Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

φώτα σβηστά

Της παίρνει ασημικά, πορσελάνες, φορέματα. Τη βλέπει να σκουπίζει τα χέρια στην ποδιά μηχανικά πριν πάει λίγο να ξαπλώσει. Οι μπάλες στο δέντρο ίδιες εδώ και χρόνια. Τα λαμπάκια κι αυτά αναβοσβήνουν μηχανικά. Την κοιτάζει φευγαλέα ενώ μιλάει στο τηλέφωνο, στο σαλόνι τα δώρα του έχουν γίνει διάφανα, μια ζωή χτισμένη στην αφάνεια. Της χαρίζει κοσμήματα που αστράφτουν, ανοίγει το κουτάκι και τα μάτια της σβήνουν. Η ψυχή της πετάει, κάθε χρόνο ανακατεύεται λίγο ακόμα με τις στάχτες στο τζάκι.Ο κόσμος που μπαίνει ξεχωρίζει μόνο φώτα. Χαρτιά και φτηνά πούρα και λίγη σαμπάνια παραπάνω και ξαφνικά φιγούρες που πας να πιάσεις και σβήνουν, γλιστράνε στο χρόνο και σβήνεις κι εσύ με έναν καημό σα φανάρι στην καταιγίδα. Το κρίμα του λίγο, το βάρος του πρέπει, κραγιόν που ποτέ δεν θα φύγουν. Το σπίτι στα κόκκινα, τα χέρια στο βούρκο, κανένας δεν πρόλαβε να σβήσει τον κόσμο να κάνει μια παύση να πάρει μια ανάσα να χύσει ένα δάκρυ, να πει όχι άλλο, να φύγει να φύγει να φύγει, να σβήσει. 

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

μια αρχή

Αρχίζω και τις αγαπώ αυτές τις βραδιές.
Τις βραδιές που ξαπλωμένοι κοιταζόμαστε, κρυβόμαστε στα σκεπάσματα μέσα, κρυβόμαστε ο ένας απο τα μάτια του άλλου και βρισκόμαστε στα χέρια, στις ανάσες, στα γέλια.
Αρχίζω και τις αγαπώ τις βραδιές που κάτι σαν να θέλουν να μου πουν τα μάτια σου μα δεν μπορώ να το πιάσω, χάνεται, ξεγλιστράει στους δείκτες του ρολογιού, μπλέκεται στα παπλώματα, στα κρύα πόδια, στο λίγο κρασί, στο πολύ φως.
Αρχίζω και τις αγαπώ αυτές τις βραδιές που τίποτα άλλο δεν θυμίζουν.
Τίποτα παλιό.
Τίποτα μελλοντικό.
Μόνο ένα τώρα ζεστό, διστακτικό, μα τώρα, το δίχως άλλο.
Αρχίζω και τις αγαπώ τις βραδιές αυτές που τελικά με σφίγγεις, κάθε φορά και πιο πολύ, λίγο λίγο σιγά σιγά, κάθε φορά το άγγιγμα σου και πιο αληθινό. Όχι πολύ. Κάθε φορά και απο λίγο.
Αρχίζω και τις αγαπώ τις βραδιές αυτές που τελικά ξημερώνουν με χαμόγελο, κάθε φορά είμαι και λίγο πιο σίγουρη γι αυτό.
Μόνο γι αυτό. Όχι για σένα. Μα έτσι γίνεται.
Αρχίζω να τις αγαπώ αυτές τις βραδιές.
Αρχίζω και θυμάμαι πως γίνεται.

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

οξυγόνο


Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

υγρασία εκτός

Και τι δεν έκανα να σε ξεχάσω
και τι δεν είπα.
Και τι δεν σου είπα,
που κιόλας ξέχασα να ξεχωρίζω το ψέμα απ την αλήθεια.

Και τι δεν έκρυψα,
κάτω απο ματοτσίνορα βρεγμένα,
κάτω απο σεντόνια τσαλακωμένα,
δάκρυα κι αναστεναγμοί και ηδονές, ναι, ηδονές, τι νόμιζες.

Κι όμως το σώμα σαν πλαγιάσει,
κι απ' τις φουρτούνες της ημέρας όταν κάπως καταλαγιάσει,
κι έρθει και γίνει ένα με τον κουρασμένο νου,
τότε συμμορφώνομαι με τους νόμους καi τους χτύπους της καρδιάς και πόσο λυπάμαι,
που δε μου φιλάς εσύ τα μάτια να μην κλαίω,
που δεν τσαλακώνεις εσύ τα κουρασμένα μου σεντόνια,
και πως,
αχ, πως
τα βράδια περνούν δύο τα ξημερώματα στεγνά και άδεια,
με ένα αεράκι μόνο να με ακουμπά σαν στοργικά,
κι εγώ να ιδρώνω τα σεντόνια πάλι και πάλι και τ όνομά σου να μην ξεχνώ.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

φτάνει

Με φιλάς με μάτια κλειστά,
μου κάνεις έρωτα με μάτια ανοιχτά,
και στα μάτια σου εγώ διαβάζω "πρόβλημα".

Δεν πειράζει.

Ζεσταίνομαι.

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

τουκανος

Περνάς τα σύννεφα με τα μάτια κλειστά και μουσική στα αυτιά.
Άραγε τι μουσική να ακους;
Σ' ένα στενό κάθισμα προσπαθείς να βολέψεις τα πόδια σου, νούμερο 46 πολύ μεγάλο για εκονομι, και παραγγέλνεις ρούμι στην αεροσυνοδό. 
Ξαπλώνεις το κάθισμα, είσαι νομίζω απο αυτούς, και κλείνεις τα μάτια και κοιμάσαι. Και δεν σε νοιάζει να ξυπνήσεις γιατί στο πρωινό έχει γιαούρτι κι εσύ αυτό δεν το θες. 
Με ένα πολύχρωμο πουκάμισο με τσέπη στην καρδιά, σαν να μπήκες σε λάθος πτήση, σαν εξωτικό πουλί σε κλουβί, αλλά και πάλι δεν σε νοιάζει. Δεν σε νοιάζει αν σε κοιτάνε, δεν σε νοιάζει που μπήκες σε λάθος πτήση, δεν σε νοιάζει το εδώ και το τώρα που δεν είναι σωστό.
Δεν ξέρω τι σε νοιάζει. 
Πλέκω εικόνες δανικές για να μην στις ζητήσω.
Αλλά δεν ξέρω τι σε νοιάζει. 
Χαζεύεις τα σύννεφα; Φοβάσαι τις αναταράξεις; Σκέφτεσαι τι ώρα να είναι τώρα στην Πλάκα;
Δεν ξέρω τι σε νοιάζει. Το μόνο που ξέρω είναι οτι σου αρέσει η ανατολή. 
Και ίσως μια μέρα που ο ήλιος θα φτάνει στο τέρμα, ίσως και να μου πεις τι σε νοιάζει.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

νωρις

Kαι ύστερα μαθαίνεις.
Μαθαίνεις αργά,
σκληρός τρόπος το αργά γενικώς,
αλλά να, όλα τα ωραία και τα άσχημα αργά πατάνε πάνω σου κι αφήνουνε σημάδια.
Μαθαίνεις λοιπόν.
Μαθαίνεις να θωρακίζεσαι, να κλείνεσαι, να μην πιστεύεις,
κι ασε να σου λένε το μεγαλύτερο ψέμα, ποτέ μην το πιστέψεις,
ποτέ,
πάντα κάποιος θα σε αγαπήσει παραπάνω.
Αλλά κι αυτό,
να,
ψέμα είναι.
Η αλήθεια που πάντα αργεί είναι οτι αγάπη δεν υπάρχει.
Ένα τσακ είναι, δεν υπάρχει.
Θα μάθεις.
Πάντα μαθαίνεις.
Και πάντα,
πάντα,
πάντα,
στον έρωτα ξεχνάς όλα όσα τόσο άργησες να μάθεις.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

λευκές νύχτες

Τις νύχτες που φεύγεις,
και η πόρτα πια δυο μάτια αντανακλά σβησμένα μόνο,
κοίτα να μου γελάς.
Να μου γελάς καθώς την πλάτη μου γυρνάς, 
και να αφήνεις μοναχά τα μάτια σου να μου μιλάνε,
γιατί απο λόγια δεν τα πας καλά κι αφήνεις την ψυχή μου διψασμένη.

Κι αν ήθελα μια νύχτα επάνω στην καρδιά σου να αποκοιμηθω,
το παίρνω πίσω,
και κάνε εσύ τις νύχτες σου και την καρδιά σου ότι νομίζεις,
μπορείς να τα ξοδέψεις όπου θες,
εγω να μου χαμογελάς ζητάω,
και πάνω στο χαμόγελό σου ακουμπάω όλες τις νύχτες, όλες τις μέρες, όλους τους αναστεναγμούς κι όλο μου το κορμί που τρέμει στο άγγιγμά σου, στα αποθέτω.
Κι ύστερα πάρ'τα και πέτα τα κι αυτά,
ανόητη ζωή έτσι κι αλλιώς και τι να λέμε.

(μα οτι και να λες ο τρόπος που φιλάς είναι αγάπη)

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

φυσικα φαινομενα

Όταν σε είδα,
αχ οταν σε είδα,
δεν έχω τι άλλο να πω.
Σα να βουβάθηκε η πλάση απο τ'ανείπωτα
και σα να έκλεισε τα μάτια στιγμιαία, να μας αφήσει μοναχούς για λίγο μόνο.
Και όταν σ αγκάλιασα,
ε τότε ήρθαν όλα τα κομμάτια και μπήκαν στη θέση τους.
Βουβάθηκα κι εγώ και σίγησα,
και είπα,
τώρα, τώρα,
ας βάλουμε φωτιά και ας καούμε.
Τώρα.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

συστολή

Παράξενο πως
τα χρώματα αλλάζουνε της μέρας,
ανάλογα με τη διαστολή της κόρης των ματιών.
Σήμερα γκρι,
χθες κιόλας κίτρινο φανταχτερό,
κι ας ήταν γκρι οι ουρανοί ολούθε,
το ίδιο γκρι πως γίνεται και μπλε του ουρανού και μαύρο,
και κόκκινο,
σπανίως βέβαια,
σπανίως,
εκεί που η κόρη κοντεύει να εκραγεί,
ανάλογα πάντα,
ανάλογα,
παράξενο πως.
Παράξενο πως,
οι μέρες παίρνουν αποχρώσεις,
σαν απο μόνες τους θαρρεις,
και σε βουτάνε σε καμβάδες πνιγηρούς,
τα χρώματά τους λιώνουν γύρω σου κι εσύ,
εσύ γλιστράς,
εσύ πινέλο δεν κρατάς,
εσύ τα μάτια μισάνοιχτα κρατάς,
εσύ το λίγο διάφανο της ψυχής γυρεύεις,
που θα δεχτεί
το γκρι να γίνει άσπρο.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

μπραιγ

Κι όπως τα χέρια σου δειλά αγγίζω,
βεβαίως ένα τη φορά,
δεν ξέρω τι να περιμένω πια.
Ποιό περιστέρι θα φτερουγίσει κατα που,
ποιός μύθος στις φλέβες σου απάνω
θα ρθει να ξαποστάσει,
ποιό ρίγος θα αναστηθεί ετούτη τη φορά,
λες και κουμπιά πατάω,
λες και σε μπραιγ σου μιλάω,
να κοίτα,
εδώ σ' αγαπώ, εδώ σε θέλω, εδώ δεν ξέρω.
Όταν τα χέρια σου κλειδώνουν στα δικά μου,
δεν ξέρω πια
ο ανθρώπος τι είναι,
γιατί ζει,
γιατί ξυπνάει,
αν όχι για να ανατριχιάζει.
Αν όχι για να περιμένει. 

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

έλβις

Αγάπη σαν τον Έλβις,
αγάπη βασιλιάς,
κάποιοι πιστεύουν ακόμα οτι ζεις
κι ας μη σε βλέπουν,
αγάπη σαν τον Έλβις,
δίχως θωριά και δίχως όψη
προκαλείς αναστεναγμούς
και ένα λίγωμα στο στόμα,
αγάπη άφαντη παρούσα πανταχού.

Σε είδα κάποτε,
σε έζησα,
με χόρεψες κι εμένα κάποια φεγγάρια,
φόραγες μαύρα,
φόραγες άσπρα,
άλλες φορές αγάπη γυμνή,
διοπτροφόρος,
μυωπική,
με στέμμα πάντα,
ροκ,
κλασσική.
Κι ύστερα σ' έχασα.
Και σε είδα ξανά.
Με άλλα ρούχα, άλλα μαλλιά, άλλες συνήθειες,
ήρθα σ' αγκάλιασα,
σου είπα, ναι, πάντα το ήξερα οτι ζεις.

Κι απο τότε σε χάνω και σε βρίσκω,
κλείνω τα μάτια και σε νοσταλγώ,
ξέρω πώς είσαι παρά τα κοστούμια,
και πάντα ξέρω,
σαν βασιλιάς σωστός,
σαν Έλβις,
ξέρω, ξερω, ξέρω πως ζεις.

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

θαυμα

Γιατί με βάζετε να ορκιστώ,
γιατί
να απαντήσω,
να πιστέψω,
να πιστέψω στην αγάπη;
Γιατί να πιστέψω
σε κάτι
που δεν χρειάζεται να πιστεύω,
κάτι τόσο αόριστο, κάτι περαστικό,
γιατί μου λέτε πως
η αγάπη δεν ειναι
συναίσθημα,
θεός είναι.
Πίστεψε.
Και τι θα βγει άμα πιστέψω,
άραγε θα με κρατάει ζωντανή τις ώρες που αυτή με μαεστρία εξαφανίζεται;
Αγάπη.
Η αγάπη δεν υπάρχει, δεν γίνεται να την πιστέψεις,
η αγάπη είναι απλά μια σκόνη ένα σύννεφο ένα συναίσθημα,
υπάρχει και δεν υπάρχει,
το νιώθεις και δεν το νιώθεις,
δεν είναι πάντα εκεί,
περαστική είναι η αγάπη,
μέσα στις όμορφες τις άχαρες ημέρες που περνούν.
Τη χάνεις και τη βρίσκεις,
μέσα σε μπαρ, κρασιά ρουμπίνια, χαμόγελα και λέξεις,
μέσα σε κύμματα και ηλιαχτίδες αναπάντεχες,
και μέσα στις πιο σκονισμένες χαραμάδες του νου.
Εκεί κι αλλού.
Μην πιστέψεις ποτέ στην αγάπη σου λέω,
δέξου μονάχα οτι είσαι ικανός να αγαπήσεις και να αγαπηθείς.

(υπέροχο πράγμα που γίνεται η αγάπη όταν δεν την βιάζεις να σου φανερωθεί σαν θαύμα)

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

σαχαρα

Θα γίνω σιγά σιγά σαν αυτούς που
χάθηκαν,
που,
εξατμίστηκαν,
που,
ο μύθος λέει κάτι γι΄αυτούς.
Όχι για το μύθο,
ποτέ,
μόνο για την ψυχή.
Θα φύγω την ώρα που ο ήλιος θα πέφτει,
την ώρα εκείνη που κάθε γωνιά της γης αυτής
τυλίγεται με ένα πέπλο μυστηρίου για λίγα δευτερόλεπτα
και σταματάς να ανασαίνεις,
θα φύγω με βήμα αργό,
με χαμόγελο σταθερό,
και δεν θα ξαναγυρίσω.
Θα φύγω με την αιμόφυρτη ψυχή μου στα χέρια,
και θα ψάξω ίαση σε καυτές ερήμους,
σε σκηνές πολύχρωμες βρώμικες,
σε αστέρια σαν φανάρια φωτεινά,
και σε αέρηδες που σκόνη σηκώνουν.
Θα την γιατρεύω την ψυχή μου λίγο λίγο,
με τσάι και φύλλα μέντας,
θα την τυλίγω με άσπρα κουρέλια λινά και θα της λέω,
ξεκουράσου.
Ο μύθος θα λέει
πως
με είδανε σε ερήμους να σέρνω την ψυχή μου με το ένα χέρι,
με τ' άλλο ένα ξύλο να κρατώ,
για να γράφω τις φωνές του μυαλού μου στην άμμο.
Στο Κάιρο να πίνω σαμπάνια σε μέρη σκοτεινά,
να μου γεμίζουν το ποτήρι ξανά και ξανά
άνθρωποι με τουρμπάνια και πλάτες ευθείες,
κι εγώ να γελώ να γελώ να γελώ,
η ψυχή μου στο κάθισμα πλαι να κοιμάται ήσυχη,
κι εγώ να μιλώ να μιλώ να μιλώ,
θα λένε,
άγνωστος ήτανε,
μα την διασκέδαζε φαίνεται.
Σ' έναν πύργο ψηλό,
κουλουριασμένη,
του μουεζίνη το λυγμό να αφήνω να μου κάνει κόμπο την ψυχή.
Ο μύθος θα λέει,
άλλαξε γλώσσα,
άλλαξε μάτια,
δεν ξέρουμε πια και που πήγε,
μόνο που και που
έναν ψίθυρο κουβαλάει μαζί του ο αέρας που τις ερήμους σηκώνει.
Εδώ κι εκεί,
χαμένη,
εξαυλωμένη,
εγώ και η ψυχή μου η μπλεγμένη,
και κανείς ποτέ δεν θα μας ξαναδεί.

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

οτι απεμεινε

Και ότι απέμεινε
ήταν αυτό που ήταν απ την αρχη.
Λίγο κρύο εταιροχρονισμένο,
και κάτι κούκλες στις βιτρίνες στολισμένες με τα καλά τους,
ετοιμες για μοναχικά ρεβεγιόν,
κόκκινο και στρας και χρυσό.
Κεφάλια σκυφτά γιατί πάλι
τα ίδια θα φέρει ο νέος χρόνος τελικά,
το ίδιο ζυγίζει.
Ένα φλουρί που ποτέ δε σου πέφτει,
στο πάτωμα ζάχαρη άχνη,
και δώρα ακόμα στις σακούλες,
τυλιγμένα με αναστεναγμούς γιατί κανείς δε μας ξέρει.
Σαμπάνια φτηνή,
αγάπη λειψή,
χρυσόσκονη λίγη.
Φαγητά λίγο άνοστα φαγητά λίγο ωραία,
προσδοκίες με θάμπωμα,
προσδοκίες με θέα.
Λίγο χιόνι στην τηλεόραση,
λίγα λόγια να πεις γιατί πρέπει,
αγκαλιές που δεν πήραμε
και φιλιά που δε δώσαμε,
και η ζωή σε τροχιά ακανόνιστη, την αφήνεις για λίγο να τρέχει.
Μέτρα τις μέρες,
σε ένα χρόνο παρα κάτι πάλι καλή χρονιά να έχουμε θα λέμε.