Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

Μια καλη αρχη

Όλα ξεκινάνε απο τα χέρια. Πάντα. To νιώθεις ήδη απο το ερευνητικό βλέμμα και το μικρό τρέμουλο, μάλλον η ψυχή φτερουγίζει αλλά πως εσύ να το καταλάβεις...

Θα σε κοιτάξει και θα χαμηλώσει το βλέμμα, θα δει τα χέρια σου που στέκονται κρύα πάνω σε ένα κομμάτι ύφασμα ανευ σημασίας, πάνω σε πόδια τρεμάμενα, πάνω σε ένα τραπέζι που απλά στέκεται ανάμεσά σας, γύρω απο μια κούπα καφέ που πίνεται για να σου λύσει τον κόμπο που έχεις στο λαιμό.
Για κάποιον περίεργο λόγο, εκείνη τη στιγμή θέλει τα χέρια σου. Τον ελκύουν σαν ιστορία, σαν ένα κομμάτι τέχνης ανεξήγητο, θα μπορούσε να το κοιτάει για ώρες και να φτιάξει τις δικές του ιστορίες, χέρια που έχουνε χαιδέψει, που έχουνε παίξει, που έχουνε κυλήσει πάνω σε όμορφα υφάσματα και άγριες επιφάνειες, χέρια που έχουν γλιστρήσει σε πλήκτρα πιάνου, σε χορδές κιθάρας.
Χέρια που έχουνε γρατζουνίσει, έχουν προκαλέσει πόνο, έχουν τυλιχτεί γύρω απο μια νευρική μπούκλα, έχουν γυρίσει σελίδες και σελίδες, έχουν απλά μείνει εκεί να αναπνεόυν απο νεύρα, απο πάθος, απο ένταση, απο φόβο. Αυτά τα χέρια θέλει να πιάσει. τόσο βαριά και φορτωμένα. Στην αρχή απλά θα τους αποσπάσει την προσοχή, το ρούχο θα μείνει μόνο του χωρίς τσάκιση, τα πόδια θα χάσουν το τέμπο τους, ο καφές θα κάνει παρέα στο ενοχλητικο έπιπλο. Θα τα πιάσει και τα φέρει κοντά στα δικά του, θα τα περιεργαστεί σαν να μην έχει ξαναδει χέρια, δάχτυλα, τόσο όμορφα και εύθραστα, κανείς δεν θα μάντευε την ιστορία τους.
Μπορεί να κοιτάξει τα νύχια σου, εσύ θα νιώσεις αβολά κάνοντας πως τα κρύβεις, ή θα περηφανευτείς για το πρόσφατο μανικιούρ σου. Θα τον αφήσεις να στα χαιδέψει, ίσως πειράξει μια παρανυχίδα σου, εσύ θα πονέσεις, θα βγάλεις έναν ήχο ενόχλησης κι αυτός θα κρύψει τα δάχτυλά σου μέσα στα δικά σου για να ξεχαστείς.
Και μετά, όταν όλο αυτό έχει περάσει, όταν πιστέψει πως πλέον διάβασε ότι μπορούσε για σένα απο σένα, θα το κάνει. Θα το κάνει όπως το κάνανε τόσοι πριν απο αυτόν, όπως το έκανε εκείνος ο τύπος στην ταινία που είδες προχθές και έκλαψες, όπως το έκανε το αγόρι στο παγκάκι που πέρασες απτην πλατεία και κρυφοχαμογέλασες, όπως το έκανε ο μπαμπάς σου όταν βρήκε τη μαμά σου, όπως το έκανε ο άντρας στη γυναίκα απο την αρχή που την πρωτοείδε, που την αναγνώρισε ως το άλλο του μισό σε αυτόν τον κόσμο, κάτω απο ένα δέντρο, γυμνοί και φοβισμένοι.
Θα πιάσει τα χέρια σου και θα τα βάλει πάνω στα δικά του να δει πόσο μεγάλα είναι, πως εφαρμόζουν, πόσο εξέχουν, πόσο ταιριάζουν. Θα προσπαθήσει να τα ακουμπήσει ακριβώς πάνω στα δικά του, η παλάμη του θα γλιστρήσει επίτηδες πάνω κάτω για λίγο, λίγα δευτερόλεπτα επαφής παραπάνω, και θα μείνει εκεί.
Και ο καφές θα κρυώσει και οι τοίχοι γύρω σας θα γκρεμιστούν, και οι άνθρωποι θα αρχίσουν να μικράινουν, όσο εσείς κοιτάτε αυτό το μαγικό πράγμα να σας συμβαίνει, τα χέρια σας μια απόλυτη κόπια.

3 σχόλια:

me and my είπε...

Εσκισες

Panayota είπε...

Ααααααααααχ...βρε κοριτσάκι και διαβάζω τέσσερις μέρες τώρα Ζέρη, με εγκέφαλο να φλέγεται...τί μας κάνεις μες στον Αίγουστο!

*LiLiTh* είπε...

Απλά απίστευτο....