Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

νυχτερίδες κι αράχνες

Αναρωτιέμαι,
κάποια βράδια,
εκεί,
γύρω στις εφτά και γύρω στις τρεις,
γύρω στα χαράματα τα εκωφαντικά τα βουβά,
αν αναρωτιέσαι για ποιόν γράφω
κι αν γράφω για σένα
κι αν θα γράψω κάποια στιγμή κάτι
αν πετάξω ένα ψίχουλο
ή ένα σπασμένο γυαλί κοφτερό τοσοδούλι
να το πατήσεις
να καταλάβεις,
να σιγουρευτείς,
οτι
εντάξει
σε σκέφτομαι
οτι καμία στιγμή δεν χάνεται
όλα κάπου πάνε κάπου σφηνώνουν.
Αναρωτιέμαι
τις ώρες που κοιτάζω το ταβάνι και τα δευτερόλεπτα που δεν με απασχολεί κάτι άλλο,
αν αναρωτιέσαι
αν βρεις μια θέση στα δάχτυλα που χτυπάνε τα πλήκτρα,
αν κάπου σε μπλέξω κι εσένα
μεταξύ ούζου χαράματος ρεκορ και νυχτερίδων.
Λοιπόν σε μπλέκω,
μπλέκεσαι,
έχεις μια θέση,
δεν αντικαθιστάς τίποτα και δεν αντικαθίστασαι,
όπως ουδείς ασφαλώς,
σε μπλέκω στα δάχτυλά μου όταν κοιτάζω το ταβάνι,
σε αγγίζω
με μάτια κλειστά σε φιλάω στο λαιμό
κι ύστερα φεύγω τρέχοντας να προλάβω την πραγματικότητα.