Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

φώτα σβηστά

Της παίρνει ασημικά, πορσελάνες, φορέματα. Τη βλέπει να σκουπίζει τα χέρια στην ποδιά μηχανικά πριν πάει λίγο να ξαπλώσει. Οι μπάλες στο δέντρο ίδιες εδώ και χρόνια. Τα λαμπάκια κι αυτά αναβοσβήνουν μηχανικά. Την κοιτάζει φευγαλέα ενώ μιλάει στο τηλέφωνο, στο σαλόνι τα δώρα του έχουν γίνει διάφανα, μια ζωή χτισμένη στην αφάνεια. Της χαρίζει κοσμήματα που αστράφτουν, ανοίγει το κουτάκι και τα μάτια της σβήνουν. Η ψυχή της πετάει, κάθε χρόνο ανακατεύεται λίγο ακόμα με τις στάχτες στο τζάκι.Ο κόσμος που μπαίνει ξεχωρίζει μόνο φώτα. Χαρτιά και φτηνά πούρα και λίγη σαμπάνια παραπάνω και ξαφνικά φιγούρες που πας να πιάσεις και σβήνουν, γλιστράνε στο χρόνο και σβήνεις κι εσύ με έναν καημό σα φανάρι στην καταιγίδα. Το κρίμα του λίγο, το βάρος του πρέπει, κραγιόν που ποτέ δεν θα φύγουν. Το σπίτι στα κόκκινα, τα χέρια στο βούρκο, κανένας δεν πρόλαβε να σβήσει τον κόσμο να κάνει μια παύση να πάρει μια ανάσα να χύσει ένα δάκρυ, να πει όχι άλλο, να φύγει να φύγει να φύγει, να σβήσει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: