοί ολούθε,
το ίδιο γκρι πως γίνεται και μπλε του ουρανού και μαύρο,
και κόκκινο,
σπανίως βέβαια,
σπανίως,
εκεί που η κόρη κοντεύει να εκραγεί,
ανάλογα πάντα,
ανάλογα,
παράξενο πως.
Παράξενο πως,
οι μέρες παίρνουν αποχρώσεις,
σαν απο μόνες τους θαρρεις,
και σε βουτάνε σε καμβάδες πνιγηρούς,
τα χρώματά τους λιώνουν γύρω σου κι εσύ,
εσύ γλιστράς,
εσύ πινέλο δεν κρατάς,
εσύ τα μάτια μισάνοιχτα κρατάς,
εσύ το λίγο διάφανο της ψυχής γυρεύεις,
που θα δεχτεί
το γκρι να γίνει άσπρο.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

μπραιγ

Κι όπως τα χέρια σου δειλά αγγίζω,
βεβαίως ένα τη φορά,
δεν ξέρω τι να περιμένω πια.
Ποιό περιστέρι θα φτερουγίσει κατα που,
ποιός μύθος στις φλέβες σου απάνω
θα ρθει να ξαποστάσει,
ποιό ρίγος θα αναστηθεί ετούτη τη φορά,
λες και κουμπιά πατάω,
λες και σε μπραιγ σου μιλάω,
να κοίτα,
εδώ σ' αγαπώ, εδώ σε θέλω, εδώ δεν ξέρω.
Όταν τα χέρια σου κλειδώνουν στα δικά μου,
δεν ξέρω πια
ο ανθρώπος τι είναι,
γιατί ζει,
γιατί ξυπνάει,
αν όχι για να ανατριχιάζει.
Αν όχι για να περιμένει. 

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

έλβις

Αγάπη σαν τον Έλβις,
αγάπη βασιλιάς,
κάποιοι πιστεύουν ακόμα οτι ζεις
κι ας μη σε βλέπουν,
αγάπη σαν τον Έλβις,
δίχως θωριά και δίχως όψη
προκαλείς αναστεναγμούς
και ένα λίγωμα στο στόμα,
αγάπη άφαντη παρούσα πανταχού.

Σε είδα κάποτε,
σε έζησα,
με χόρεψες κι εμένα κάποια φεγγάρια,
φόραγες μαύρα,
φόραγες άσπρα,
άλλες φορές αγάπη γυμνή,
διοπτροφόρος,
μυωπική,
με στέμμα πάντα,
ροκ,
κλασσική.
Κι ύστερα σ' έχασα.
Και σε είδα ξανά.
Με άλλα ρούχα, άλλα μαλλιά, άλλες συνήθειες,
ήρθα σ' αγκάλιασα,
σου είπα, ναι, πάντα το ήξερα οτι ζεις.

Κι απο τότε σε χάνω και σε βρίσκω,
κλείνω τα μάτια και σε νοσταλγώ,
ξέρω πώς είσαι παρά τα κοστούμια,
και πάντα ξέρω,
σαν βασιλιάς σωστός,
σαν Έλβις,
ξέρω, ξερω, ξέρω πως ζεις.

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

θαυμα

Γιατί με βάζετε να ορκιστώ,
γιατί
να απαντήσω,
να πιστέψω,
να πιστέψω στην αγάπη;
Γιατί να πιστέψω
σε κάτι
που δεν χρειάζεται να πιστεύω,
κάτι τόσο αόριστο, κάτι περαστικό,
γιατί μου λέτε πως
η αγάπη δεν ειναι
συναίσθημα,
θεός είναι.
Πίστεψε.
Και τι θα βγει άμα πιστέψω,
άραγε θα με κρατάει ζωντανή τις ώρες που αυτή με μαεστρία εξαφανίζεται;
Αγάπη.
Η αγάπη δεν υπάρχει, δεν γίνεται να την πιστέψεις,
η αγάπη είναι απλά μια σκόνη ένα σύννεφο ένα συναίσθημα,
υπάρχει και δεν υπάρχει,
το νιώθεις και δεν το νιώθεις,
δεν είναι πάντα εκεί,
περαστική είναι η αγάπη,
μέσα στις όμορφες τις άχαρες ημέρες που περνούν.
Τη χάνεις και τη βρίσκεις,
μέσα σε μπαρ, κρασιά ρουμπίνια, χαμόγελα και λέξεις,
μέσα σε κύμματα και ηλιαχτίδες αναπάντεχες,
και μέσα στις πιο σκονισμένες χαραμάδες του νου.
Εκεί κι αλλού.
Μην πιστέψεις ποτέ στην αγάπη σου λέω,
δέξου μονάχα οτι είσαι ικανός να αγαπήσεις και να αγαπηθείς.

(υπέροχο πράγμα που γίνεται η αγάπη όταν δεν την βιάζεις να σου φανερωθεί σαν θαύμα)

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

σαχαρα

Θα γίνω σιγά σιγά σαν αυτούς που
χάθηκαν,
που,
εξατμίστηκαν,
που,
ο μύθος λέει κάτι γι΄αυτούς.
Όχι για το μύθο,
ποτέ,
μόνο για την ψυχή.
Θα φύγω την ώρα που ο ήλιος θα πέφτει,
την ώρα εκείνη που κάθε γωνιά της γης αυτής
τυλίγεται με ένα πέπλο μυστηρίου για λίγα δευτερόλεπτα
και σταματάς να ανασαίνεις,
θα φύγω με βήμα αργό,
με χαμόγελο σταθερό,
και δεν θα ξαναγυρίσω.
Θα φύγω με την αιμόφυρτη ψυχή μου στα χέρια,
και θα ψάξω ίαση σε καυτές ερήμους,
σε σκηνές πολύχρωμες βρώμικες,
σε αστέρια σαν φανάρια φωτεινά,
και σε αέρηδες που σκόνη σηκώνουν.
Θα την γιατρεύω την ψυχή μου λίγο λίγο,
με τσάι και φύλλα μέντας,
θα την τυλίγω με άσπρα κουρέλια λινά και θα της λέω,
ξεκουράσου.
Ο μύθος θα λέει
πως
με είδανε σε ερήμους να σέρνω την ψυχή μου με το ένα χέρι,
με τ' άλλο ένα ξύλο να κρατώ,
για να γράφω τις φωνές του μυαλού μου στην άμμο.
Στο Κάιρο να πίνω σαμπάνια σε μέρη σκοτεινά,
να μου γεμίζουν το ποτήρι ξανά και ξανά
άνθρωποι με τουρμπάνια και πλάτες ευθείες,
κι εγώ να γελώ να γελώ να γελώ,
η ψυχή μου στο κάθισμα πλαι να κοιμάται ήσυχη,
κι εγώ να μιλώ να μιλώ να μιλώ,
θα λένε,
άγνωστος ήτανε,
μα την διασκέδαζε φαίνεται.
Σ' έναν πύργο ψηλό,
κουλουριασμένη,
του μουεζίνη το λυγμό να αφήνω να μου κάνει κόμπο την ψυχή.
Ο μύθος θα λέει,
άλλαξε γλώσσα,
άλλαξε μάτια,
δεν ξέρουμε πια και που πήγε,
μόνο που και που
έναν ψίθυρο κουβαλάει μαζί του ο αέρας που τις ερήμους σηκώνει.
Εδώ κι εκεί,
χαμένη,
εξαυλωμένη,
εγώ και η ψυχή μου η μπλεγμένη,
και κανείς ποτέ δεν θα μας ξαναδεί.

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

οτι απεμεινε

Και ότι απέμεινε
ήταν αυτό που ήταν απ την αρχη.
Λίγο κρύο εταιροχρονισμένο,
και κάτι κούκλες στις βιτρίνες στολισμένες με τα καλά τους,
ετοιμες για μοναχικά ρεβεγιόν,
κόκκινο και στρας και χρυσό.
Κεφάλια σκυφτά γιατί πάλι
τα ίδια θα φέρει ο νέος χρόνος τελικά,
το ίδιο ζυγίζει.
Ένα φλουρί που ποτέ δε σου πέφτει,
στο πάτωμα ζάχαρη άχνη,
και δώρα ακόμα στις σακούλες,
τυλιγμένα με αναστεναγμούς γιατί κανείς δε μας ξέρει.
Σαμπάνια φτηνή,
αγάπη λειψή,
χρυσόσκονη λίγη.
Φαγητά λίγο άνοστα φαγητά λίγο ωραία,
προσδοκίες με θάμπωμα,
προσδοκίες με θέα.
Λίγο χιόνι στην τηλεόραση,
λίγα λόγια να πεις γιατί πρέπει,
αγκαλιές που δεν πήραμε
και φιλιά που δε δώσαμε,
και η ζωή σε τροχιά ακανόνιστη, την αφήνεις για λίγο να τρέχει.
Μέτρα τις μέρες,
σε ένα χρόνο παρα κάτι πάλι καλή χρονιά να έχουμε θα λέμε.  

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

ποθοι

Τώρα,
που λένε χιόνι θα μας σκεπάσει,
τώρα που νέκρα εντός μου κυριαρχεί,
τώρα σε θέλω πιο πολύ,
αν μη τι άλλο.
Τώρα που,
δεν ξέρω τι θέλω,
εσένα θέλω,
να έρθεις να μου  πεις,
ξέρω εγώ.
Θέλω
για όσα δεν μπορώ να πω να μου μιλήσεις,
να πιάσεις χώμα να το κάνεις πηλό να με αλείψεις να με φτιάξεις απ την αρχή μέχρι το τέλος
τέλος να μου πεις εως εδώ γύρναγες μόνη σου,
τέλος,
κι όταν το τέλος έρθει να μας βρει να κλάψω κι αλλο κι αλλο κι αλλο ποτέ τα δάκρυα δεν είναι αρκετά για κάτι ψυχές χαμένες σε τσακισμένους ουρανούς να κλάψω για πάντα γιατί ποτέ δεν ήθελα να ξερω τι θέλω.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

εις μνημην

Πως φεύγει μια ζωή που έγραψε,
που έγραψε έτσι,
που ένιωσε έτσι,
μια ζωή που εσύ αγάπησες γιατί σε έκανε να νιώσεις όπως ένιωσε,
μέσα απο λέξεις γραμμένες σε χαρτί,
πως μπαίνεις σε ένα σπίτι να πάρεις μια τέτοια ζωή,
που μίλησε για μια Αθήνα που ποτέ δεν είδες κι όμως την έκλαψες,
που σ έβαλε πλάι πλάι με τους αδύναμους και τους τυχοδιώκτες τους τρελούς τους άτυχους,
πλάι σε έρωτες φτωχούς και αγκαλιές άδειες,
πλαί σε κυρίες τολμηρές Κούλες και φοιτητές θρασείς,
που σου έμαθε πως οι άνθρωποι είναι κουρασμένοι,
πως να αντέξουν το βάρος ενός θλιμμένου σώματος στα χέρια τους;
Πως χαρίζεις μια τέτοια άδικη μνήμη,
σε κάποιον που σου άνοιξε την πόρτα
σε τρένα,
σε σπίτια κλειστά που μύριζαν κανέλα και συμπόνια,
σε μαγαζιά απο γυαλί,
σε λιμάνια και ζαχαροπλαστεία και σινεμάδες;

Ο θάνατος είναι τόσο ρευστός, τόσο αδιάφορος κάποιες φορές, τόσο αναπάντεχα και εκωφαντικά βουβός κάποιες άλλες. Και δε σε αγγίζει εκεί που το περίμενες, και σε αγγίζει εκει που δεν το περιμένεις. Ο θάνατος σε βάζει δίπλα σε όλους τους άλλους, και όσοι μείναν πίσω μόνο πια μένουν να σε βάλουν εκεί που σου αξίζει. 

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

σε λα βι

Δεν εχεις πια λογο κανενα
τον εαυτο σου να ξεγελας.
Δεν εχεις πια αιτια καμια,
να θεωρεις τουτο που ζεις ταινια πως ειναι.
Ειναι ζωη κανονικη αυτό που σε κουραζει,
ειναι ζωη αυτο που σου διαλυει την ψυχη
και οχι δραμα
που πιθανοτητες εχει αισιως να εξελιχθει.
Ειναι ζωη στα καλυτερα της
οταν
προτεραιοτητες πια
δεν ειναι
ο ερως η μαγεια το φιλι
αλλα το υστερα κ οι αριθμοι κ η δουλεια,
σιγουρα ειναι ζωη.
Ειναι ζωη τα αδεια απογευματα
που απο πανω σου περνανε σαν οδοστρωτηρας
και σε κολλανε στο κρεβατι πριν τα μεσανυχτα σε βρουν,
με ενα βιβλιο να ψαχνει τα συναισθηματα
για σενα για παρηγορια.
Ειναι ζωη κ αληθεια ωμη
οι επιλογες,
τα ματια που σε κοιτανε,
τα χερια που σε κρατανε
και ολα τα αλλα,
μην ξεγιελεσαι,
δεν ειναι ταινια,
ειναι λογια,
ειναι ζωη. 

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

πετρα ψαλιδι γομα

Πάνε κάμποσες εβδομάδες τώρα
που γράφω και σβήνω
γράφω και σβήνω
πνίγομαι και θέλω να γράψω,
κι ύστερα σβήνω,
φυλάω πρόχειρα,
μουτζουρώνω αλήθειες,
γραφω και σβηνω γραφω και σβηνω,
Καταργω τις τελειες,
πολυ κρατησανε,
Αλλα εστω κι ετσι,
γραφω και σβηνω.
Πνιγομαι και πνιγω,
λεξεις και σκεψεις που κανεις δε μου απαγορευσε
αλλο περιεργο κι αυτο,
και σβηνω σβηνω σβηνω μανιωδως
τις αποριες της ζωης μου της στενης.
Aναρωτιεμαι που παει η ζωη, αναρωτιεμαι τι ειναι ερωτας τι ειναι πεταλουδες στο στομαχι τι ειναι καυλα αναρωτιεμαι γιατι τωρα, και θελω ενα διαλλειμα απ ολους και απ ολα, θελω μοναχα να ερθεις να με παρεις απ τη δουλεια να παμε στην αυλη να με μεθυσεις με κρασι κοκκινο να το ριξεις πανω μου να με λερωσεις και στα χερια να με σηκωσεις να με πας σπιτι και να με πλυνεις.
Κι υστερα θα καθαρισω.
Ετσι λεω στον εαυτο μου.
Υστερα θα θελω παλι
να επιστρεψω στη ζωη,
θα θελω παλι να περπατησω,
και δε θα με νοιαζει αλλο πια να πιω κρασι
γιατι το καθαρισες
απο πανω μου.
Ετσι λεω.
Και λεω
ποσο δραμα πια
ποσο
δε βαρεθηκες
δε μεγαλωσες,
τι ζητας.
Κι αν ηξερες; Τι θα εκανες γι αυτο;

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Πανεπιστημίου

Ήταν άδεια η πόλη εκείνο το βράδυ
το θυμάμαι σα να τανε χθές. 
Την άκουγα, 
την ένιωθα,
κενή,
γεμάτη απο εμάς,
εμένα κι εσένα.
Ήταν άδεια η Πανεπιστημίου, 
κι εμείς κατηφορίζαμε,
και ήταν όμορφη η Πανεπιστημίου,
δεν την είχα ξαναδεί, 
όχι μαζί σου, 
έτσι όπως με κράταγες,
έτσι όπως με κοίταγες,
όχι, 
δεν τον ήξερα το δρόμο αυτό,
και ήταν άδεια η Πανεπιστημίου και όμορφη,
και δε μ ένοιαζε,
δεκάρα δεν έδινα,
εγώ γεμάτη την έβλεπα,
άδεια και επιβλητική,
και δε μ ένοιαζε, αλήθεια σου λέω.

Είναι άδεια η Πανεπιστημίου,
αδειάζει συχνά πυκνά,
τα βράδια πάντα άδεια είναι,
και ξέρεις, τα βράδια πάντα έρχονται,
ανελλιπώς,
πιστά τα βράδια τα άδεια,
μα τώρα με νοιάζει. 
Είναι άδεια η Πανεπιστημίου 
και πως με πειράζει αυτό. 

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

τα φωτα της πολης

Δέσμιοι
Δέσμιοι του κάθε μέρα και
δέσμιοι του επειδή.
Δέσμιοι της συνήθειας και του έτσι πρέπει και του έτσι είναι.
Κλειδωμένοι στα έγκατα της ψυχής μας,
μην ξεφύγει μιλιά,
μη σου πω σ αγαπώ και πεθάνω,
μη μου πεις και εγώ και χαθείς.
Πολιορκημένοι απο τα σύννεφα που σιγά σιγά μαζεύονται
και πως θα μείνουμε στεγνοί.
Εξαντλημένοι απο τους τοίχους που στενεύουν,
και κάθε βράδυ γυρνάμε σέρνοντας τα κορμιά μας βαριά και
ρυπαρά απο τα καυσαέρια της ζωής που μας ακουμπάει ξυστά,
γυρνάμε και ανάβουμε το φως,
οχι,
τα φώτα,
φώτα πολλά για να μη νιώθουμε μόνοι,
το φως του μπάνιου ανοιχτό,
και της τηλεόρασης,
και το φως απο το στέρεο
και το φως του υπολογιστή,
φως στο σαλόνι και φως στην κουζίνα,
και τριγυρνάμε στα δωμάτια,
και ψάχνουμε,
μανιωδώς,
κάτι κάτι κάτι να κάνουμε,
ανάβουμε τα φώτα να βλέπουν οι απέναντι οτι ζούμε,
υπάρχει άνθρωπος εδώ,
ακόμα,
άνθρωπος μόνος στο άγριο της πόλης που βραδιάζει.
Κι εσύ ένας τέτοιος,
σαν αγρίμι σε φαντάζομαι,
να σέρνεις τα πόδια σου μιλώντας στο τηλέφωνο ενω δε θέλεις,
μα έτσι έχεις επιλέξει ν αναπνέεις,
ακούς μουσικές απο δύο πλευρές
και πάλι δε χορεύεις,
πίνεις μπύρες και πάλι δε μεθάς,
ένας τέτοιος άνθρωπος,
μες στα σκοτάδια,
κι αντί να συρθείς μέχρι την πόρτα μου,
κουρασμένοι κι οι δύο,
να μου πεις έλα να κάψουμε τα φώτα της πόλης γιατί σε θέλω,
αντί γι αυτό
κλειδώνεις την πόρτα και κοιμάσαι μόνος. 

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

περαστικο

Δεύτερη μέρα στη δουλειά, 
και ο καιρός βάλθηκε να συμβαδίσει,
λες και δε θέλει να με προκαλέσει,
βρέχει, βρέχει, βρέχει.
Κι εγώ εδώ, σ ένα γραφείο, 
ούτε που ξέρω που είσαι, 
τι κάνεις,
περιμένω να με θυμηθείς
για να ξεχάσω οτι βρέχει. 

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

καμινγκ σουν

Τώρα που ο ήλιος τρυπώνει ακόμα απ το παράθυρο
διασκεδάζω
να απλώνομαι στο κρεβάτι το διπλό μόνη μου
και να σε σκέφτομαι.
Και αντί για τα χέρια σου ο ήλιος με χαιδεύει,
και εγώ κλείνω τα μάτια και παραδίνομαι και όλες μου τις σκέψεις δεν κάνει να σου τις πω.
Κι όταν ο ήλιος χάσει λίγη απο την κάψα του,
κλείνω τα μάτια και σε φαντάζομαι
να παίζεις στην ταινία μου
αφού ταινία την κάνω τη ζωή μου όπως λες,
και κάνεις ότι εγώ σου πω.
Τρυπώνουμε σε ένα σινεμά
και καθώς δίπλα δίπλα καθόμαστε,
οι ώμοι μας ακουμπάνε,
τυχαία ας πούμε,
και ξέρω πως ηλεκτρίζεσαι κι εσύ όπως κι εγώ.
Και ταινία δε βλέπουμε,
μα μόνο σκεφτόμαστε πως,
ωραίο το σινεμά,
μα ας ζήσουμε και λίγο χέρι χέρι.

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Τι σερτ

Όταν τις πιο κρυφές σου σκέψεις σου χαρίζει
Σημαίνει θέλω θέλω θέλω
Εσένα
Όπως κι αν είσαι
Σημαίνει θέλω θέλω θέλω
Μια μέρα μαζί σου
Με το άσπρο σου τι σερτ και τα γυαλιά
Θέλω θέλω θελω να
Ζήσουμε την τρέλα του καύσωνα μαζί
Κι ας φύγει το καλοκαίρι σε ένα μήνα.
Όταν τις πιο κρυφές σου σκέψεις σου χαρίζει
Μη γελαστεις
Δε στις χαρίζει στ αλήθεια
Μα κάτι θέλει από σένα
Κι αν δεν το πάρει
Οι σκέψεις, ξέρεις, άστατο πράγμα, όσο κι αν ψάξεις δε θα τις βρεις.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

νυχτερίδες κι αράχνες

Αναρωτιέμαι,
κάποια βράδια,
εκεί,
γύρω στις εφτά και γύρω στις τρεις,
γύρω στα χαράματα τα εκωφαντικά τα βουβά,
αν αναρωτιέσαι για ποιόν γράφω
κι αν γράφω για σένα
κι αν θα γράψω κάποια στιγμή κάτι
αν πετάξω ένα ψίχουλο
ή ένα σπασμένο γυαλί κοφτερό τοσοδούλι
να το πατήσεις
να καταλάβεις,
να σιγουρευτείς,
οτι
εντάξει
σε σκέφτομαι
οτι καμία στιγμή δεν χάνεται
όλα κάπου πάνε κάπου σφηνώνουν.
Αναρωτιέμαι
τις ώρες που κοιτάζω το ταβάνι και τα δευτερόλεπτα που δεν με απασχολεί κάτι άλλο,
αν αναρωτιέσαι
αν βρεις μια θέση στα δάχτυλα που χτυπάνε τα πλήκτρα,
αν κάπου σε μπλέξω κι εσένα
μεταξύ ούζου χαράματος ρεκορ και νυχτερίδων.
Λοιπόν σε μπλέκω,
μπλέκεσαι,
έχεις μια θέση,
δεν αντικαθιστάς τίποτα και δεν αντικαθίστασαι,
όπως ουδείς ασφαλώς,
σε μπλέκω στα δάχτυλά μου όταν κοιτάζω το ταβάνι,
σε αγγίζω
με μάτια κλειστά σε φιλάω στο λαιμό
κι ύστερα φεύγω τρέχοντας να προλάβω την πραγματικότητα. 

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

τα παιχνιδια το βραδυ

Οι γάτες τα βράδια κυνηγάνε κατσαρίδες.
Περνάω τους δρόμους τους άδειους,
εκεί που πάει να ξημερώσει,
χαράματα στεγνά,
χαράματα που ακόμα καις,
κι αυτές σα να κάνουν αγώνα
τη στήνουνε κάτω απ τα αμάξια,
τα βράδυα,
που κανείς δεν τις βλέπει,
και ψάχνουν για θύματα,
ή μάλλον
ψάχνουν να παίξουν,
και κυλιούνται,
και τρέχουν,
και γλείφονται,
και η νύχτα τους ανήκει,
όσο φρικτό κι αν σου φαίνεται το παιχνίδι τους.
Οι γάτες τα βράδια κυνηγάνε κατσαρίδες.
Κι εγώ περνάω τους δρόμους τους άδειους,
λίγο πριν φέξει,
την ώρα που ακόμα ακούγονται οι γρύλοι,
κι αναρωτιέμαι
αν είναι δροσερό το σεντόνι σου απόψε.

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

ναι

Θελεις να κλεφτούμε για λιγο;
Θελεις  να σκίσουμε τη νύχτα στα δυο
να την τυλίξουμε ολόγυρα μας και να μπλεχτούμε;
Να φτάσουμε στη θάλασσα,
εκεί που θέλω εγώ όμως,
και να με ξαπλώσεις στα χαλίκια,
να με μεθύσεις με έρωτα που σου ιδρώνει τα λάγονια
να μου χαιδεψεις τα μαλλιά;
Κι ύστερα,
θελεις να με κοιμήσεις στα χέρια σου μέσα,
κάτω απ το δέντρο,
εσύ όμως μην κοιμηθείς,
να με κοιτάζεις θέλω,
και ώσπου να ξημερώσει
θα έχουμε γυρίσει πίσω στη ζωή, στ ορκίζομαι.
Μόνο για λίγο,
θέλεις;
Κι ύστερα, κανείς δεν θα μάθει οτι ζήσαμε για λίγο όπως πρέπει. 

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

χρυσοψαρο

Χάνονται τόσες λέξεις
όσο είμαι εδώ,
να φέρνω νερά και μπύρες και τυριά,
απο τραπέζι σε τραπέζι,
κάνοντας πως χαμογελώ με τα αστεία τους,
παρατηρητής στεγνός των πάντων,
άλλοτε με ένα τζιν νερωμένο,
άλλοτε με ένα τσιγάρο άσκοπο,
σπάνια με λάμψη στα μάτια.
Χάνονται τόσες σκέψεις
συμπεράσματα
φιλοσοφίες
βουβά ξημερώματα ηλεκτρικά παρά κάτι,
τα φώτα τρεμοσβήνουν για τους τελευταίους πριν η πόλη ανάψει ξανά.
Και χάνεσαι κι εσυ κάπου εκεί γύρω.
Ανάμεσα σε ψάρια και ρακές. 

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

οι τρυπες που ανοιγεις

Όταν θα καταλάβεις θα είναι πλέον αργά.
Όταν θα μάθεις να ζητάς θα έχει πια πέσει ο ήλιος.
Όταν θα δεχτείς πως η ζωή έτσι κυλά και όχι αλλιώς,
και πως μετά το καλοκαίρι μπαίνει ο χειμώνας βίαια,
τότε μπορεί να κλάψεις όπως αρμόζει στην περίσταση,
σαν άνθρωπος ας πούμε,
αλλά και πάλι αργά θα είναι,
τώρα πια τίποτα δε σε σώζει απο τα γεγονότα καλέ μου.
Κι εσύ, εσύ που θέλησες όλα να τα ζήσεις,
όλα να τα πιάσεις,
όλα όλα όλα δικά σου,
εσύ τι απογίνεις τότε;
Tότε θα είναι η ζωή μια καρέκλα σπασμένη για σένα,
θέλησες να καθίσεις αλλά έπεσες στην τρύπα,
και το αστείο ποτέ δεν θα πιάσεις. 

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

υαλοκαθαριστηρες

Εν μέσω κεραυνών και καταιγίδων,
ο νους τρέχει κομμάτι πιο γοργά.
Καθώς οι υαλοκαθαριστήρες σκουπίζουν βίαια τη βροχή,
εγώ ήδη δε βλέπω.
Πως είναι και με το γκρίζο του καιρού η όψη σου παίρνει άλλες διαστάσεις, λες και οι αστραπές φωτίζουν τη σκιά σου και την κάνουν διπλάσια,
κι η θέρμη σου παραδόξως ανασύσταται μέσα απο την παγωνιά και με ζεσταίνει, προσωρινά.
Πως είναι και με το μαύρο του ουρανού θυμόμαστε πως είμαστε άνθρωποι
μέσα στη λάσπη φτιαγμένοι. 

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

καψα

Πλησιάζει καλοκαίρι, δεν γίνεται να μην το νιώθεις, κάθε χρόνο τα ίδια λέω και καταντάω γραφική αλλά δεν με νοιάζει και πολύ να σου πω την αλήθεια. Πλησιάζει καλοκαίρι και η ζέστη έρχεται σιγά σιγά, και τα γρήγορα ντους για να δροσιστείς πριν βγεις στο λίβα, και οι ώρες που δεν κάθεσαι σπίτι ούτε πριν νυχτώσει ούτε μετά, δε γίνεται, δε μπορείς. Πλησιάζει καλοκαίρι και νιώθω να ανεβαίνει μέσα μου μια πνιγμένη ανάσα, πως αλλιώς να το εξηγήσω, και το μόνο που θέλω είναι να βρεθώ στη Ραφήνα, και να διαβάσω πάλι την Αίθουσα του Θρόνου, κάθε χρόνο, κάθε καλοκαίρι, σαν να καίγομαι κι εγώ μέσα στην κάψα της Γλαύκης, και να διαβάσω πάλι Καραγάτση, και να διαβάσω πάλι όλες τις τραγικές ιστορίες που σέρνουν πίσω τους τα νησιά εκείνα. Κι ύστερα να πάρω το πλοίο από το λιμάνι και να πάω κι εγώ σ ένα νησί, να περπατήσω ξυπόλητη με μαλλιά λιτά, και να πω ότι ζω.

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

κλέφτες

Ιπτάμενα φιλιά
στο μετρό,
βιαστικά,
να προλάβουν λίγη αγάπη και το τρένο για τη δουλειά,
στον αέρα ξεκλέβεις κι εσύ κανα δυο αν τύχει να περάσεις ανάμεσά τους έγκαιρα.
Ιπτάμενα φιλιά
στο μετρό,
στις στάσεις,
στα κτελ,
φιλιά ιδρωμένα,
φιλιά αλμυρά
και φιλιά αχόρταγα,
η ώρα του αποχωρισμού πάντα αίνιγμα,
και βλέμματα σαστισμένα,
ξεροκαταπίνεις βουβά
και δίνεις κι εσύ ένα φιλί απ αυτά.
Φιλιά ιπτάμενα,
στο μάγουλο,
στα χείλη,
φιλιά που ντροπιάζουν το φιλί,
φιλιά παγωμένα,
φιλιά τυπικά,
φιλιά που δε φτάνουν τον προορισμό τους,
προτού ακουμπήσουν έχεις κιόλας γυρίσει την πλάτη,
και ένα φιλί εξατμισμένο μπορεί να πέσει στα πόδια ενός τυχαίου περαστικού
ψυχορραγώντας.
Φιλιά ιπτάμενα που γεμίζουν τις αίθουσες κάθε μέρα,
φιλιά ηχηρά,
φιλιά δειλά,
φιλιά τα πρώτα
φιλιά όπως τόσα φιλιά που δώσανε άλλοι πριν απο μας,
κι εγώ χοροπηδάω στον αέρα,
να αιχμαλωτίσω ένα φιλί
που κάπου κάποτε,
δε μπορεί,
έδωσες κι εσύ,
και ακόμα ίπταται.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

τζοκινγνκ

Ήλιος και βροχή και ένας αέρας που μόνο να χαλάει τα μαλλιά ξέρει και ένας καφές που είναι ζεστός ενώ θα έπρεπε να είναι κρύος.
Μια ατμόσφαιρα που δε μυρίζει τίποτα συγκεκριμένο, ούτε ιώδιο ούτε χώμα ούτε νυχτολούλουδο,
εκτός από κάποιες κρυμμένες γειτονιές, αλλά που να τρέχεις τώρα να τις ξετρυπώσεις,
που να τρέχεις τώρα γενικώς,
κι αφήνεις μόνο τη ζωή να τρέχει για σένα κι εσύ να παραπονιέσαι ξοπίσω της
για τις εποχές που δε σου κάνουν τη χάρη.




Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

εκει

Ήταν μια ακόμη μέρα στο Φάληρο.
Μια ακόμη μέρα σε ένα παράλληλο σύμπαν
όπου
οι γάτες λιάζονται σε πλαστικές καρέκλες ξεβαμμένες
οι βάρκες λικνίζονται από συνήθεια
κι ο ήλιος μάλλον ποτέ δεν πέφτει.
Σύμπαν παράλληλο.
Δέρματα μαυρισμένα
κ εσύ να λες
μα πότε πέρασε το καλοκαίρι,
κιάλια για τους περίεργους,
μαγιό ξεχειλωμένα φλουό ολόσωμα
και φοίνικες που τη σκιά τους κανείς δεν αποζητά.
Μια μυρωδιά να αιωρείται στο τριγύρω,
ιώδιο μπλεγμένο με σουβλάκια,
κι απόηχος από ρακέτες νωχελικές.
Κίτρινο μπλε και άμμος,
τα χρώματα είναι αλλιώς εδώ,
λευκό ξεπλυμένο από τα καλοκαίρια,
τραπέζια άτακτα βαλμένα στο πουθενά,
σκουριά χυμένη στο τοπίο,
λες και η πλάση γεννήθηκε οξειδωμένη.
Μια μέρα σαν όλες τις άλλες ήταν στο Φάληρο,
χωρίς ρολόγια κι εποχές,
εκεί που το φεγγάρι δεν ανήκει
και πιάνουν των ταξιδιάρικων γλάρων οι ευχές.





Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

θόλος

Θα δεις τη σκιά της
να τρέμει στον τοίχο
καθώς χάνεται μέσα στο άπειρο.
Η μαύρη της γούνα σεντόνι που ντύνει τη νύχτα
και γλύφει τους τοίχους τους στρογγυλούς.
Περνάει αθόρυβα
και ποτέ δεν θα δείξει πως ξέρει πολλά,
ποτέ δεν θα μάθεις τι κάνει τα βράδια,
όταν μονάχη μένει με τους θεούς.
Τα φώτα όταν σβήνουν
σαν κλέφτης στα σκαλιά ακροπατά.
Γλιστράει απ’ το άνοιγμα και μπαίνει στο θόλο,
κοιτάει αριστερά δεξιά.
Βεβαία πως όλο το σύμπαν της ανήκει ολοκληρωτικά
το ξύλινο πάτωμα κάνει μια βόλτα
και στέκεται εμπρός στα κουμπιά.
Μαύρες πατούσες χαϊδεύουν με πείσμα τις εντολές,
και ξάφνου ο κόσμος ανοίγεται εμπρός της,
μια φλούδα ουρανός.
Το τηλεσκόπιο κατεβαίνει στα μέτρα της
και τα πράσινα μάτια της
γουρλώνουν,
διαστέλλονται οι κόρες,
σμίγουν τα φρύδια,
καθώς από μπροστά της περνάνε αστέρια με ουρές,
και γαλαξίες,
και ήλιοι,
και δαχτυλίδια πασπαλισμένα με αστερόσκονη,
και μαίνονται μάχες στο μαγεμένο στερέωμα,
γιατί τ΄ άστρα ζηλεύουν το σμαράγδι των ματιών της κρυφά
και  σβήνουν και χάνονται,
και αυτή νιαουρίζει εκστατικά
στη θέα του μπλε του γαλάζιου του μοβ και του ροζ.
Κι όταν αποκαμωμένη από τη δράση
χάσει το ενδιαφέρον της,
ακροβατεί στη γωνία που η σελήνη τρυπώνει,
και λούζεται με φεγγαρόφωτο.
Και κάπως έτσι την παίρνει το ξημέρωμα
με μάτια μισοκλεισμένα ηδονικά
καθ΄ ότι το στερέωμα όλο φωτίζει γι΄ αυτήν,
με πόδια τεντωμένα κομψά,
μουστάκια κεραίες που μιλάνε με το διάστημα,
κ η υγρή της μύτη ροζ πέρλα περιστρεφόμενη σε τροχιά. 
Το πρωί δεν θα βρεις ούτε δείγμα,
πως κάποιος δάμασε τους  γαλαξίες.