Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

νανουρισμα

Δυο αγγελακια παιζανε στην αυλη του θεου. Τρεχανε αναμεσα σε δεντρα εξωτικα και φουντωμενα, πινανε νερο σε ρυακια κρυσταλλινα και οταν πειναγανε κοβανε καρπους ζουμερους απο καθε λογης δεντρο. Ειχανε βαλθει να ιδρωσουνε, να λαχανιασουνε, δεν λογαριαζανε κουραση, θελανε μονο να παιξουνε ενα αιωνιο παιχνιδι χωρις ονομα.
Το ενα αγγελακι ηταν πιο ζαβολιαρικο, χωρις αμφιβολια, και ειπε να δυσκολεψει λιγο το παιχνιδι τους. Ετρεξε στην κρυψωνα του, αρπαξε τη σφεντονα του και μια ωριμη φραουλα, και κρυφτηκε πισω απο ενα δεντρο. Εκλεισε το ενα ματι και...
οχι, μισο λεπτο, αναφωνισε, δεν φτανω. Σουφρωσε τα χειλη του και διπλωσε τους αγκωνες του για να σκεφτει μια λυση.
Θυμηθηκε την βιβλιοθηκη του κηπου, μια μεγαλη δεντροφυτη εκταση με βιβλια καθε ειδους. Ποτε του δεν τα διαβαζε, μα τωρα θα εκαναν εξαιρετικη σκαλα για το υψος του. Διχως να χασει χρονο πηγε στη βιβλιοθηκη και βουτηξε καμποσα βιβλια.
Βιβλια μεγαλα, βαρια, βιβλια πολυχρωμα, βιβλια πολυκαιρισμενα, μικρα, κιτρινισμενα, χειρογραφα. Οτι βιβλιο βρηκε μπροστα του πηρε το αγγελακι χωρις να τους ριξει δευτερη ματια. Πηγε παλι στο δεντρο του, στοιβαξε τα βιβλια σ ενα μεγαλο πυργο και περιμενε το αγγελακι να περασει. Ο ηλιος κοντευε να πεσει πια, και το αγγελακι ειχε αρχισει να κουραζεται με την αναμονη.
Αποφασισε να καθισει για να ξεκουραστει. Μα δεν υπολογισε καλα, εχασε το βημα του και τα βιβλια σκορπιστικαν δεξια κ αριστερα.
Τα μαζεψε οπως οπως και πηγε να βρει μια γωνια να ξεκουραστει. Μα δεν τα μετρησε. Του ελειπε ενα βιβλιο. Την ιδια ωρα, στη γη, ενα κοριτσι κοιταζε το ηλιοβασιλεμα.
Δεν προλαβε να αποχαιρετισει τον ηλιο οταν ξαφνικα ενας γδουπος ακουστηκε κ ενα βαρυ αντικειμενο προσγειωθηκε στα ποδια της.
Ενα βιβλιο. Ξαφνιασμενη εμεινε να το κοιταζει για καμποση ωρα, κι αφου βεβαιωθηκε οτι κατι ακινδυνο θα ειναι, δε μπορει, απλωσε τα χερια της να το πιασει.
Το ακουμπησε στην αγκαλια της και το περιεργαστηκε για λιγο.
Το βιβλιο των απαντησεων, ηταν ο τιτλος του.
Το βιβλιο της ζωης θα ελεγε κανεις. Η πρωτη σελιδα, προσταζε τον αναγνωστη να κανει μια ερωτηση. Το κοριτσι ρωτησε"τι χρωμα ειναι οι ελεφαντες;"
και γραμματα εμφανιστηκαν στην σελιδα. "Γκρι", απαντησε το βιβλιο.
Το κοριτσι ρωτησε τη γευση εχει το λεμονι, αν ολοι οι ανθρωποι πεθαινουνε, ποτε θα ξαναβρεξει, αν μιλανε οι γατες. Και σε ολα πηρε απαντηση.
Αφου πειστηκε οτι το βιβλιο ειναι πανσοφο και εχει ολες τις απαντησεις του κοσμου,
αποφασισε να το χρησιμοποιησει για δικο της οφελος. Εδω και καιρο ενα ερωτημα της εκαιγε τα σωθικα, της εκλεβε τον υπνο, της αλλαζε τα σχεδια.
Πηρε μια βαθια ανασα και ρωτησε, "υπαρχει το αλλο μας μισο;"
Ανοιξαν οι ουρανοι την ωρα εκεινη. Συμπτωση ή μοιρα κανεις δεν ξερει, μα το βιβλιο εγινε αμεσως σκονη στα χερια της, ενας αερας φυσηξε και εξαφανισε και τη σκονη, και τιποτα δεν εμεινε πια απο το βιβλιο εκεινο.
Στην αυλη του θεου, οπου τα αστερια τρεμοπαιζαν και εριχναν το φως τους στα πολυχρωμα φρουτα, γεμιζοντας τον τοπο φωτακια πολυχρωμα με τις αντανακλασεις, στην αυλη εκεινη, ενα αγγελακι το τραβαγαν απο το αυτι. Το βραδυ εκεινο, το αγγελακι εμαθε για τους ανθρωπους. Εμαθε για το μελλον που περιμενουν, για το παρον που φτιαχνουν, για το παρελθον που τους νανουριζει. Εμαθε για τις ερωτησεις τις μεγαλες που τους βασανιζουν και ειτε τους δινουν φτερα, ειτε τους κρατανε στη γη. Σαν πουλια σε κλουβια τους φανταστηκε τους ανθρωπους το αγγελακι. Εμαθε για το μυαλο τους, και εμαθε οτι οι ανθρωποι αποφασεις δυσκολα παιρνουν χωρις απαντησεις. Υποσχεθηκε ποτε ξανα να μην παιξει με τα βιβλια, να μην τα δωσει ποτε στους ανθρωπους υποσχεθηκε, γιατι αλλιως η ζωη τους δεν θα εχει κανενα νοημα. Κι οταν ολα αυτα τα υποσχεθηκε το αγγελακι, και πηρε ενα ζεστο φιλι, κουλουριαστηκε κατω απο μια ιτια και κοιμηθηκε γλυκα.

2 σχόλια:

Παναγιώτα είπε...

Έεεεεεεεεελα, είναι πάρα πολύ ωραίο!!!Αχ αυτά τα αγγελάκια με τις ζαβολιές τους που πώς να τους κρατήσεις κακία;!

Georgina είπε...

"Το βραδυ εκεινο, το αγγελακι εμαθε για τους ανθρωπους. Εμαθε για το μελλον που περιμενουν, για το παρον που φτιαχνουν, για το παρελθον που τους νανουριζει."
Τι όμορφο =)