Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

ελα

Ειναι μια γλυκια βραδυα αποψε
τοσο γλυκια που δεν φανταζεσαι
η πιο γλυκια ολου του χρονου,
και ειναι εγκλημα να μενεις μεσα,
να χτυπησω τις πορτες να βγουνε ολοι εξω θελω,
να αναπνευσουν,
μαζι τους κι εγω.
και θελω τοσο να βγω,
θελω την παρεα σου,
οποιος κι αν εισαι,
αποψε,
αποψε μονο,
να τρεξουμε με τα ποδηλατα
να παραβγουμε
και λαχανιασμενοι να φτασουμε
καπου,
οπου,
να πιουμε
και να μεθυσουμε απο τα λογια μας
λογια πολλα
θα μιλαω πολυ
και μετα θα γελαμε
και δε θα σοβαρευουμε
και δε θα κοιταμε τα ρολογια μας
μα μοναχα απο την ψυχρα
κι απτα αστερια που μετατοπιζονται
θα ξερουμε οτι εχει περασει η ωρα
μα δε θα μας νοιαζει,
δεν πρεπει τιποτα,
ολα ειναι εδω.
Θα ακουμε τους γρυλους που θα μας κανουν παρεα,
αυτο ειναι το σαουντρακ της δικης μου ζωης φαινεται,
κι υστερα,
οταν κι οι τελευταιοι μουσικοι μαζεψουν τα συνεργα τους,
οταν οι δρομοι θα εχουν αδειασει και ολα θα εχουν σωπασει,
σαν ο μαεστρος να αφησε κατω τη μπαγκετα του,
μονο τοτε θα δεχτω να με πας σπιτι,
με ματια να βασιλευουν,
και ενα χαμογελο,
πως περασα ομορφα,
με εσενα,
ενα φιλο καλο,
που με αγγιξες με τα λογια σου
και σε ζωντανεψα με τις σκεψεις μου,
πως εζησα,
κι αν δεν ξαναρθει,
ας ειναι,
ημουν εδω με σαρκα κι οστα για να τη δω,
τη μερα αυτη την ιερη.

ελα
ελα
ελα

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

τιποτα

γιατι να γραψω δεν ξερω γιατι να γραψω γι αυτο δεν γραφω
δωσε μου ενα λογο να γραφω
εχω πολλους
αλλα δεν γραφω,
ακομα και γι αυτο θα μπορουσα να γραψω αλλα ουτε γι αυτο δεν γραφω.
και τι να γραψω
για τα καλοκαιρια που φυγανε τα ειπαμε
σας κουρασα με κουρασα κι εμενα
τι να γραψω
για τη γατα στο πληκτρολογιο
για τα συννεφα που ερχονται
για τα ποδηλατα που σκουριαζουν
για τις μπουκαμβιλιες που μεγαλωνουν
για τα μαντρακια που ψηλωνουν
για τα ουζα που ζαλιζουν
για το σπιτι που δεν ειναι σπιτι μου
για τις αποφασεις που δεν παιρνονται
για το μελλον το ασχημο, διχως σχημα δηλαδη, μην παρεξηγουμαστε,
για τι να γραψω χωρις να επαναλαμβανομαι η εστω χωρις να δειχνω οτι επαναλαμβανομαι
αφου εμπνευση δεν εχω.

οχι, μη μου πεις τι να γραψω.
δωσε μου εμπνευση.

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

παρεξηγηση

Καθε φορα,
με αφηνεις στην πορτα μου μπροστα,
στην εισοδο ακριβως,
ουτε χιλιοστο δεν σου ξεφευγει.

Καθε φορα,
κανεις μπροστα και πισω,
βαζεις πρωτη και οπισθεν,
πρωτη και οπισθεν,
για να μ αφησεις στα σκαλοπατια μου μπροστα.

Καθε φορα,
με λες πριγκιπισσα,
και τρεχεις την πορτα να μου ανοιξεις,
για να κατεβω,
να παω στο σπιτι μου,
να κοιμηθω.

Καθε φορα,
νομιζεις οτι εισαι τζεντλεμαν,
και με αφηνεις να φυγω,
ενω εγω μονο να μεινω θελω τελικα. 

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

για τις ψυχες μας

ειναι τα μεσημερια αυτα παλι εδω
που θελεις ολα να τ ακουσεις, ολα να τα δεις,
να ζησεις.
ειναι που τα τζιτζικια ειναι εκει εξω τωρα πια,
και το στηθος ανεβοκατεβαινει
σε αλλους ρυθμους,
κι αερας μπαινει απ τα ανοιχτα παραθυρα καθε στιγμη.
ειναι που ρχονται μνημες,
και μπλεκουν τα υφαντα τους με ονειρα,
και σε αφηνουν καθυδρο, να μην μπορεις να κοιμηθεις,
γιατι ολη η ζωη εκει εξω συμβαινει, τωρα, τωρα, τωρα.
κι αν τα νησια ηταν μια δρασκελια, μια ανασα,
τωρα κιολας θα σ επαιρνα να φυγουμε, να αναπνευσουμε.
να χαθουμε στον ηλιο τoυ μεσημεριου,
να ανταλλαξουμε τις βαριες σκιες μας με ισκιους πευκων,
τις ψυχες μας να πουλησουμε για λιγη μουσικη μονοτονη,
κι ερωτας μια για παντα να γινουμε,
μες στα πλακοστρωτα, τα πουσια, τα μαντρακια και το κυμα.
ν αποτιναξουμε την αγριαδα των καιρων,
να συγχωρεσουμε οσα περασαν και δεν ηρθαν,
και να ορκιστουμε,
μ ενα αλμυρο φιλι στο βλεμμα να τρεμοπαιζει,
αλλα μεσημερια ποτε μας να μη χασουμε.

(και καθε χρονο ωδη στο καλοκαιρι,
και καθε χρονο μου ξεγλιστραει απ τα χερια)

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

προσδοκια

Βλεπω τους κουρασμενους αντρες στο μετρο,
με τα παπουτσια τα αχαρα, τα μαυρα,
καποιοι κομψοι λιγακι παραπανω φορανε λουστρινι,
καποιοι λιγο πιο ακομψοι στριμωχνουν το ποδι τους σε παπουτσια μυτερα.
Και παντα οι ιδιες καλτσες, λεπτες, παντα εως εκει που βλεπεις το ποδι γυμνο λιγα εκατοστα, και υστερα μπατζακι.
Δε φταινε παντα αυτοι,
συνηθως οχι,
παντα μια γυναικα ειναι υπευθυνη για οτι κρινεις σ εναν αντρα,
μεσα και εξω.
Μια γυναικα που περιμενει,
μια γυναικα που καποτε ολοι αυτοι οι αντρες οι θαμποι ερωτευτηκαν,
κι ισως ακομα ερωτας ειναι,
μα τωρα πια ειναι και κουρασμενοι.
 Και τους βλεπω, τους κοιταζω, τους παρατηρω,
με τα σακακια τους,
και τους χαρτοφυλακες,
και την κουραση περασμενη στα στεφανια των ματιων τους.
Να πανε σπιτι, να ακουμπησουν ολη την κουραση τους στο τραπεζι,
και να τη φτυσουν σε μια μπυρα μεσα,
κι ισως τη χωσουν μεσα σε καποιο τυχαιο δαντελωτο, εξισου κουρασμενο εσωρουχο.
Κι αναρωτιεμαι,
αραγε θα θυμηθουνε να παρουνε στη γυναικα που ερωτευτηκαν το εβδομαδιαιο περιοδικο που αγαπαει;

σοφια

Μεγαλωσα με το Αιγαιο στην καρδια, να με καιει σαν ανεκπληρωτος ερωτας καθε καλοκαιρι,
να με καιει οπως το χιονι τα λουλουδια καθε χειμωνα.

Δεν ξερω γιατι, απλα συνεβη, οπως συμβαινει να ερωτευεσαι καποιον αγνωστο μεσα στο τρενο.

Κι αν λιγο, μονο λιγο αν αφησω τη σκεψη μου να περιπλανηθει εκει που συνηθως δεν την αφηνω, θα σου πω πως το αιγαιοπελαγιτικο καλοκαιρι που παντα περιμενα δε θα ρθει πια. Ξερω μοναχα πως ξεγλιστρησε απο τα χερια μου, και ξερω πώς. Και ξερω ακομα πως χρονο με το χρονο τα καλοκαιρια τα ευσεβη τα ποθητα σβηνουνε, χεθωριαζουνε, σα χρωματα νερωμενα, ανακατεμενα απο το χερι ερασιτεχνη. 

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

γρηγορα

Κι οπως ολα τελειωνουν,
ετσι τελειωνει κι αυτο.
Μονο η βροχη δεν μου κανει τη χαρη.
Ολα τ'αλλα τελειωνουν.
Μα τρεξιμο στη βροχη,
φωτογραφιες στη βροχη,
αγκαλιες στη βροχη,
τοση βροχη μαζεψα φετος,
περισσοτερη κι απο τα μεσα δακρυα που χυνω, σκεψου.
Ολα τελειωνουν λοιπον.
Η Αναστασια φευγει
και ξεχνα τα ανεκδοτα και τις κατσαρολες και τα σουπερμαρκετ,
και μετα εγω,
και ξεχνα τα παρκα και τα περιοδικα και τα νουντλς.
Και μεχρι τοτε θα μεινουμε με το Φελιπε στην κουζινα
να πινουμε τσαι
και να λεμε
"μα ποτε θα σταματησει η βροχη;"
Κι υστερα θα γυρισω στο φυσικο αφυσικο μου περιβαλλον
Και παμε παλι απ'την αρχη.

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

φαντασματα

Ερχονται που και που
συχνα δηλαδη ειναι η αληθεια,
και κλαινε με λυγμους εξω απ'την πορτα μου.
Χτυπανε να τους ανοιξω,
ολοι μαζι,
ποτε σιγα και ποτε με μανια,
κι οταν αποκαμωμενοι σταματησουν,
μιλανε μεταξυ τους, αναποφευκτο.
Ενωνονται οι νεκροι απεναντι στους ζωντανους απο αναγκη.
Θυμουνται τα παλια,
τσακωνονται,
και παλι κλαινε.
Σ εμενα θελουν να τα πουνε αλλα η μοιρα τους ειναι υφαντο συρματινο.
Μια στο τοσο περιμενουν να τους ακουσω,
κι αφου απαντηση δεν παρουν,
φιλιωνουν μεταξυ τους οι εχθροι και φευγουν σερνοντας τα βηματα τους.
Κι εγω πισω απ την πορτα,
να κλεινω τα ματια ευτυχης μα και με τυψεις,
τα βασανα τους που ουτε σημερα δεν με αγγιξαν.

Μα σημερα ενας αερας μου ανοιξε την πορτα,
και χυμηξαν πανω μου οι νεκροι.
Σαν σε εξομολογητηριο μπηκαν στο δωματιακι μου.
Αλλος με σκυμμενο το κεφαλι, ωμους σκυφτους.
Αλλος με βημα γρηγορο και φουρια, θελει το δικιο του να βρει. Εστω νεκρος.


Ποτε δεν πιστευεις οτι οι νεκροι εχουνε καποτε ζησει. Ποτε.
Κι αν ζησανε, ζησαν χλωμα και αχρωμα, αρυθμοι χτυποι τους φτασανε ως το τελος της ζωης.
Μα εσυ στη δινη του τωρα αγνοεις,
οτι χωρις τις ζωες αυτες τις ταραγμενες,
εσυ δεν θα σουνα τωρα εδω.

Μην αγνοεις,
λιγη σημασια να δωσεις στη ζωη τους θελουν.
Αλλιως αδικα εζησαν.

Αποψε βαρυνε την ψυχη μου η δικη μας μικρη σαγκα.

Χαμενοι ερωτες, και ζηλειες, και τυψεις, και μοναξια.
Τους αφησα μονους τους. Τοτε που ζουσαν.
Και μυστικα, και ασπροι τυχοι,
κι εγω μακρια,
να κανω οτι ζω.

Σα να ναι ηδη νεκροι τους φερεσαι, το ξερεις;

Αποψε το αντιμετωπισα κι αυτο.

Μου εσφιξαν το χερι,
με κλαματα με παρακαλεσαν μην τους ξεχναω,
μα προπαντων μη,
μη γινω σαν κι αυτους.

Μου υποσχεθηκαν πως θα ξαναρθουν.

Κι υστερα εφυγαν, αναλαφροι και σιωπηλοι,
θλιμμενοι και ωραιοι.


Μοιραστηκαν το βαρος τους αποψε οι παλιοι μου γνωριμοι.
Κι εγω εμεινα στον προθαλαμο μου γονυπετης κι ανημπορη να σηκωθω.







Σάββατο 11 Μαΐου 2013

λιμιτ

Ποτε εγιναν ολα αυτα εγω ποτε δεν καταλαβα.
Ποτε γκριζωσαν οι ουρανοι και ποτε εμαθα να σβηνω.
Ποτε ξεχασα να γραφω
και ποτε αποφασισα να μη γραφω οπως γραφω αλλα να γραφω επειδη απλα γραφω.
Κι εγω μπερδευτηκα μη μου φοβασαι.
Ποτε δεν βλεπεις ομως την τροχια που παιρνεις.
Αλλιως δεν θα την εκανες.
Πλασματα υπεροπτικα,
που παντα για το υπερτατο γεννιουνται.

(τι λες να επιστρεψουμε σ αυτα που μαθαμε;)

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

εκει



Δεν θα στο πω ποτε κοιτωντας σε στα ματια.

Δεν θα στο ψιθυρισω στο αυτι.

Μα όταν τα βραδια μοιραζομαστε, κοιμωμενοι μετρωντας τη χαρα μας, με ένα μαξιλαρι και οι δυο, στο μουρμουριζω μυστικα κι ας μην ακους.

Ποτε δε θα γυρισω.

Από τη χωρα που γεννηθηκε ο ερωτας μας, αυτή που λεγεται «εκει», ποτε δε θα γυρισω.

Από τους ξενους ουρανους, τους βρομικους σταθμους και τα φωτα βατ αγνωστων.

Θα ειμαι παντα «εκει» για σενα, μακρυα.

Να με κυνηγας και να σε περιμενω,

Σε δωματια μικρα,
Να δοκιμαζω δαντελες για τη φαντασια σου,
Να βαζω τα καλα μου για τους υπογειους σιδηροδρομους.
Να σου μαγειρευω εξωτικα πιατα σε εξελιξη
και να μαθαινεις το συναλλαγμα.

Τα βραδυα να θελω να με κοιμιζεις με κρασι, κι οι νυχτες να μη θελω να σβησουν.
Γιατι ο χρονος εδω μετραει αλλιως.

Να μεταφραζω τον ερωτα μας σε αποσταση, να σε κραταω σε εγρηγορση, πως αλλιως.

Να περπαταω ξενους δρομους,
Να μιλαω ξενες γλωσσες,
Να γελαω στα ξενα,
Και να ζηλευεις.

Πως αλλιως.

Παντα «εκει»,

Οπου μια βολτα στο σουπερμαρκετ είναι περιπετεια,
Μια εξοδος κραταει μια βαρδια,
Και το μοιρασμενο μπανιο μεταφραζεται σε αγαπη.

Δε θα στεριωσω, δε θα ξεχειμωνιάσω στην ιδια πολη,
Δε θα με συνηθισεις στις πλατες  τοπιων ιδιων.
Δε θα μας ειναι ποτε ο χρονος αρκετος.

Θα μεινω «εκει».

Θα συνεχισω να μας στοιβαζω σε μια βαλιτσα, μεσα σε τι-σερτ ιδρωμενα και φωτογραφιες.
Να ψαχνω το βλεμμα σου πριν το τσεκ ιν.
Να βασανιζω την ψυχη μου με την απουσια σου,
Να πνιγω λυγμους και οργες.
Και να θελω να φυγω από το «εκει» για να σε βρω.

Ραντεβου στην Ανατολή. 




Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

μεταξυ συρμου και αποβαθρας

Οταν γυρναμε κουρασμενοι απο τις αγορες και τα φωτα
μεσα σ ενα βαγονι σιωπηλοι,
τουλαχιστον να μου κρατας το χερι.

Οταν δεν εχουμε κατι να πουμε,
να μου κρατας το χερι, τουλαχιστον.
Για να μη γινουμε σαν αυτους,
ξερεις ποιους,
αυτους που καποτε ηταν σαν εμας,
πολυ πριν γινουνε "αυτοι"
που τους δειχνουμε με το δαχτυλο καθως τιτιβιζουμε φιλια στις γωνιες του κοσμου.

Να μου κρατας το χερι σφιχτα,
να το χαιδευεις.
Να του δινεις παλμο.
Να μου δινεις παλμο,
να ξερω οτι ειμαι εδω,
ζωντανη,
και ειμαι διπλα σου και σου δινω ρυθμο,
δεν βρεθηκαμε τυχαια διπλα διπλα στα βρωμικα καθισματα του ηλεκτρικου,
δεν θα κατεβουμε σε αλλες στασεις,
δεν θα ξεχασεις να με παρεις μαζι σου φευγοντας,
προσεχοντας μην πεσεις στο κενο,
μεταξυ συρμου και αποβαθρας. 

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

αιωνια χρεη


Δεν ξερω αν ηταν πραγματι τσαι του βουνου αυτό που μυριζε στην κουζινα σου, κι αν στ αληθεια όλα αυτά τα τσιγκινα κουτακια ειχαν αρωματικα βοτανα και μπαχαρικα. Παλευω με τη μνημη μου να θυμηθω τα ραφια, και φερνω στο μυαλο μου κατι κουκλακια που κανανε παρεα στο αλατι και το πιπερι, νομιζω μια μαιμου ηταν σιγουρα στην παρεα αυτή. Παντα ημουν περηφανη για την παιδικοτητα του μυαλου σου που μας εδειχνες τις φορες που δεν κλεινοσουν στον εαυτο σου, σιωπηλος. Δεν ξερω αν ηταν αυτές οι μυρωδιες που θυμαμε, πανε χρονια συγχωρεσε με που οι αναμνησεις είναι τοσο ρευστες και μπλεκονται με μυρωδιες που ποτε δεν θα μαθω από πού θυμαμαι, αλλα εμενα το τσαι του βουνου με εκανε να κλεισω τα ματια και να ταξιδεψω στη Ραφηνα. 
Στη μαγικη Ραφηνα, στο μαγικο σπιτι, στα μαγικα πευκα. 
Θυμαμαι τη στροφη που επαιρνε το αμαξι στο «Μυλο» για την τελικη ευθεια, και το ατελειωτο λεπτο μεχρι να φτασουμε στην καγκελενια πυλη, κι εσυ ετρεχες να μας ανοιξεις. 
Θυμαμαι  όταν ανακαλυψα για πρωτη φορα τα βιβλια σου, και ημουν στ αληθεια μικρη για όλα αυτά, αλλα με στοιχειωσαν τα Ανεμοδαρμενα Υψη, οσο αφελης κι αν ημουν, και διπλα σ αυτά οι κοκκινοι τομοι δερματοδετοι γεματοι ιστορια, και καπου εκει εσυ, με τα πεδιλα του σκι να χαμογελας διπλα σε καποιον πολύ σημαντικο, συγνωμη δε θυμαμαι πια. 
Θυμαμαι την κουνια που ειχες φτιαξει, και εφτανα μεχρι τον ουρανο και μετα τα ποδια μου μπλεκοντουσαν με τα σχοινα εκει στα δεξια 
Θυμαμαι τα πρωινα που πηγαινες με τη Μαρμαρω στο σουπερμαρκετ, και αργουσε να παρει μπρος, και το τιμονι ηταν βαρυ αλλα ημουν η παρεα σου και για τιποτα δεν εχανα τη βολτα μας, και μου επαιρνες ότι ηθελα και μου κοροιδευες τους οδηγους που κορναραν και παντα παρκαραμε εξω από την εκκλησια. Θυμαμαι εκεινη την ανηφοριτσα, που παντα φοβομουν ότι δεν θα την ανεβει η Μαρμαρω σου. Θυμαμαι ότι ποτε δεν ηρθες για μπανιο. Κι ας το αγαπουσες καποτε, ή ισως κι αυτό δεν το ξερω καλα. Συγνωμη που δεν το ξερω, αληθεια. Αλλα ποτε δεν ηρθες. Και ησουν παντα τοσο ασπρος. Φοραγες αυτή τη μπεζ βερμουδα και κάθε απογευμα ποτιζες με τις ωρες τα λουλουδια σου, και μου λεγες ανοιξε το νερο κλεισε το νερο, και χανοσουν στα χωματα φορώντας τα παλια σπορτεξ μου. Και μετα με φωναζες να αναψουμε το καντηλακι στον Προφητη Ηλια, γινεται αληθεια να εχεις εκκλησακι στο οικοπεδο σου; Κάθε καλοκαιρι εκει σε γιορταζαμε, κι ολοι το ξερανε κι ολοι ερχοντουσαν και για ολους αυτους ετρεχες να παρεις καρβελια για την αρτοκλασια κι εγω περιμενα στο φουρνο και ηθελα να με ανεβασεις στο αλογακι διπλα στο περιπτερο. Θυμαμαι τα μεσημερια, που τα τζιτζικια ηταν στα καλυτερα τους, και εσυ εκλεινες την πορτα να κοιμηθεις, κι εγω αναρωτιομουν τι θα γινει αν χασεις τον υπνο σου μια μερα αλλα παντα εκανα ησυχια και εκανα βολτες μες στα πευκα ψαχνωντας γατες και μιλωντας σε φανταστικους φιλους και παρατηρώντας τα μυρμηγκια να μπαινουν στις φωλιες τους και περιμενοντας να ξυπνησει το σπιτι για να κανω βολτα με το ποδηλατο, να σκισω τα γονατα μου γι άλλη μια φορα. Και όταν το απογευμα ερχοταν, θυμαμαι, επινες παντα καφε ελληνικο, συγνωμη που δε θυμαμαι ποσες κουταλιες ζαχαρη. Ισως πολλες γιατι σου αρεσε το πολύ αλατι και ισως και η πολλη ζαχαρη. Πολύ αλατι, και παντοτε με κοιταζες συνομοτικα όταν κ οι δυο κρυφα καναμε ασπρο το φαγητο μας. Και τα απογευματα στο τραπεζι με τα βοτσαλα και τα κοχυλια, όταν πια ο ηλιος κρυβοτανε λιγο, εβγαινε το ταβλι και παιζατε με τις ωρες, και μαλλον σχεδον παντα κερδιζες. Και σταυρόλεξα, μην ξεχασω τα σταυρολεξα. Εσυ με εμαθες, θυμασαι; Και παντα σε θαυμαζα που εβρισκες ολες τις λεξεις, και ακομα μετανιωνω που αρνιομουνα να μαθω τους αριθμους. Και ηταν η τελεια μερα αν το βραδυ πηγαιναμε στο Ντορβα για φαγητο, κι εσυ ετρωγες παιδακια και δεν σταματαγες οσο κι αν σου λεγανε να σταματησεις και μεσα σου ξερω ότι χαιροσουνα σαν παιδι γιατι σε πηγαιναμε στην καλυτερη ταβερνα του κοσμου. Θυμαμαι τις ωρες που δε μιλαγες όμως και γινοσουνα μεγαλος, πολύ μεγαλος, και φοβομουνα ότι ποτε δε θα ξαναγελασεις. Ισως σκεφτοσουνα τα μεταλλια σου, ισως τα χρονια που εχασες, στον πολεμο και στο σπιτι. Ποτε δε ρωτησα. Ημουν μικρη και οι μικροι δεν κανουν τετοιες ερωτησεις. Και τωρα που μεγαλωσα που εισαι; Και ισως μετα από μια ωρα επεστρεφες από τα μερη εκεινα, και παλι εμφανιζοσουν στο μπλε παραθυρο, και μου κανες τα δαχτυλα κυκλους και τα βαζες στα ματια σου και μου κανες την κουκουβαγια. Και επαιρνες τη χτενα να είναι ωραια τα μαλλια μου, «σκαλες» ελεγες, κι εγω τσιριζα γιατι από τοτε δε χτενιζα τα μαλλια μου, αλλα στο τελος φουσκωνα από περηφανια που γινομουν μια σωστη δεσποινιδα για σενα. Θυμαμαι τα Ξυλινα Σπαθια που εμαθα ένα καλοκαιρι και η κασετα δεν εβγαινε μεχρι να βαλεις Χαρυ Κλυν, και θυμαμαι το πρωτο τραγουδι των Beatles, το Help ήτανε, και επαιζε στο ραδιοφωνο ενώ εγω κοιταζα το ξυλινο ταβανι κι εσυ εκανες κουβεντες που κανουν οι μεγαλοι. Θυμαμαι το πηγαδι που ποτε δεν ανοιξε τελικα, το σφραγισες μια για παντα νομιζω ριχνοντας μεσα πολλα πραγματα. Θυμαμαι τη μερα που ενιωσες ότι τα χρονια περασαν, και θελησες να μιλησεις για οσα εζησες, για την Πολη και για τη θαυμαστη ζωη σου, που ηξερες ότι επρεπε να γινει βιβλιο, να μη χαθει, κι ακομα μετανιωνω που δεν ημουν πιο μεγαλη, που ακομα δεν ηξερα τη δυναμη του λογου και του γραπτου,  που ακομα δεν ηξερα τι σημαινουν αυτές οι ζωες, και που ακομα δεν ηξερα ότι καμια ζωη δεν είναι ιδια, και ότι σιγουρα η δικη σου ηταν μοναδικη. Και δεν το ηξερα γιατι απλα ησουν όλα αυτά τα μικρα πραγματα που θυμαμαι, τα πραγματα που μπαινουν στη μεση και σκιαγραφουν τον ανθρωπο διπλα σου χωρις την αδεια του. Θυμαμαι που σχεδιαζα να σκοτωσω τον γειτονα γιατι σε στεναχωρησε. Πως μπορεσε;  Θυμαμαι πως τα χρονια περασαν και τα καλοκαιρια εγιναν μικροτερα κι από κει που κάθε πρωτη του Ιουνη ειχα τρεις μηνες για να μαγευομαι στα πευκα σου, όλα αρχισαν να συρρικνώνονται. Θυμάμαι την απογοητευση σου, όταν εμαθες για το άλλο εξοχικο, γιατι  οι κοποι σου πηγαν χαμενοι, γιατι η Ραφηνα θα βουλιαζε στις σταχτες τις πια. Θυμαμαι τις ενοχες μου, γιατι δε σταματησα να σε φανταζομαι μονο σου να ποτιζεις τα λουλουδια. Και μετα ηρθαν κι άλλες ενοχες, όπως γινεται παντα όταν χασεις πια καποιον. Θυμαμαι πολλα, κι αν κλεισω τα ματια νιωθω μυριζω αγγιζω γευομαι πραγματα που ποτε πια δε θα γινουν εικονες . Και με το βαρος των αναμνησεων, πεταω για να φτασω τον φυλακα αγγελο μου, σε νιωθω, να το ξερεις. Και το καλοκαιρι θα γυρισω στη Ραφηνα σου, στη Ραφηνα μας, και θα ξεριζωσω τα σχοινα και θα ξαπλωσω  στο ντιβανι κατω από το μπλε παραθυρο να καιγομαι από τον ηλιο που με αυθαδεια σκιζει τα πευκα και θα πω «Γυρισα»  και θα αφησω τα τζιτζικια να μου μιλησουν για σενα. Σου το χρωσταω, παππου.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

περηφανια



Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

σπιτι

Η αιωνια επιθυμια 
το μοιρασμενο κρεβατι 
οι μοιρασμενοι τοιχοι
να σου δωσω τα βιβλια μου 
να μου δωσεις τους αριθμους σου
σε εναν καναπε 
χωρις ηλιοβασιλεματα βαρια
μπλεγμενα ποδια 
και βλεμματα που συναντιουνται στα διαλλειματα της εικοσιτετραωρης ζωης
η γλυκια ρουτινα
μαγειρικη σε πειραματικο σταδιο
κι οι ωρες να γλιστρανε σε σεντονια καθαρα.
Κι εγω σου λεω,
να φευγεις, 
φτανει μοναχα να γυρνας. 




Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

μαγια

Αν σε βαλω σε μια καρεκλα να καθισεις,
να κλεισεις τα ματια, 
να αφεθεις, 
νομιζεις θα μπορεσεις να θυμηθεις;

Θα σε ρωτησω πότε.

Ποτε ησουν παιδι;
Πότε ηταν που ταξιδευες επανω σ ενα κοκκινο χαλι με μια φαντασια που κανεις δεν σου ειπε που να βρεις, και πότε κοριτσακι που αποτυπωσε ολα τα χρωματα ενος αδιαφορου δειλεινου με μια θλιψη που κανεις δε σου εχτισε;
Πότε ησουν το κοριτσι του μπαμπα που σου εφτιαχνε βυσσιναδα και ποτε ησουν τοσο μικρη που ανακαλυψες τη χαρα του μισοφεγγαρου καρπουζιου με τα χερια;
Πότε ηταν που απομονωσες για λιγο τα τζιτζικια και ακουσες τους βαλτους στα Ανεμοδαρμενα Υψη;
Πότε επαιζες κυνηγητο και γυρναγες με ματωμενα γονατα;
Ποτε ριγησες πρωτη φορα με ενα βιβλιο και ποτε ενιωσες να αλλαζεις επειδη ανακαλυψες τη μουσικη;
Ποτε κλειστηκες πρωτη φορα στην ησυχια του δωματιου σου και ποτε αμφισβητησες τους γονεις σου;
Πότε εγινες αυτο που εγινες, ποτε δημιουργηθηκες απο το ουδετερο, ποτε απεκτησες χρωματα και σκεψεις ολοδικες σου;
Ποτε εκλεισες τα ματια για να γνωρισεις την εμπνευση και να εκτιμησεις τις αισθησεις σου;
Πότε ηταν που σε κραταγαν απ το χερι και εσυ απλα επρεπε να ξερεις να περπατας, οχι να ξερεις τους δρομους, και ποτε ελεγες "εγω οταν μεγαλωσω θα γινω...";
Πότε αποφασισες;
Πότε καταλαβες οτι τα γραπτα σου εχουν δυναμη και ποτε εκλαψες με ενα ποιημα χωρις να εχεις λογο;
Πότε δεν καταλαβαινες τι εχουν ολοι αυτοι οι ανθρωποι γυρω σου και δεν χαμογελανε;
Πότε ηταν ολα τοσο ευκολα και τα καλοκαιρια περναγαν χωρις να σκεφτεσαι οτι καποτε δεν θα ξαναυπαρχουν τετοια καλοκαιρια;
Ποτε σε σπρωξανε να περασες τις πυλες μιας σχολης που διαλεξες ή μπορει και οχι;
Πότε εφυγες απ το σπιτι και ποτε εμαθες να σκυβεις το κεφαλι στον πελατη και ποτε ξενυχτησες για μια εξεταστικη και ποτε μετακομισες κιολας στο δευτερο σου σπιτι;
Ποτε εκανες φιλους, ποτε τους εχασες, ποτε καταλαβες τι σου ταιριαζει;
Ποτε ταξιδεψες μονη, και απο ποτε αρχισες να αναστεναζεις;
Ποτε τελειωσαν ολα τα ευκολα και ποτε αρχισε η πραγματικη ζωη;
Και πότε σου ζητησαν να σηκωσεις την υδρογειο στα χερια σου;

(καποιες μερες σταματας να πιστευεις στη μαγεια της ζωης κι απλα θυμασαι που ησουνα παιδι και πιστευες οτι θα κατακτησεις τον κοσμο)

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

ψεματα

Οσο το χρονο τον αφηνω να περναει,
ακοπα,
μα οχι παντα,
γιατι ξερει και να μου ξεγλιστραει,
οσο εγω παιρνω ανασες απο βροχη και κλικ μονοτονα,
τοσο πιο βιαια μου λειπεις,
σα να
σαν
σαν
σαν να επρεπε να εισαι παντα εδω.
Και πιο διεστραμμενα.
Μα πως να τα γραψω αυτα,
αφου θα πρεπει μετα να τα δεχτω. 

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

σικαγο



Ειναι Κυριακή. Ο υπνος μ εχει παρει στον καναπε και ξυπναω ιδρωμενη. Κοιταζω την ωρα και ειναι μολις 5. Σε δυο ωρες παω για δουλεια. Η αναγκη μου για παγωτο ειναι πανω απο τις δυναμεις μου. Σε δυο ωρες παω για δουλεια αλλα δεν μπορω να περιμενω να βγω απτο σπιτι και να βουτηξω τη γλωσσα μου σε κατι γλυκο και δροσερο.

Φοραω το πρωτο φουστανι που βρισκω και διχως να το πολυσκεφτω ξεκιναω για την πλατεια. Μισονυσταγμενη ακομα, ιδρωμενη, οδηγουμαι σαν υπνωτισμενη σ ενα ψυγειο. Για μια στιγμη ειμαι ετοιμη να βουτηξω το κλασικο ξυλακι, αλλα τελικα, το βλεπω. Σικαγο. Ναι. Προκαλω τον εαυτο μου να ανακαλυψει την απολαυση των παλιων, οταν το Σικαγο δεν ητανε ενα ακομα κυπελλακι, αλλα ΤΟ κυπελλακι, και τωρα πια μυριζει νοσταλγια και παιδικα καλοκαιρια.

Σικαγο λοιπον. Σαν παιδι μπροστα στο πρωτο παγωτο των διακοπων ανοιγω το κουταλακι πριν καν φυγω απτο περιπτερο και με ανυπομονησια ξεσκεπαζω το παγωτο. Αρχιζω να τρωω το παγωτο με μικρες κουταλιες και αργα βηματα.

Ειναι Κυριακη ειπαμε, ακομα και τα Εξαρχεια μια μερα σαν κι αυτη ειναι θαρρεις αδεια, δεν ακουγεται τιποτα. Περπαταω μονη μου στη μεση του δρομου και απολαμβανω καθε μπουκια γιατι αυτη η Κυριακη δε θα ξαναρθει, αυτη η ηρεμια δε θα επιστρεψει, ολοι το ξερουμε, ελαχιστες οι μαγικες στιγμες καθαρου νου σ αυτη τη ζωη πια.

Περπαταω και τρωω και σκεφτομαι και μπορει να μη σκεφτομαι και τιποτα περα απο το οτι εμενα κανονικα τα αμυγδαλα δε μ αρεσουν, μα τι νοστιμα που ειναι σημερα τα αμυγδαλα.

Προχωραω χωρις να περπαταω, μονο το χερι μου κινειται τωρα μηχανικα, η ζεστη του καλοκαιριου με τυλιγει κι η κατηφορα ανοιγεται μπροστα μου σαν ενας δρομος που δεν εχω ξαναπερπατησει.

Φτανω εξω απ το σπιτι μου και κοιταζω το κυπελλακι. 
Δεν εχει τελειωσει. 
Και συνεχιζω να περπαταω ασκοπα, μ ενα ηλιθιο χαμογελο ζωγραφισμενο στο προσωπο μου, ευτυχια για την οποια αναρωτιομαστε τοσο συχνα και βαθια οταν μας προκαλειται κι ακομα δεν ξερω απο που πηγαζει, μα ισως αυτες οι στιγμες να ειναι τελικα το νοημα της ζωης.

Περιφερομαι στους δρομους της γειτονιας απλα και μονο για να συνεχισω να χαμογελαω και να σκεφτομαι και να μη σκεφτομαι.

Και σας τ ορκιζομαι, αν το παγωτο δεν τελειωνε, εγω ακομα θα περπαταγα.

Την επομενη Κυριακη θα αγορασω Καιμακι. 

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

χαμενες σημειωσεις

Δεν είναι αυτονόητος αυτός ο ήλιος, αυτή η άνοιξη, ο φίλος που ήρθε πάλι να κάνουμε παιχνίδι. Παραλύω μες στην αιφνίδια καλοσύνη της ζωής.

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

και με ρωτας γιατι να φυγω απο δω


Μια μερα δυο στιγμες.

Ενα γατακι νιαουριζε 4 μερες. Κανεις δεν εκανε τιποτα για να το σωσει. Κανενας δεν πηδηξε το ξενο μπαλκονι να το πιασει. Κανενας δεν το ταισε. Πριν βιαστειτε να με βαλετε κ εμενα μαζι με αυτους, εγω δεν μπορουσα να κανω τιποτα απο αυτα. Εγω απλα φωναξα την πυροσβεστικη και τη φιλοζωικη και χτυπησα κουδουνια και μου ειπανε «θα αντεξει μωρε, δεν παθαινουν τιποτα αυτα», οταν πια το γατακι κρεμοταν 3 ωρες απο μια τεντα για να μην πεσει απο τον τριτο. Εγω εκανα οτι μπορουσα και το ειδα να πεφτει και να ξεψυχαει στα χερια μου οταν ετρεξα να το σωσω. Εγω το εθαψα στο χωμα, οπως του αξιζε. Ηταν γκρι. Και η μυτη του ματωμενη.

Μια ομαδα ΜΑΤ χτυπαει ενα κοριτσι εξω απο το μαγαζι. Μετα δακρυγονα. Πολλα δακρυγονα, αληθεια. Φασαρια. Φωτιες. Κοκκινα ματια και φωνες και χερια που τρεμουν.

Σε ολους εσας που διψατε για επανασταση και πεθαινετε να αναβιωσετε τις μερες του Πολυτεχνιου.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο. Περιτριγυρισμενοι απο ασχημους ανθρωπους που δεν δινουν δεκαρα για μια γατισια ψυχη και δεν ανατριχιαζουν οταν η μποτα τους αγγιζει σαρκα.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο φτιαγμενο απο ασχημους ανθρωπους. Και οσες επαναστασεις και να κανετε, οση βια και να ανταποδωσετε, κι εσεις ασχημοι θα ειστε.
Δε θα τους αλλαξετε. Οι ανθρωποι με την ψυχη βουτηγμενη στη βια αιωνες τωρα δε θα αλλαξουνε το DNA τους για γαρυφαλλα και περιστερια.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο που μονο με μια ολικη καταστροφη θα ξαναζησει. Μακρια απο εμας.

Κι εγω φοβαμαι, φοβαμαι, φοβαμαι.
Δεν ειμαι γενναια, ουτε και θελω να γινω, ευχαριστω.
Οταν πια δε θα τρεμω οταν ακουω πυροβολισμους θα κλαψω για την ψυχη μου.

Εγω φοβαμαι, φοβαμαι, φοβαμαι.

Μονο να φυγω θελω, απο τις ασχημες πολεις που μας κανουνε ολους τσε γκεβαρα για τη μαγκια.

Εγω ειμαι ανθρωπος, και κλαιω, και μονο μια αγκαλια μπορει να διωξει την απανθρωπια απο διπλα μου, οχι μια σφαιρα.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο σας λεω.

Και δεν το καταλαβα τωρα, τωρα το ειδα. 

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

ασημαντοτητες

ειναι που
με πιανεις σα θηλια
γυρω απ το λαιμο
μονο που
εσυ την καρδια μου σφιγγεις.
και με οδηγεις σε θανατο ισοβιο,
αστειο σου ακουγεται,
υπερβολη της γλωσσας και του νου θα πουνε.
ειναι που δεν με πιανουν μονο τα λογια σου
για να με πνιξουν
αλλα και τα ματια σου
και τα χερια σου,
που δε με πιανουν.
και χιλιες φορες να με επιαναν.
ορκιζομαι.
ας υπηρχε θεος μονο.
ας υπηρχε.
να πεσω στα ποδια του,
και οχι στα δικα σου.
ας πεθαινα αλλουνου τα ποδια να πλυνω,
κι οχι τα δικα σου,
ας υπηρχε θεος.
ας πιστευα
στον εναν,
κι ας τον λατρευα,
για να παψει πια αυτο
το ανοητο παιχνιδισμα των αισθησεων,
μεταξυ ουρανου και βουρκου.
στασου, εχω κι αλλα.
ας ητανε
να χορταινα τα λογια σου,
τα μαλλια σου,
το γελιο σου το μισητο το υπεροχο,
ας ητανε, θεε μου.
ας ητανε.
μα παλι σε φαι το πηγα,
και η ορεξη μου ακορεστη,
συγνωμη.
ας ητανε,
αφου τη χαρη αξιοπρεπεια να εχω δε μου κανετε,
ας ητανε σκουλικι να ειμαι,
και να σερνομαι.
μονο μυαλο μη μου χαριζετε,
τι ωφελει,
σκουληκι να ειμαι πρεπει,
να σερνομαι.
να συρθω.
κατω απτις μποτες καποιου σκληρου να φτασω,
να με πατησει,
χωρις ποτε να μαθει,
κι ο πονος μου ποτε ας μην ακουστει.
θα εχω λιωσει σιωπηλα,
κατω απτο βημα καποιου ασημαντου,
ασημαντο ερμαιο
των σκοπων του καποιου.
τι διαφορα. 

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

απόχη

αποψε ηθελα να μεινεις, να μην πας.

 να κατσεις να με ακουσεις
 και να πιουμε κρασι και να με βαλεις στο κρεβατι αργα. πολυ αργα.
οταν τ' αστερια μονο θα δεσποζουν πια στη νυχτα μας,
 οταν θ΄αρχισω να πιστευω οτι ακουω γρυλους.

 αποψε ηθελα να σου χαμογελασω οπως ποτε,
 και να με γδυσεις, με καθε τροπο,
και να σε πονεσω,
απο ερωτα.

 αποψε εγινα μικρη
 γιατι
ακομα εισαι αυτο που εισαι
ακομα κι αν εγω αλλαζω καθε δευτερολεπτο.

 αποψε ηθελα αληθειες,
 αληθειες που χωρανε σ'ενα ψεμμα
κι αληθειες που κανουν τα μαγουλα να κοκκινιζουν και να φουντωνουν,
μεχρι
να πιασεις τον εαυτο σου να βαλει τα χερια του να κανουν αυτο που εσυ αρνεισαι.

 μα ξερεις,
 ειμαστε τοσο αμυαλοι εμεις οι ανθρωποι,
και ποιος να μας πει πως οσο και να τις κυνηγας,
 οι χιμαιρες δεν αλλαζουν,
χιμαιρες παραμενουν.
οπως κι οι ανθρωποι δηλαδη.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Που πανε τα ποδηλατα οταν πεθαινουν

Δεν θα θελα να το κανω πιο μελο απ οτι ειναι.
Αλλα ειναι που οταν ειδα την κλειδαρια να στεκει μονη της ενιωσα γυμνη.
Ενιωσα αδικημενη, γιατι ειναι αδικο να παιρνεις απο καποιον ετσι απροσμενα κατι που τοσο ευκολα τον κανει χαρουμενο.
Δεν ειναι οτι δεν θα ξαναβρω ποδηλατο. Υπαρχουν πολλα, και πιο ομορφα απ το δικο μου, αν και αυτο το λεω σιγανα γιατι σιγουρα ειναι καπου εδω κοντα και ακουει τις σκεψεις μου.
Μα να, ειναι που ηταν το πρωτο "ενηλικο" ποδηλατο μου.
Και ηταν τοσο παιδικο...
Ειχε καλαθακι με πλαστικα λουλουδια, ειχε πολυχρωμες ακτινες, ειχε και ροζ κορδελες.
Και ηταν ασπρο. Που εμενα το ασπρο δε μ αρεσει. Αλλα στ' αληθεια του πηγαινε.
Και ειχε και μια ομορφη αρχη...
Ηταν μεσημερι που καναμε την πρωτη μας βολτα, καλοκαιρι,αυτο με τις ροζ κορδελες του κι εγω με το κοκκινο καρο μου φορεμα.
Ημασταν ομορφη εικονα νομιζω, και ενιωθα τοσο χαρουμενη πανω του, γιατι με εκανε να νιωσω οπως ενιωθα εκεινα τα καλοκαιρια... Ελευθερη.
Και ηρθα να σε βρω.
Λαχανισα λιγο στην ανηφορα και πιεζα τα πεταλια πιο δυνατα γιατι βιαζομουν να φτασω να σε βρω να μοιραστω τη μικρη μου ευτυχια μ'ενα μεγαλο χαμογελο.
Καναμε ερωτα.
Εγω με το κοκκινο καρο μου φορεμα κι εσυ γυμνος, να χαζευω τα ομορφα σου χερια.
Και βγηκαμε παλι στη ζεστη του μεσημεριου, εσυ με τον γαλαζιο ανεμο και εγω με την Καζαμπλανκα, ετσι ηθελα να τη λεω.
Και δεν πρεπει να πηγαμε μακρυα, ισαμε τον πεζοδρομο τον αδειο και σπιτι μου, μα στ'ορκιζομαι, πιο μακρυα δεν εχω φτασει με τη δυναμη των ποδιων μου.
Τωρα καποιος θα σ'εχει κρυψει, θα σε βαψει με ενα αχαρο χρωμα, θα σου βγαλει το καλαθακι με τα λουλουδια τα κοκκινα και τα κιτρινα, θα σου λυσει τις κορδελες και θα σου βγαλω τα χρωματα απ'τις ακτινες.
Θα σε αφησει κι εσενα γυμνο.
Και στα ονειρα μου θα ρχομαι με το κοκκινο καρο μου φορεμα, θα σε ντυνω με χρωματα και ακτιδες απ'τον ηλιο και μαζι θα φτανουμε μεχρι την Καζαμπλανκα.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

ψευτικη βολτα


Οι κερασιες σου με ακολουθουν
οπου κι αν παω,
σαν μιας πριγκιπισσας
παγωμενης
μεσα στην ανοιξη ακολουθοι.
Με περιβαλλουν ασφυκτικα γλυκα
με τα ανθισμενα ξιφη τους,
κρατανε τους ανεπιθυμητους μακρυα.
Οι κερασιες σου κι ας μην εχουν αρωμα
μυριζουν,
με υπνωτιζουνε,
με κανουν παιδι.
Να τρεξω να κοψω τα ανθη σου,
κι ας τα χωσω αδιαφορα στις τσεπες μου μετα.

(τα ωραιοτερα, μεγαλυτερα ψεμματα ο ιδιος σου ο εαυτος θα σου τα πει. μην κανεις τον κοπο απο αλλους να τα δεχτεις)

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

νεα θεωρια


Ο χρονος περναει.

Αλλα οχι παντα.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

IQ


Αν με αφηνες μοναχα να
να
να σε περιμενω να ερθεις
κι ας τελειωσουν μετα τα παντα,
κι ας μην εχω νοημα πια,
μοναχα να σε βλεπω να ερχεσαι,
κι ας ξερω πως ολα σε μια σκια καταληγουν φυσικα,
αν μπορουσα ολη μου τη ζωη να την τερματισω
στην ωρα που θα ερθεις,
θα το εκανα.
Γιατι ειμαι χαζη.
Χαζη απο ερωτα.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

σωσιβια λεμβος




Σε θυμαμαι, θα μου λες.
Ειχες καθισει στο σκαμπο, με τα ποδια σου απλωμενα στο καγκελο της βεραντας τυλιγμενα σε μπλε καλσον, με τα κουρασμενα πανινα παπουτσια σου.
Κραταγες ενα τσιγαρο στο χερι και για μισο δευτερολεπτο δε με καταλαβες,
για μισο δευτερολεπτο με τυλιξες στους καπνους σου και εγινα αορατος.
Κοιτουσες την πολη απο ψηλα,
σα να μην την ειχες ξαναδει,
και χαμογελουσες μονη σου,
και εκλεινες τα ματια για να ακουσεις τη φασαρια που σε λιγες ωρες θα τελειωνε ξανα.
Μα ο αποηχος μενει.

Σε θυμαμαι, θα μου λες.
Ειχες δακρυσει, δακρυα διαφανα, σα την ζεστη του καλοκαιριου,
κι εγω σε ρωτουσα κι εσυ μου χαμογελουσες αινιγματικα,
και ρουφαγες τον καπνο και μονο να ακουσω και να δω μου ελεγες.

Το θυμαμαι, θα σου πω.
Ηρθες και χωθηκες αναμεσα απ τα ποδια μου και προσεχα να μη σε καψω,
και χαμογελαγα γιατι παλι ηρθες οταν επρεπε και δεν επρεπε
και δακρυζα γιατι πως να σου εξηγησω οτι
οι πολυκατοικιες δεν ειναι απλες πολυκατοικιες
και οι φωνες δεν ειναι απλες φωνες
και η ωρα δεν ειναι απλα εξι.
Και χαμογελαγα γιατι δεν καταλαβαινες και ηταν η σωτηρια
της ενωμενης μας ψυχης αυτη.

Σε θυμαμαι, θα μου πεις.
Το μυαλο μου πασχιζε να σε καταλαβει μα οι λεξεις δεν επαιρναν σχημα, εξατμιζοντουσαν.

Το ξερω, θα σου πω,
Και στα γονατα θα πεσω κατι τετοιες στιγμες μοναχα να θυμασαι και να μην καταλαβαινεις.
Γιατι αν μου πεις οτι καταλαβαινεις τοτε θα κλαψω και για την δικη σου ψυχη,
ψυχη μου.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

το δελτιο των 9


Στο δελτιο των 9
μιλανε πολυ.

Μιλανε για κριση. Οικονομικη.
Μιλανε για τυφωνες.
Μιλανε για σεισμους.

Στο δελτιο των 9
μιλανε μιλανε μιλανε.

Μιλανε για φονους, για δυστυχηματα, για ληστειες.
Για τριτους κοσμους και αδικιες εις βαρος της ιστοριας.

Στο δελτιο των 9
φορανε τα σακακια τους και τα ταγιερ τους και μιλανε για
απωλειες και καταστροφες και σεναρια τρομου.

Γιατι κανεις ομως δε μιλαει
για αλλη μια νυχτα που κοιμηθηκα μακρυα σου;

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

καθημερινα

Ο ηλιος βουταει και οι ωκεανοι φλεγονται.
Το φεγγαρι κρυβεται.
Σε τι ομορφο κοσμο ζουμε.

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

ρεμ


θυμασαι εκεινη τη μερα,
μπορει να ηταν και μεσημερι,
βασικα, σιγουρα βραδυ πλησιαζε,
κι ημασταν οι τρεις μας,
δεν ειμασταν μονο οι τρεις μας αλλα στο νου μου ετσι εχουν τα πραγματα.
κι ειχαμε περασει ωραια, στριμωγμενοι σ ενα σπιτι ολοι μαζι.
και το πλοιο μας πηγαινε πισω.
Δυστυχως.
Και εγω ειχα πεσει σε μια λαθος αγκαλια
μα εσυ με κοιταζες διχως να ιδρωνεις.
Παρα μονο μου χαμογελαγες.
Παντα αυτο ηξερες να κανεις,
να χαμογελας.

Και ειναι κ εκεινη η φωτογραφια,
απο το μπαλκονι να σας κοιταζω στο τραπεζι στην αυλη.
Καλοκαιρι παλι.
Παντα καλοκαιρι.
Αφου το μυριζω.

Τελοςπαντων.
Σας ειδα στον υπνο μου.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

υποθετω


Με ρωτας που ειμαι.
Που να ειμαι.
Εδω, με το σημειωματαριο αγκαλια,
να γραφω για τα γλαροπουλια,
με μολυβι να αποτυπωνω τις σκιες τους,
για να κανω ησυχια βλεπεις,
μην τυχον και μου ξεφυγουν.
Ενω εσυ,
εσυ βλεπεις τα γλαροπουλια εκει εξω.
Καποια μερα ισως να μου πεις πως ειναι στ'αληθεια...

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

φυλαξε με

Το εχω εδω διπλα μου.
Οταν βγηκα εξω το πηρα μαζι μου. Σα φυλαχτο, ή σαν πολυτιμο θησαυρο ή κατι τετοιο τελος παντων.
Οταν βγαινω εξω, συνηθως φτιαχνομαι και στολιζομαι, ακομα κι αν δεν υπαρχει καποιος ιδιαιτερος λογος.
Αυτη τη φορα εβαλα απλα τη φορμα μου, το φουτερ, και ουτε καν επιασα τα μαλλια μου.
Γιατι αυτη τη φορα σημασια δεν ειχε το πως ειμαι, το πως δειχνω.
Αυτη τη φορα σημασια ειχε οτι διαβασα αυτο το βιβλιο.
Και τιποτα αλλο δε θα μπορουσε να με κανει να νιωσω ομορφοτερα.
Μπορει να διαβαζεις δεκαδες βιβλια το μηνα. Εκατονταδες το χρονο.
Μπορει να παρακολουθεις καθε νεα κυκλοφορια και καθε επετειακη εκδοση.
Μπορει το πρωι να πινεις τον καφε σου με τον ηρωα του ταδε βιβλιου, και το βραδυ να κουκουλωνεσαι με την ηρωιδα του δεινα βιβλιου.
Ετσι ειναι αυτα.
Μα μονο μια στις τοσες, και δεν τολμω να πω καν στις ποσες, μονο μια, λεω, θα τελειωσεις το βιβλιο, ανημπορος να αφησεις στο τελευταιο κεφαλαιο και εξω απτη ζωη σου μια για παντα τον κοσμο εκεινο που σου δανεισε σε μια στιγμη θεικης εκρηξης καποιος συγγραφεας.
Σημερα μολις, στα εικοσιτρια μου χρονια, και ντρεπομαι που αργησα τοσα χρονια, τελειωσα το "Φυλακα στη σικαλη".
Δεν ειναι οτι ειχε καποια φοβερη υποθεση, καποια σατανικη πλοκη.
Ουτε καν οτι ειχε πολυπλοκους χαρακτηρες ή λεπτομερειακες περιγραφες.
Ειναι απλα που ο ηρωας δεν ειναι κατι σπουδαιο και ομως ταυτιζεσαι.
Και ειναι που η τελευταια του παραγραφος με πηρε και με πεταξε στο ταβανι και στο πατωμα μαζι.
Το τελος μετραει παντα, βιβλιο η οχι.
Για τιποτα δεν μπρεις τελικα να βγαλεις ολοκληρωμενο συμπερασμα αν δε φτασει το τελος του.
Ειτε προκειται για βιβλιο ειτε για ανθρωπινη σχεση, ειτε για καποια σκεψη.
Διαβαζοντας το βιβλιο, και κλεινοντας το, με αφησε να κοιταζω τον τοιχο διχωςνα ξερω τι να κανω, διχως να ξερω τι να σκεφτω, διχως να θελω να σταματησει η δινη του.
Μεγαλειωδες συναισθημα, δε συμφωνειτε;
Σαν καποιος να εισεβαλλε στις πιο κρυφες μου σκεψεις, σαν να ανακατεψε με ενα ξυλαρακι το μπετο της φαιας ουσιας μου, σα να με ποτισε. Σα να με υπνωτισε.
Και μου θυμισε...
Μου θυμισε τις μερες εκεινες του σχολειου που ο κοσμος αυτος δε μου ηταν αρκετος, και ελεγα θα φυγω και ξεκιναγα να φτιαχνω το σακιδιο μου για να φυγω και εψαχνα να βαλω μεσα τα απαραιτητα επειδη ετσι κανουν οι μεγαλοι μονο που δεν ηξερα τι να παρω μαζι μου γιατι τοτε δεν ειχα απαραιτητα.
Τοτε που ο κοσμος δεν ηταν στρογγυλος μα ουτε επιπεδος ουτε τιποτα, ηταν απλα ο κοσμος που μπορω με μια δρασκελεια και μια σοκολατα στο χερι να κανω δικο μου.
Τοτε που αγνοουσα τους ανθρωπους που δε συμπαθουσα και ολοι μου το συγχωρουσαν γιατι τοτε δεν ειχα σημασια.
Και μου θυμισε το τωρα.
Το τωρα που αφιερωνω σε σενα και σενα και σενα που θελοντας και μη μου αφηνετε μια πληγη ή μια πινελια για να συνεχισω να γινομαι αυτος ο ανθρωπινος καμβας που καθε ανθρωπος γινεται.

" D.B. asked me what I thought about all this stuff I just finished telling you about. I didn’t know what the hell to say. If you want to know the truth, I don’t know what I think about it. I’m sorry I told so many people about it. About all I know is, I sort of miss everybody I told about. Even old Stradlater and Ackley, for instance. I think I even miss that goddam Maurice. It’s funny. Don’t ever tell anybody anything. If you do, you start missing everybody."

Το τελος μετραει σας λεω.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

εxτραordinαρy


Εξτραορντινερι Λαιβς, αυτο πρεπει να μας συμβαινει αγαπητοι μου.
Και ναι.
Αν ζουσα πιο πολυ,
πιο εντονα θελω να πω,
αν το σπιτι μου ηταν ο δρομος
και δεν ειχα τερμα στην καθε ημερα,
αν η μερα δεν ειχε ωρες,
και οι ωρες δεν ειχαν χρωμα,
κι αν δεν εφτυνα το φαι μου
κι αν δεν αρνιομουν τους ανθρωπους.
Αν ζουσα σ ενα τσιρκο
και εβγαινα απο κουρτινες πολυχρωμες μεσα
και κοιμομουν σε πολυχρωμα μαξιλαρια
με μια τιγρη αγκαλια,
αν ημουν τσιγγανα που διαβαζει τη μοιρα
και τα βραχιολια της σε κανουν να καρδιοχτυπας.
Αν τα δεκαοχτω μου τα ειχα γιορτασει σε μια ερημο τυλιγμενη,
κι αν τα χριστουγεννα δεν ελεγα τα καλαντα,
αν ο τζιμ μορισσον μου ειχε μιλησει
κι αν ειχα φαει τα μουτρα μου ηθελημενα.
Αν γυρναγα απο πορτα σε πορτα και ρωταγα αν υπαρχει θεος,
και αν στα δεντρα σκαρφαλωνα τα βραδυα του χειμωνα
τζιτζικια κυνηγωντας,
αν τα καλοκαιρια εκανα σπιτι μου μια βαρκα
χωρις πυξιδα ανταμα,
χωρις αγκυρα καν,
αν εφτιαχνα στεφανια απο λουλουδια
διχως να ειναι πρωτομαγια,
αν εβλεπα φαντασματα και καβαλουσα αλογο,
και φυσικα αν μου κλεινανε τα αστερια το ματι,
και αν τραβαγα τα μαργαριταρια σα μαγνητης,
εκει που θα κανα βουτιες στο μαυρικιο.
Αν καθε μου νυχτα ηταν μαγικη,
με φεγγαρια να κυλανε στα μαλλια μου,
κι αν τα ονειρα μου ζωντανευαν τα βραδια,
κι αν καποια μερα ενας λορενς της αραβιας με αρπαζε
μια για παντα.
Αν σκορπαγα χρυσοσκονη ανεβασμενη σε ταρατσες,
αν ζουσα σε πυργο σερνοντας τα φορεματα μου,
αν ειχα διαμερισμα στη σεληνη,
αν εμπενα σε καθε σκηνη καθε βιβλιου
να κανω σαματα,
αν ετρωγα μονο μπλε φραουλες,
και αν ειχα εξασκησει την τηλεπαθεια.
Αν ημουν σουπερ ηρωας,
κι αν εκλεβα καρδιες
σε βαζα να τις κραταω,
αν πεταγα,
κι αν ημουν ο αδαμ κι η ευα.
Τοτε ναι, ισως ειχα να γραψω για κατι διαφορετικο,
τοτε ναι, ισως να σας ανατιναζα το μυαλο με μια μου προταση.

Μα ειμαι εδω, στο δωματιο μου,
τυλιγμενη σε μια κουβερτα που δε συμπαθω καν,
με το χαιλαιτ της βραδυας να ειναι η γατα που κοιμαται στα ποδια μου.
Συγνωμη.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

παουζ


Η ζωη χθες βραδυ περασε γρηγορα. Πολυ γρήγορα.
Ξέρεις ποσο γρηγορα περναει η ζωη σ αυτα τα μαγαζια
με τα φωτα που ωρες ωρες δεν υπαρχουν και ωρες ωρες σε τυφλωνουν
και με τα ποτα που αλλαζουν χερια
και τις μουσικες που χορευεις και δεν ακους.
Χορευεις γρηγορα μιλας γρηγορα κοιτας γρηγορα μεθας γρηγορα.
Ενιωσα το χρονο να περναει εκει μεσα.
Κι οπως χορευα απεναντι σου,γρηγορα,καλεσα το χρονο να κανει ενα παουζ
και να ρθει να καθισει στον ωμο μου μια στιγμη.
Και σε κοιταξα.Βαθια στα ματια.
Εσυ χορευες, εγω οχι.
Αφου ειχα σταματησει το χρονο σου λεω.
Σε κοιταξα απο πανω μεχρι κατω, μεσα στα ματια και πισω απ αυτια,
τα μαλλια σου, κι εκεινη την τουφα λιγο περισσοτερο. Και τα παπουτσια σου.
Και ψιθυρισα στο αυτι του χρονου "Για ποσο ακομα θα ειναι ερωτευμενος μαζι μου αυτος ο ανθρωπος;"
Δεν πηρα απαντηση φυσικα.
Αλλα ειπα να πιστεψω τον Αινσταιν.
Ο χρονος ειναι μια απλη εφευρεση του ανθρωπου.
Κι εγω τον αγνοω.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

γκλοουμπ


Κι ήθελα τοσο να κρατησω ζωντανη τη στιγμη εκεινη.
Τη στιγμη που στο ναιτ μπας
σαν δυο παιδια που το σκασαν απο το σπιτι
για να γιορτασουν τον ερωτα τους,
ο κοσμος εξω ετρεχε κι εσυ μου κραταγες το χερι
και τα ματια σου γινανε ο κοσμος μου,
αχ, μη μου τον παρεις!
Σαν δυο παιδια διχως αποσκευες,
ουτε μια σακα, ουτε ξυλομπογιες,
σαν δυο παιδια
σ ενα πολυβουο λεοφορειο,
κι αν οι αλλοι μας βλεπουν δεν τους κοιταω,
κι αν οι αλλοι μας ακουνε δεν τους μιλαω,
συγνωμη κυριε, καμια φορα απλα δεν κρατιεμαι,
συγνωμη κυριε,
ξερω, σας κανω να κοκκινιζετε,
μα τουτη την ωρα ξαναανακαλυπτω τον ερωτα, συγνωμη.
Σαν δυο παιδια που εκαναν κοπανα απο το χρονο,
μ' ενα παραθυρο στον κοσμο συντροφια.
Ηθελα τοσο να κρατησω τη στιγμη,
βουλιαζοντας στην αγκαλια σου μεσα,
ολος ο κοσμος να μου φαινεται πως μου χαμογελα.

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

ζέστη


οταν εσυ θα φτιαχνεις τις βαλιτσες σου, θα τις φτιαχνω κ εγω,
το ξερεις.
οταν εσυ θα διπλωνεις τακτικα τα κοντομανικα σου,
εγω θα πεταω ατακτα τα πουλοβερ μου.
οταν εσυ θα διαλεγεις βερμουδες,
εγω θα ξεκρεμαω μαλλινα φορεματα.
κι οταν εσυ θα φορας κοντες καλτσες εγω θα τις σηκωνω λιγο ακομα πιο πανω.

θα αφησω για λιγο τα γυαλια ηλιου μου, δεν πανε με το σκουφο.

θα δεις φοινικες, πρασινες θαλασσες, χελωνες και σερφερς.
θα δω γυμνα δεντρα, χιονι, και ελκυθρα.

θα αναζητας δροσερα ποτα κι εγω θα σφιγγω τα χερια γυρω απο το καυτο κρασι.

θα ιδρωνεις και θα τρεμω.

θα ειμαι εκει που δεν θα ηθελα να ειμαι,
σαν τιμωρια στο κρυο που μισω,
κι εσυ θα εχεις παρει τη θεση μου
σε ενα αιωνιο καλοκαιρι πλαι.

κι οταν στο τελος της μερας κουρασμενη πεσω σε μια αγκαλια,
κλεισω τα ματια και για λιγο ταξιδεψω στη χαβαη,
παλι θα πω
το κρυο του χειμωνα τελικα μες στην καρδια κουρνιαζει.
Κρατα τα κοντομανικα, κι εδω καλοκαιρι εχω.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

ροζ φλαμινγκο


Και η ζωη γινεται ενα ροζ φλαμινγκο ποτε ποτε.
Ενα ζωηρο ροζ φλαμινγκο που καβαλαω με φορα,
ανεμιζοντας την πολυχρωμη παντιερα μου.
Και με παει και με φερνει,
και δε με γυρναει παντα,
μοναχα με τρεχει σε τοπια
πότε ασπρομαυρα,
πότε θλιμμενα
πότε γνωριμα,
πότε απεραντα.
Αυτο το ροζ φλαμινγκο!
Με παει σε φωτογραφιες μεσα,
με τρυπωνει,
και διασχιζουμε μαζι ερημους και λιμνες αγονες.
Και η σημαια να ανεμιζει.
Και κοιμαμαι στην πλατη του καμια φορα κι αυτο ακομα με παει,
και με φερνει,
και κοντοστεκεται,
και τρεχει παλι,
γιατι καμαρωνει το ροζ του που αστραφτει στον ηλιο.
Το ροζ φλαμινγκο μου!
Με παει σε βυθους,
μου κλεβει τα κοραλλια μου
και καθε τοσοδουλικο μαργαριταρι,
και μετα,
να σου,
μου το περναει στο λαιμο ξανα σα φυλαχτο,
καθε κοραλλι και καθε μαργαριταρι
και καθε κυμα που τα γεννησε.
Ατακτο φλαμινγκο,
χτυπαω τα ποδια μου για χαλιναρια στα πλαγια του,
κι αυτο του κεφαλιου του...

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

μικροι επιστημονες


Οταν στον υπνο μας με παιρνεις αγκαλια,
οταν τους εφιαλτες μου φυλακιζεις,
η γατα μας κοιταζει κ απορει.
Βλεπει τα μορια και τα ιοντα
-ιπταμενα
να ανταλλασουν σπιτια,
τα κορμια μας δυο δεκτες,
δυο πολοι που φτιαχνουν επιστημη,
ποια φυσικη και ποια χημεια,
κ οσο με σφιγγεις και κουρνιαζω,
κι η γατα τα ποδια της τεντωνει δηθεν αδιαφορα, τα ματια της οταν γουρλωνει,
η γαληνη που μου χαριζεις σου επιστρεφεται με μια πρωτογνωρη ηρεμια,
οι ενεργειες μας πειραμα σε σταδιο υπνωσης.
Οι αντιδρασεις μας μια ενωση αρχαια,
σα μυστικο που ανακαλυπτουν οι πρωτοπλαστοι.
Οταν με αγκαλιαζεις και κοιμομαστε,
η γατα βλεπει πυροτεχνηματα να σκανε αθελα μας και χανει τον υπνο της.

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

μετατροπεας


Που να σε βαλω πες μου,
σε ποια τσεπη να σε χωρεσω,
και σε ποιο τρυπιο συννεφο του ουρανου μου να σε στριμωξω,
λαθρεπιβατη των ακαταστατων αποσκευων μου;
Πως να σε δεσω πλαι μου,
να μην κυλας απο τις χαραμαδες των πλανων μου,
και πως να μη χτυπας στην κουφια χουφτα μου μεσα;
Πως να σε ενσωματωσω
στο χαρτη της μικρης μεγαλης ηπειρου που θελω να ανακαλυψω μπουσουλωντας;
Πως να σε παρω μαζι μου, να σε διπλωσω να σε μικρυνω να σε μεγαλωσω να σε μαγεψω να σε εχω παντα διπλα μου να αναπνεεις μονο με τις δικες μου μπουκαλες οξυγονου;
Ποσο να πληρωσω τους Δελφους
για να σε δουν στο ανισσοροπο μελλον μου;

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

αντβεντσουρ


Ειναι οι τελευταιες αυτες οι μερες οι ζεστες, ο τελευταιος ηλιος, οι τελευταιοι γρυλοι που ακουω.
αραγε υπαρχουνε γρυλοι το χειμωνα;

ειναι οι τελευταιες ηρεμες θαλασσες.

και ειναι τοσο δυσκολο το σωμα και η ψυχη να δεχτουνε την αλλαγη, σα να μην λαμβανουνε το μηνυμα. καθε σου κυτταρο ψαχνει να ξετρυπωσει οτι απεμεινε απο τη μαγεμενη εκεινη εποχη, ψαχνει να λυτρωθει, ψαχνει παση θυσια να παρει χαρη απο αυτη την αναποφευκτη πνευματικη θανατικη καταδικη.

η ψυχη μου δεν υποτασσεται την εποχη αυτη. την αφηνω αδεσποτη να δω που θα τη βγαλει,
αστην να παιξει λεω,
θα πεσει,
θα λερωθει,
θα χτυπησει,
θα κλαψει,
θα σηκωθει.
Θα μαθει.

Με οδηγει στο λιμανι, σ' εκεινα τα βρωμικα πλοια που σε παιρνουν μακρια.
αχ και να μπορουσα να εφευγα αναστεναζω. παντα αναστεναζω με τα πλοια.
Βασιλευει μια φιλμικη ησυχια στο μερος αυτο, που ομοια της δεν εχω ξανααφουγκραστει.
Μοιαζει να ειναι σημερα φτιαγμενη, μονο για μενα, σα να με αφηνει να πρωταγωνιστησω την ωρα αυτη, σα να δινει προβαδισμα στην ψυχη μου μεσα στη βουη της πολης.

εγω και το λιμανι λοιπον.

το αφηνω να με παρασυρει, αφου εδω με οδηγησε η ψυχη μου, ή το ποδηλατο μου τελοσπαντων.
χαζευω αυτα τα τερατα που ορθωνονται μπροστα μου, αυτα τα σιδερενια κατασκευασματα φτιαγμενα να επιπλεουν σε καθε θαλασσα.
καθομαι σ' εναν κιτρινο καβο, δυο πλοια στριμωχνουν τα πλαινα μου και μου ανοιγουν τον οριζοντα.

Η μυρωδια, η σωσιβια λεμβος, τα τεραστια τζαμενια παραθυρα, τα φουγαρα, το καταστρωμα, οι αριθμοι στο πλαι.
Κλεινω τα ματια και μεταφερομαι σ' ενα αλλο λιμανι, πολυβουο. Ιδιο ειναι το πλοιο, μονο που εγω φοραω αλλα ρουχα, ναι, ναι, φοραω ενα ελαφρυ φορεμα και την πλατη μου βαραινει ενα σακιδιο και τα μαλλια μου σκεπαζει ενα καπελο ψαθινο και ετοιμαζομαι να μπω και να φτασω σε ενα νησι ή σε μια ιταλια, επιτρεπω στο νου μου να αποβιβαστει ακομα και στην κρητη.

Κι αν ανοιξω τα ματια τι θα αλλαξει;

Μονο ο χρονος με ενοχλει.
Σταματαει ο χρονος;
Κι αν σταματουσε, θα το καταλαβαινα;
Θα το εκμεταλλευομουνα;

Λιγο πιο περα εχει παρκαρει ενα φορτηγο απο την αφρικη.
Για μια στιγμη μπαινω στον πειρασμο να αναρωτηθω αν γινεται να μπω στο φορτηγο λαθραια, και να φτασω σ' εκεινη τη ζεστη χωρα για να παρω στην πλατες μου ολο εκεινο το καλοκαιρι.

Μια περιπετεια χρειαζεται η ψυχη μου τωρα για να σωθει.

Θα δω ελεφαντες αραγε;
Θα καβαλησω καμηλες;
Θα μεινω σε γαλαζιο σπιτακι, θα κυληστω στην ερημο, θα πιω καυτο τσαι μεσα σε σκηνη, θα αφησω τα ιχνη μου στην αμμο, θα μαγευτω, θα ζαλιστω και θα ξεδιψασω σε μια οαση;

Ανοιγω αποτομα τα ματια, η ψυχη μου το παρακανε σημερα νομιζω.
Ανεβαινω στο ποδηλατο και της κλειδωνω την πορτα.
Δεν θα θελα να τη χασω τωρα που αρχιζουνε τα κρυα.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

για αρχαριους

αστην να γεμισει τον κοσμο σου με το δικο της.
αστην να σου παρει ποτηρια πολυχρωμα και κερια που μυριζουν.
αστην να σου ζωγραφισει τους τοιχους τα επιπλα το μυαλο σου ολοκληρο.
αστην να σου τραγουδαει και να σου μαθαινει σκοπους ασκοπους.
αστην να σε ντυσει οπως αυτη θελει, να σε λουζει και να σε χαιδευει για να κοιμηθεις.
αστην να σε παρει μαζι της, να καθεσαι διπλα της στο αεροπλανο και να της κρατας το χερι.
αστην να σε οδηγησει και να της πας εσυ σπιτι, να περπατατε χερι με χερι σε καθε στενο και καθε λεωφορο.
αστην να σου δωσει τις ταινιες της, τα βιβλια της, τα ρουχα της ολα, κι εκεινα τα προστυχα ακομα, τις πυτζαμες της, το αμακιγιαριστο προσωπο της.
αστην να σου βαλει λουλουδια στο βαζο και φιλια στον καθρεφτη και να τραβαει τις κουρτινες για να ξυπνας.
αστην να κοιταει τη θαλασσα και το ηλιοβασιλεμα και τα αστερια και να σε καθρεφτιζει.
αστην να διωξει να διαγραψει να ξεχασει να αποριψει να μηδενισει το κοντερ.
αστην να σου απαγγειλει ολες τις σκεψεις της, ξεγυμνωσε τη, μπορεις.
αστην αυτη να κραταει το χαρτη και να σημαδευει, αστην να σου μαγειρεψει και να μαθει πως πινεις τον καφε σου.
αστην να κλαψει στην αγκαλια σου και να σε χτυπησει και να κανετε ερωτα.
αστην να σου δωσει μια ζωη ολοκληρη στριμωγμενη σε καμποσους μηνες καιρο.
Και μετα πες της πως να σε αφησει.