Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

οι τρυπες που ανοιγεις

Όταν θα καταλάβεις θα είναι πλέον αργά.
Όταν θα μάθεις να ζητάς θα έχει πια πέσει ο ήλιος.
Όταν θα δεχτείς πως η ζωή έτσι κυλά και όχι αλλιώς,
και πως μετά το καλοκαίρι μπαίνει ο χειμώνας βίαια,
τότε μπορεί να κλάψεις όπως αρμόζει στην περίσταση,
σαν άνθρωπος ας πούμε,
αλλά και πάλι αργά θα είναι,
τώρα πια τίποτα δε σε σώζει απο τα γεγονότα καλέ μου.
Κι εσύ, εσύ που θέλησες όλα να τα ζήσεις,
όλα να τα πιάσεις,
όλα όλα όλα δικά σου,
εσύ τι απογίνεις τότε;
Tότε θα είναι η ζωή μια καρέκλα σπασμένη για σένα,
θέλησες να καθίσεις αλλά έπεσες στην τρύπα,
και το αστείο ποτέ δεν θα πιάσεις. 

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

υαλοκαθαριστηρες

Εν μέσω κεραυνών και καταιγίδων,
ο νους τρέχει κομμάτι πιο γοργά.
Καθώς οι υαλοκαθαριστήρες σκουπίζουν βίαια τη βροχή,
εγώ ήδη δε βλέπω.
Πως είναι και με το γκρίζο του καιρού η όψη σου παίρνει άλλες διαστάσεις, λες και οι αστραπές φωτίζουν τη σκιά σου και την κάνουν διπλάσια,
κι η θέρμη σου παραδόξως ανασύσταται μέσα απο την παγωνιά και με ζεσταίνει, προσωρινά.
Πως είναι και με το μαύρο του ουρανού θυμόμαστε πως είμαστε άνθρωποι
μέσα στη λάσπη φτιαγμένοι. 

Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

καψα

Πλησιάζει καλοκαίρι, δεν γίνεται να μην το νιώθεις, κάθε χρόνο τα ίδια λέω και καταντάω γραφική αλλά δεν με νοιάζει και πολύ να σου πω την αλήθεια. Πλησιάζει καλοκαίρι και η ζέστη έρχεται σιγά σιγά, και τα γρήγορα ντους για να δροσιστείς πριν βγεις στο λίβα, και οι ώρες που δεν κάθεσαι σπίτι ούτε πριν νυχτώσει ούτε μετά, δε γίνεται, δε μπορείς. Πλησιάζει καλοκαίρι και νιώθω να ανεβαίνει μέσα μου μια πνιγμένη ανάσα, πως αλλιώς να το εξηγήσω, και το μόνο που θέλω είναι να βρεθώ στη Ραφήνα, και να διαβάσω πάλι την Αίθουσα του Θρόνου, κάθε χρόνο, κάθε καλοκαίρι, σαν να καίγομαι κι εγώ μέσα στην κάψα της Γλαύκης, και να διαβάσω πάλι Καραγάτση, και να διαβάσω πάλι όλες τις τραγικές ιστορίες που σέρνουν πίσω τους τα νησιά εκείνα. Κι ύστερα να πάρω το πλοίο από το λιμάνι και να πάω κι εγώ σ ένα νησί, να περπατήσω ξυπόλητη με μαλλιά λιτά, και να πω ότι ζω.

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

κλέφτες

Ιπτάμενα φιλιά
στο μετρό,
βιαστικά,
να προλάβουν λίγη αγάπη και το τρένο για τη δουλειά,
στον αέρα ξεκλέβεις κι εσύ κανα δυο αν τύχει να περάσεις ανάμεσά τους έγκαιρα.
Ιπτάμενα φιλιά
στο μετρό,
στις στάσεις,
στα κτελ,
φιλιά ιδρωμένα,
φιλιά αλμυρά
και φιλιά αχόρταγα,
η ώρα του αποχωρισμού πάντα αίνιγμα,
και βλέμματα σαστισμένα,
ξεροκαταπίνεις βουβά
και δίνεις κι εσύ ένα φιλί απ αυτά.
Φιλιά ιπτάμενα,
στο μάγουλο,
στα χείλη,
φιλιά που ντροπιάζουν το φιλί,
φιλιά παγωμένα,
φιλιά τυπικά,
φιλιά που δε φτάνουν τον προορισμό τους,
προτού ακουμπήσουν έχεις κιόλας γυρίσει την πλάτη,
και ένα φιλί εξατμισμένο μπορεί να πέσει στα πόδια ενός τυχαίου περαστικού
ψυχορραγώντας.
Φιλιά ιπτάμενα που γεμίζουν τις αίθουσες κάθε μέρα,
φιλιά ηχηρά,
φιλιά δειλά,
φιλιά τα πρώτα
φιλιά όπως τόσα φιλιά που δώσανε άλλοι πριν απο μας,
κι εγώ χοροπηδάω στον αέρα,
να αιχμαλωτίσω ένα φιλί
που κάπου κάποτε,
δε μπορεί,
έδωσες κι εσύ,
και ακόμα ίπταται.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

τζοκινγνκ

Ήλιος και βροχή και ένας αέρας που μόνο να χαλάει τα μαλλιά ξέρει και ένας καφές που είναι ζεστός ενώ θα έπρεπε να είναι κρύος.
Μια ατμόσφαιρα που δε μυρίζει τίποτα συγκεκριμένο, ούτε ιώδιο ούτε χώμα ούτε νυχτολούλουδο,
εκτός από κάποιες κρυμμένες γειτονιές, αλλά που να τρέχεις τώρα να τις ξετρυπώσεις,
που να τρέχεις τώρα γενικώς,
κι αφήνεις μόνο τη ζωή να τρέχει για σένα κι εσύ να παραπονιέσαι ξοπίσω της
για τις εποχές που δε σου κάνουν τη χάρη.




Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

εκει

Ήταν μια ακόμη μέρα στο Φάληρο.
Μια ακόμη μέρα σε ένα παράλληλο σύμπαν
όπου
οι γάτες λιάζονται σε πλαστικές καρέκλες ξεβαμμένες
οι βάρκες λικνίζονται από συνήθεια
κι ο ήλιος μάλλον ποτέ δεν πέφτει.
Σύμπαν παράλληλο.
Δέρματα μαυρισμένα
κ εσύ να λες
μα πότε πέρασε το καλοκαίρι,
κιάλια για τους περίεργους,
μαγιό ξεχειλωμένα φλουό ολόσωμα
και φοίνικες που τη σκιά τους κανείς δεν αποζητά.
Μια μυρωδιά να αιωρείται στο τριγύρω,
ιώδιο μπλεγμένο με σουβλάκια,
κι απόηχος από ρακέτες νωχελικές.
Κίτρινο μπλε και άμμος,
τα χρώματα είναι αλλιώς εδώ,
λευκό ξεπλυμένο από τα καλοκαίρια,
τραπέζια άτακτα βαλμένα στο πουθενά,
σκουριά χυμένη στο τοπίο,
λες και η πλάση γεννήθηκε οξειδωμένη.
Μια μέρα σαν όλες τις άλλες ήταν στο Φάληρο,
χωρίς ρολόγια κι εποχές,
εκεί που το φεγγάρι δεν ανήκει
και πιάνουν των ταξιδιάρικων γλάρων οι ευχές.





Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

θόλος

Θα δεις τη σκιά της
να τρέμει στον τοίχο
καθώς χάνεται μέσα στο άπειρο.
Η μαύρη της γούνα σεντόνι που ντύνει τη νύχτα
και γλύφει τους τοίχους τους στρογγυλούς.
Περνάει αθόρυβα
και ποτέ δεν θα δείξει πως ξέρει πολλά,
ποτέ δεν θα μάθεις τι κάνει τα βράδια,
όταν μονάχη μένει με τους θεούς.
Τα φώτα όταν σβήνουν
σαν κλέφτης στα σκαλιά ακροπατά.
Γλιστράει απ’ το άνοιγμα και μπαίνει στο θόλο,
κοιτάει αριστερά δεξιά.
Βεβαία πως όλο το σύμπαν της ανήκει ολοκληρωτικά
το ξύλινο πάτωμα κάνει μια βόλτα
και στέκεται εμπρός στα κουμπιά.
Μαύρες πατούσες χαϊδεύουν με πείσμα τις εντολές,
και ξάφνου ο κόσμος ανοίγεται εμπρός της,
μια φλούδα ουρανός.
Το τηλεσκόπιο κατεβαίνει στα μέτρα της
και τα πράσινα μάτια της
γουρλώνουν,
διαστέλλονται οι κόρες,
σμίγουν τα φρύδια,
καθώς από μπροστά της περνάνε αστέρια με ουρές,
και γαλαξίες,
και ήλιοι,
και δαχτυλίδια πασπαλισμένα με αστερόσκονη,
και μαίνονται μάχες στο μαγεμένο στερέωμα,
γιατί τ΄ άστρα ζηλεύουν το σμαράγδι των ματιών της κρυφά
και  σβήνουν και χάνονται,
και αυτή νιαουρίζει εκστατικά
στη θέα του μπλε του γαλάζιου του μοβ και του ροζ.
Κι όταν αποκαμωμένη από τη δράση
χάσει το ενδιαφέρον της,
ακροβατεί στη γωνία που η σελήνη τρυπώνει,
και λούζεται με φεγγαρόφωτο.
Και κάπως έτσι την παίρνει το ξημέρωμα
με μάτια μισοκλεισμένα ηδονικά
καθ΄ ότι το στερέωμα όλο φωτίζει γι΄ αυτήν,
με πόδια τεντωμένα κομψά,
μουστάκια κεραίες που μιλάνε με το διάστημα,
κ η υγρή της μύτη ροζ πέρλα περιστρεφόμενη σε τροχιά. 
Το πρωί δεν θα βρεις ούτε δείγμα,
πως κάποιος δάμασε τους  γαλαξίες. 







Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

αληθεια

Με ξυπνάς με έναν ήλιο στον τόνο,
σαν να ακούστηκαν κιόλας τα πρώτα τζιτζίκια.
Κλείνω λίγο τα μάτια και λέω
άραγε ένα χαμόγελο στ' αλήθεια σκοτώνει;

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

μπλε γραμμή

Η μέρα ξεκινάει με τόνους,
γιατί σήμερα και από σήμερα όλα τονίζονται,
γιατί όλα φαίνονται και τίποτα δεν κρύβεται,
γιατί προτιμώ τους τόνους από τα ερωτηματικά
γιατί τα θαυμαστικά πρέπει να κάνουν θαύματα από μόνα τους
και όχι να τα ψάχνεις.
Η μέρα ξεκινάει με ένα μετρό που παίρνω κάθε πρωί
και πλέον πάντα θα τονίζεται γιατί είναι μπλε
γιατί το μπλε είναι το αγαπημένο μου χρώμα
γιατί ακόμα κι αν δεν ήταν μόλις έγινε.
Η μέρα ξεκινάει με γραμμές που σχεδιάζονται στο μυαλό μου και περνάνε από χίλια δυο κύματα,
κάνουν κύκλους,
μεγάλους,
και τελικά με βγάζουν εκεί που θέλω.
Η μέρα ξεκινάει όπως εγώ τη θέλω,
και μην τολμήσεις να σκεφτείς πως τη θέλεις λάθος.
Η μέρα είναι δική σου,
κάνε την δική σου,
πιες λίγο καφέ απ τον καφέ μου
και έλα να ταξιδέψουμε στις γραμμές επάνω. 

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

ντριπ ντριπ

Τις μέρες που βρέχει δεν θέλω έτοιμη μουσική.
Συνήθως όταν θέλω να ακούσω μουσική, βάζω σι ντι
ή βάζω μια λίστα που έχω φτιάξει ειδικά για την περίσταση.
Αλλά τις μέρες που βρέχει, δεν θέλω τη δικιά μου μουσική.
Τις μέρες που βρέχει ανοίγω το ραδιόφωνο,
και ακούω ότι αυτό παίζει.
Νιώθω έτσι να έρχομαι σε επαφή με τον έξω κόσμο,
γινόμαστε ένα, εγώ κι ο κόσμος που βρέχει,
κι έτσι θυμάμαι οτι δεν βρέχει μόνο σε μένα.
Τις μέρες που βρέχει, αν δεν μπορώ να ακούω τη βροχή να πέφτει
μέσα στην αγκαλιά σου,
δεν την αντέχω τη δική μου μουσική.
Θέλω άλλος να παίζει για μένα.

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

ακυρωση

Τα εχω σκορπια αφησει στις τσεπες μου, 
σκοπιμα. 
Βillet, ticket, εισιτηριο. 
Σε καθε τσαντα μου βρισκω κι απο ενα, 
σε φουστες οταν χωνω τα χερια βαθια απ το κρυο, 
η απο αμηχανια,
τα βρισκω εκει. 
Ορθογωνια και τετραγωνα,
μισα και ολοκληρα,
χτυπημενα. 
Απομειναρια της παλιας ζωης μου.
Ειναι εκει, σκισμενα τσακισμενα εισιτηρια του μετρο,
ενθυμηματα τονωσεως, 
"καποτε το εκανα κι αυτο,"
κι ας εχω βαλτωσει λιγακι τωρα,
μονο λιγο, 
μονο για λιγο.
Billet, ticket, 
ακομα και εισιτηριο. 
Ακομα και εισιτηριο.


Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

οχυρο

Μια γκριζα μερα ηρθα και γυρεψα στο σπιτι σου καταφυγιο.
Με μια λαμψη συνενοχης στα ματια, αφατη, αφαντη τελικα,
και με μια κουραση στις κινησεις, μια αβεβαιοτητα που σε διακατεχει οποτε βρισκεσαι στο χωρο καποιου κατω απο αδιευκρινιστα αιτια.
Λιγο φιλος, λιγο γνωστος, λιγο γειτονας, λιγο σωσιβιο, ακομα δεν ξερω, ποτε δεν θα μαθω.
Δεν χρειαζεται.
Ετσι αβεβαια μου ανοιξες την πορτα, πισω απο χαμογελα ή μειδιαματα, κι αυτο ακομα με τηλεγραφηματα το λαμβανα. Ετσι αβεβαια.
Ετσι αβεβαια επιασα τον καναπε απεναντι σου, ασχημο σπιτι, σκεφτομουνα, αφιλοξενο, τα αψεντι παρτυ σου δεν ξερω αν τα εχασα σκοπιμα εν τελει.
Ετσι αβεβαια, βαριεστημενα, κι ομως, με κεφι, εξηγησε μου, ετσι επιασες τον καναπε απεναντι μου, αμφιβαλλω αν εγειρες στο μπρατσο σε ενδειξη ανεσης.
Σε κλιμα κατοχικο κλεισαμε κι οι δυο τα ματια κουρασμενοι κι αφησαμε το ραδιοφωνο
να μας γεμισει τα κενα με τα γεγονοτα που ετρεχαν εκεινες τις μερες του θυμου.
Φωτιες φυτεμενες σε σημεια γνωστα, οργες φουντωμενες σε γειτονιες συνηθισμενες απ αυτα.
Μας ειχε ηδη κουρασει η Αθηνα, την ειχαμε ηδη λατρεψει,
και τωρα σαν δυο αστοι γερασμενοι κουναγαμε το κεφαλι με πικρα και απορια.
Καπου εκει, λιγο πιο βεβαια, ξεγυμνωσα τα ποδια μου και κουρνιασα στον καναπε απεναντι σου.
Λιγο νανουρισμενη απ τον εκφωνητη, λιγο απογοητευμενη απο την παρουσια σου, λιγο ασφαλης με την παρουσια σου, σ αυτο το κλιμα το κατοχικο το αβεβαιο το γκριζο το προστατευμενο το χαρτινο το οχυρο.
Ισως γιατι το θελησες, ισως γιατι ενιωσες οτι το επιβαλει η στιγμη, εφερες μια κουβερτα και με σκεπασες, αραγε ηξερες οτι κρυωνα εντος;
Δεν ξερω ποσες ωρες εμεινα εκει, στον καναπε απεναντι σου.
Μετραω στα δαχτυλα τις φορες που σε ειδα, γλυκοπικρες παντα, αβεβαιες παντα.
Μοιραστηκαμε λιγα ποτηρια κρασι, λιγες συναυλιες, λιγες χιονομπαλες και λιγους φιλους, κι υστερα χωρισαμε κι εμεις τους δρομους μας, οπως συμβαινει συνηθως βεβαια.
Μα οτι κι αν ησουν, φιλος γνωστος η τιποτα, καποτε καναμε παρεα,
και χαμογελασα που σε θυμηθηκα βεβαια.  

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

αστροσκονη

Στην ακρη του κοσμου βρεθηκαμε αποψε
ν ακροβατουμε στον ουρανο.
Σχοινια τεντωμενα
οξυμενες αισθησεις
κι ο αχος του μυαλου μου περα απ το εγω.
Πυκνο το σκοταδι
κι η θαλασσα εμπρος μου
απληστα νιωθω να με καλει.
Να κανω ενα σαλτο
στο αγριο συμπαν,
σκονη κι αστερια του νου το κλουβι.

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

κι αποψε

Oταν ξαπλωνω μονη στο κρεβατι
το σωμα μου παιρνει τη σταση
που ανηκει σε μοιρασμενο υπνο.
Μαζευω τα χερια
και το ενα μου ποδι τεντωνω
για να ταιριαξω
στους ορμους του κορμιου σου.
Κι οταν υστερα νιωσω
πως στην πρυμνη μου
μονο η γατα βρισκει τον υπνο,
λυνω τον καβο
και ταξιδευω μοναχη
με ματια κλειστα
στα ταραγμενα πελαγα
των ονειρων μου.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

ελα

Ειναι μια γλυκια βραδυα αποψε
τοσο γλυκια που δεν φανταζεσαι
η πιο γλυκια ολου του χρονου,
και ειναι εγκλημα να μενεις μεσα,
να χτυπησω τις πορτες να βγουνε ολοι εξω θελω,
να αναπνευσουν,
μαζι τους κι εγω.
και θελω τοσο να βγω,
θελω την παρεα σου,
οποιος κι αν εισαι,
αποψε,
αποψε μονο,
να τρεξουμε με τα ποδηλατα
να παραβγουμε
και λαχανιασμενοι να φτασουμε
καπου,
οπου,
να πιουμε
και να μεθυσουμε απο τα λογια μας
λογια πολλα
θα μιλαω πολυ
και μετα θα γελαμε
και δε θα σοβαρευουμε
και δε θα κοιταμε τα ρολογια μας
μα μοναχα απο την ψυχρα
κι απτα αστερια που μετατοπιζονται
θα ξερουμε οτι εχει περασει η ωρα
μα δε θα μας νοιαζει,
δεν πρεπει τιποτα,
ολα ειναι εδω.
Θα ακουμε τους γρυλους που θα μας κανουν παρεα,
αυτο ειναι το σαουντρακ της δικης μου ζωης φαινεται,
κι υστερα,
οταν κι οι τελευταιοι μουσικοι μαζεψουν τα συνεργα τους,
οταν οι δρομοι θα εχουν αδειασει και ολα θα εχουν σωπασει,
σαν ο μαεστρος να αφησε κατω τη μπαγκετα του,
μονο τοτε θα δεχτω να με πας σπιτι,
με ματια να βασιλευουν,
και ενα χαμογελο,
πως περασα ομορφα,
με εσενα,
ενα φιλο καλο,
που με αγγιξες με τα λογια σου
και σε ζωντανεψα με τις σκεψεις μου,
πως εζησα,
κι αν δεν ξαναρθει,
ας ειναι,
ημουν εδω με σαρκα κι οστα για να τη δω,
τη μερα αυτη την ιερη.

ελα
ελα
ελα

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

τιποτα

γιατι να γραψω δεν ξερω γιατι να γραψω γι αυτο δεν γραφω
δωσε μου ενα λογο να γραφω
εχω πολλους
αλλα δεν γραφω,
ακομα και γι αυτο θα μπορουσα να γραψω αλλα ουτε γι αυτο δεν γραφω.
και τι να γραψω
για τα καλοκαιρια που φυγανε τα ειπαμε
σας κουρασα με κουρασα κι εμενα
τι να γραψω
για τη γατα στο πληκτρολογιο
για τα συννεφα που ερχονται
για τα ποδηλατα που σκουριαζουν
για τις μπουκαμβιλιες που μεγαλωνουν
για τα μαντρακια που ψηλωνουν
για τα ουζα που ζαλιζουν
για το σπιτι που δεν ειναι σπιτι μου
για τις αποφασεις που δεν παιρνονται
για το μελλον το ασχημο, διχως σχημα δηλαδη, μην παρεξηγουμαστε,
για τι να γραψω χωρις να επαναλαμβανομαι η εστω χωρις να δειχνω οτι επαναλαμβανομαι
αφου εμπνευση δεν εχω.

οχι, μη μου πεις τι να γραψω.
δωσε μου εμπνευση.

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

παρεξηγηση

Καθε φορα,
με αφηνεις στην πορτα μου μπροστα,
στην εισοδο ακριβως,
ουτε χιλιοστο δεν σου ξεφευγει.

Καθε φορα,
κανεις μπροστα και πισω,
βαζεις πρωτη και οπισθεν,
πρωτη και οπισθεν,
για να μ αφησεις στα σκαλοπατια μου μπροστα.

Καθε φορα,
με λες πριγκιπισσα,
και τρεχεις την πορτα να μου ανοιξεις,
για να κατεβω,
να παω στο σπιτι μου,
να κοιμηθω.

Καθε φορα,
νομιζεις οτι εισαι τζεντλεμαν,
και με αφηνεις να φυγω,
ενω εγω μονο να μεινω θελω τελικα. 

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

για τις ψυχες μας

ειναι τα μεσημερια αυτα παλι εδω
που θελεις ολα να τ ακουσεις, ολα να τα δεις,
να ζησεις.
ειναι που τα τζιτζικια ειναι εκει εξω τωρα πια,
και το στηθος ανεβοκατεβαινει
σε αλλους ρυθμους,
κι αερας μπαινει απ τα ανοιχτα παραθυρα καθε στιγμη.
ειναι που ρχονται μνημες,
και μπλεκουν τα υφαντα τους με ονειρα,
και σε αφηνουν καθυδρο, να μην μπορεις να κοιμηθεις,
γιατι ολη η ζωη εκει εξω συμβαινει, τωρα, τωρα, τωρα.
κι αν τα νησια ηταν μια δρασκελια, μια ανασα,
τωρα κιολας θα σ επαιρνα να φυγουμε, να αναπνευσουμε.
να χαθουμε στον ηλιο τoυ μεσημεριου,
να ανταλλαξουμε τις βαριες σκιες μας με ισκιους πευκων,
τις ψυχες μας να πουλησουμε για λιγη μουσικη μονοτονη,
κι ερωτας μια για παντα να γινουμε,
μες στα πλακοστρωτα, τα πουσια, τα μαντρακια και το κυμα.
ν αποτιναξουμε την αγριαδα των καιρων,
να συγχωρεσουμε οσα περασαν και δεν ηρθαν,
και να ορκιστουμε,
μ ενα αλμυρο φιλι στο βλεμμα να τρεμοπαιζει,
αλλα μεσημερια ποτε μας να μη χασουμε.

(και καθε χρονο ωδη στο καλοκαιρι,
και καθε χρονο μου ξεγλιστραει απ τα χερια)

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

προσδοκια

Βλεπω τους κουρασμενους αντρες στο μετρο,
με τα παπουτσια τα αχαρα, τα μαυρα,
καποιοι κομψοι λιγακι παραπανω φορανε λουστρινι,
καποιοι λιγο πιο ακομψοι στριμωχνουν το ποδι τους σε παπουτσια μυτερα.
Και παντα οι ιδιες καλτσες, λεπτες, παντα εως εκει που βλεπεις το ποδι γυμνο λιγα εκατοστα, και υστερα μπατζακι.
Δε φταινε παντα αυτοι,
συνηθως οχι,
παντα μια γυναικα ειναι υπευθυνη για οτι κρινεις σ εναν αντρα,
μεσα και εξω.
Μια γυναικα που περιμενει,
μια γυναικα που καποτε ολοι αυτοι οι αντρες οι θαμποι ερωτευτηκαν,
κι ισως ακομα ερωτας ειναι,
μα τωρα πια ειναι και κουρασμενοι.
 Και τους βλεπω, τους κοιταζω, τους παρατηρω,
με τα σακακια τους,
και τους χαρτοφυλακες,
και την κουραση περασμενη στα στεφανια των ματιων τους.
Να πανε σπιτι, να ακουμπησουν ολη την κουραση τους στο τραπεζι,
και να τη φτυσουν σε μια μπυρα μεσα,
κι ισως τη χωσουν μεσα σε καποιο τυχαιο δαντελωτο, εξισου κουρασμενο εσωρουχο.
Κι αναρωτιεμαι,
αραγε θα θυμηθουνε να παρουνε στη γυναικα που ερωτευτηκαν το εβδομαδιαιο περιοδικο που αγαπαει;

σοφια

Μεγαλωσα με το Αιγαιο στην καρδια, να με καιει σαν ανεκπληρωτος ερωτας καθε καλοκαιρι,
να με καιει οπως το χιονι τα λουλουδια καθε χειμωνα.

Δεν ξερω γιατι, απλα συνεβη, οπως συμβαινει να ερωτευεσαι καποιον αγνωστο μεσα στο τρενο.

Κι αν λιγο, μονο λιγο αν αφησω τη σκεψη μου να περιπλανηθει εκει που συνηθως δεν την αφηνω, θα σου πω πως το αιγαιοπελαγιτικο καλοκαιρι που παντα περιμενα δε θα ρθει πια. Ξερω μοναχα πως ξεγλιστρησε απο τα χερια μου, και ξερω πώς. Και ξερω ακομα πως χρονο με το χρονο τα καλοκαιρια τα ευσεβη τα ποθητα σβηνουνε, χεθωριαζουνε, σα χρωματα νερωμενα, ανακατεμενα απο το χερι ερασιτεχνη. 

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

γρηγορα

Κι οπως ολα τελειωνουν,
ετσι τελειωνει κι αυτο.
Μονο η βροχη δεν μου κανει τη χαρη.
Ολα τ'αλλα τελειωνουν.
Μα τρεξιμο στη βροχη,
φωτογραφιες στη βροχη,
αγκαλιες στη βροχη,
τοση βροχη μαζεψα φετος,
περισσοτερη κι απο τα μεσα δακρυα που χυνω, σκεψου.
Ολα τελειωνουν λοιπον.
Η Αναστασια φευγει
και ξεχνα τα ανεκδοτα και τις κατσαρολες και τα σουπερμαρκετ,
και μετα εγω,
και ξεχνα τα παρκα και τα περιοδικα και τα νουντλς.
Και μεχρι τοτε θα μεινουμε με το Φελιπε στην κουζινα
να πινουμε τσαι
και να λεμε
"μα ποτε θα σταματησει η βροχη;"
Κι υστερα θα γυρισω στο φυσικο αφυσικο μου περιβαλλον
Και παμε παλι απ'την αρχη.

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

φαντασματα

Ερχονται που και που
συχνα δηλαδη ειναι η αληθεια,
και κλαινε με λυγμους εξω απ'την πορτα μου.
Χτυπανε να τους ανοιξω,
ολοι μαζι,
ποτε σιγα και ποτε με μανια,
κι οταν αποκαμωμενοι σταματησουν,
μιλανε μεταξυ τους, αναποφευκτο.
Ενωνονται οι νεκροι απεναντι στους ζωντανους απο αναγκη.
Θυμουνται τα παλια,
τσακωνονται,
και παλι κλαινε.
Σ εμενα θελουν να τα πουνε αλλα η μοιρα τους ειναι υφαντο συρματινο.
Μια στο τοσο περιμενουν να τους ακουσω,
κι αφου απαντηση δεν παρουν,
φιλιωνουν μεταξυ τους οι εχθροι και φευγουν σερνοντας τα βηματα τους.
Κι εγω πισω απ την πορτα,
να κλεινω τα ματια ευτυχης μα και με τυψεις,
τα βασανα τους που ουτε σημερα δεν με αγγιξαν.

Μα σημερα ενας αερας μου ανοιξε την πορτα,
και χυμηξαν πανω μου οι νεκροι.
Σαν σε εξομολογητηριο μπηκαν στο δωματιακι μου.
Αλλος με σκυμμενο το κεφαλι, ωμους σκυφτους.
Αλλος με βημα γρηγορο και φουρια, θελει το δικιο του να βρει. Εστω νεκρος.


Ποτε δεν πιστευεις οτι οι νεκροι εχουνε καποτε ζησει. Ποτε.
Κι αν ζησανε, ζησαν χλωμα και αχρωμα, αρυθμοι χτυποι τους φτασανε ως το τελος της ζωης.
Μα εσυ στη δινη του τωρα αγνοεις,
οτι χωρις τις ζωες αυτες τις ταραγμενες,
εσυ δεν θα σουνα τωρα εδω.

Μην αγνοεις,
λιγη σημασια να δωσεις στη ζωη τους θελουν.
Αλλιως αδικα εζησαν.

Αποψε βαρυνε την ψυχη μου η δικη μας μικρη σαγκα.

Χαμενοι ερωτες, και ζηλειες, και τυψεις, και μοναξια.
Τους αφησα μονους τους. Τοτε που ζουσαν.
Και μυστικα, και ασπροι τυχοι,
κι εγω μακρια,
να κανω οτι ζω.

Σα να ναι ηδη νεκροι τους φερεσαι, το ξερεις;

Αποψε το αντιμετωπισα κι αυτο.

Μου εσφιξαν το χερι,
με κλαματα με παρακαλεσαν μην τους ξεχναω,
μα προπαντων μη,
μη γινω σαν κι αυτους.

Μου υποσχεθηκαν πως θα ξαναρθουν.

Κι υστερα εφυγαν, αναλαφροι και σιωπηλοι,
θλιμμενοι και ωραιοι.


Μοιραστηκαν το βαρος τους αποψε οι παλιοι μου γνωριμοι.
Κι εγω εμεινα στον προθαλαμο μου γονυπετης κι ανημπορη να σηκωθω.







Σάββατο 11 Μαΐου 2013

λιμιτ

Ποτε εγιναν ολα αυτα εγω ποτε δεν καταλαβα.
Ποτε γκριζωσαν οι ουρανοι και ποτε εμαθα να σβηνω.
Ποτε ξεχασα να γραφω
και ποτε αποφασισα να μη γραφω οπως γραφω αλλα να γραφω επειδη απλα γραφω.
Κι εγω μπερδευτηκα μη μου φοβασαι.
Ποτε δεν βλεπεις ομως την τροχια που παιρνεις.
Αλλιως δεν θα την εκανες.
Πλασματα υπεροπτικα,
που παντα για το υπερτατο γεννιουνται.

(τι λες να επιστρεψουμε σ αυτα που μαθαμε;)

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

εκει



Δεν θα στο πω ποτε κοιτωντας σε στα ματια.

Δεν θα στο ψιθυρισω στο αυτι.

Μα όταν τα βραδια μοιραζομαστε, κοιμωμενοι μετρωντας τη χαρα μας, με ένα μαξιλαρι και οι δυο, στο μουρμουριζω μυστικα κι ας μην ακους.

Ποτε δε θα γυρισω.

Από τη χωρα που γεννηθηκε ο ερωτας μας, αυτή που λεγεται «εκει», ποτε δε θα γυρισω.

Από τους ξενους ουρανους, τους βρομικους σταθμους και τα φωτα βατ αγνωστων.

Θα ειμαι παντα «εκει» για σενα, μακρυα.

Να με κυνηγας και να σε περιμενω,

Σε δωματια μικρα,
Να δοκιμαζω δαντελες για τη φαντασια σου,
Να βαζω τα καλα μου για τους υπογειους σιδηροδρομους.
Να σου μαγειρευω εξωτικα πιατα σε εξελιξη
και να μαθαινεις το συναλλαγμα.

Τα βραδυα να θελω να με κοιμιζεις με κρασι, κι οι νυχτες να μη θελω να σβησουν.
Γιατι ο χρονος εδω μετραει αλλιως.

Να μεταφραζω τον ερωτα μας σε αποσταση, να σε κραταω σε εγρηγορση, πως αλλιως.

Να περπαταω ξενους δρομους,
Να μιλαω ξενες γλωσσες,
Να γελαω στα ξενα,
Και να ζηλευεις.

Πως αλλιως.

Παντα «εκει»,

Οπου μια βολτα στο σουπερμαρκετ είναι περιπετεια,
Μια εξοδος κραταει μια βαρδια,
Και το μοιρασμενο μπανιο μεταφραζεται σε αγαπη.

Δε θα στεριωσω, δε θα ξεχειμωνιάσω στην ιδια πολη,
Δε θα με συνηθισεις στις πλατες  τοπιων ιδιων.
Δε θα μας ειναι ποτε ο χρονος αρκετος.

Θα μεινω «εκει».

Θα συνεχισω να μας στοιβαζω σε μια βαλιτσα, μεσα σε τι-σερτ ιδρωμενα και φωτογραφιες.
Να ψαχνω το βλεμμα σου πριν το τσεκ ιν.
Να βασανιζω την ψυχη μου με την απουσια σου,
Να πνιγω λυγμους και οργες.
Και να θελω να φυγω από το «εκει» για να σε βρω.

Ραντεβου στην Ανατολή. 




Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

μεταξυ συρμου και αποβαθρας

Οταν γυρναμε κουρασμενοι απο τις αγορες και τα φωτα
μεσα σ ενα βαγονι σιωπηλοι,
τουλαχιστον να μου κρατας το χερι.

Οταν δεν εχουμε κατι να πουμε,
να μου κρατας το χερι, τουλαχιστον.
Για να μη γινουμε σαν αυτους,
ξερεις ποιους,
αυτους που καποτε ηταν σαν εμας,
πολυ πριν γινουνε "αυτοι"
που τους δειχνουμε με το δαχτυλο καθως τιτιβιζουμε φιλια στις γωνιες του κοσμου.

Να μου κρατας το χερι σφιχτα,
να το χαιδευεις.
Να του δινεις παλμο.
Να μου δινεις παλμο,
να ξερω οτι ειμαι εδω,
ζωντανη,
και ειμαι διπλα σου και σου δινω ρυθμο,
δεν βρεθηκαμε τυχαια διπλα διπλα στα βρωμικα καθισματα του ηλεκτρικου,
δεν θα κατεβουμε σε αλλες στασεις,
δεν θα ξεχασεις να με παρεις μαζι σου φευγοντας,
προσεχοντας μην πεσεις στο κενο,
μεταξυ συρμου και αποβαθρας. 

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

αιωνια χρεη


Δεν ξερω αν ηταν πραγματι τσαι του βουνου αυτό που μυριζε στην κουζινα σου, κι αν στ αληθεια όλα αυτά τα τσιγκινα κουτακια ειχαν αρωματικα βοτανα και μπαχαρικα. Παλευω με τη μνημη μου να θυμηθω τα ραφια, και φερνω στο μυαλο μου κατι κουκλακια που κανανε παρεα στο αλατι και το πιπερι, νομιζω μια μαιμου ηταν σιγουρα στην παρεα αυτή. Παντα ημουν περηφανη για την παιδικοτητα του μυαλου σου που μας εδειχνες τις φορες που δεν κλεινοσουν στον εαυτο σου, σιωπηλος. Δεν ξερω αν ηταν αυτές οι μυρωδιες που θυμαμε, πανε χρονια συγχωρεσε με που οι αναμνησεις είναι τοσο ρευστες και μπλεκονται με μυρωδιες που ποτε δεν θα μαθω από πού θυμαμαι, αλλα εμενα το τσαι του βουνου με εκανε να κλεισω τα ματια και να ταξιδεψω στη Ραφηνα. 
Στη μαγικη Ραφηνα, στο μαγικο σπιτι, στα μαγικα πευκα. 
Θυμαμαι τη στροφη που επαιρνε το αμαξι στο «Μυλο» για την τελικη ευθεια, και το ατελειωτο λεπτο μεχρι να φτασουμε στην καγκελενια πυλη, κι εσυ ετρεχες να μας ανοιξεις. 
Θυμαμαι  όταν ανακαλυψα για πρωτη φορα τα βιβλια σου, και ημουν στ αληθεια μικρη για όλα αυτά, αλλα με στοιχειωσαν τα Ανεμοδαρμενα Υψη, οσο αφελης κι αν ημουν, και διπλα σ αυτά οι κοκκινοι τομοι δερματοδετοι γεματοι ιστορια, και καπου εκει εσυ, με τα πεδιλα του σκι να χαμογελας διπλα σε καποιον πολύ σημαντικο, συγνωμη δε θυμαμαι πια. 
Θυμαμαι την κουνια που ειχες φτιαξει, και εφτανα μεχρι τον ουρανο και μετα τα ποδια μου μπλεκοντουσαν με τα σχοινα εκει στα δεξια 
Θυμαμαι τα πρωινα που πηγαινες με τη Μαρμαρω στο σουπερμαρκετ, και αργουσε να παρει μπρος, και το τιμονι ηταν βαρυ αλλα ημουν η παρεα σου και για τιποτα δεν εχανα τη βολτα μας, και μου επαιρνες ότι ηθελα και μου κοροιδευες τους οδηγους που κορναραν και παντα παρκαραμε εξω από την εκκλησια. Θυμαμαι εκεινη την ανηφοριτσα, που παντα φοβομουν ότι δεν θα την ανεβει η Μαρμαρω σου. Θυμαμαι ότι ποτε δεν ηρθες για μπανιο. Κι ας το αγαπουσες καποτε, ή ισως κι αυτό δεν το ξερω καλα. Συγνωμη που δεν το ξερω, αληθεια. Αλλα ποτε δεν ηρθες. Και ησουν παντα τοσο ασπρος. Φοραγες αυτή τη μπεζ βερμουδα και κάθε απογευμα ποτιζες με τις ωρες τα λουλουδια σου, και μου λεγες ανοιξε το νερο κλεισε το νερο, και χανοσουν στα χωματα φορώντας τα παλια σπορτεξ μου. Και μετα με φωναζες να αναψουμε το καντηλακι στον Προφητη Ηλια, γινεται αληθεια να εχεις εκκλησακι στο οικοπεδο σου; Κάθε καλοκαιρι εκει σε γιορταζαμε, κι ολοι το ξερανε κι ολοι ερχοντουσαν και για ολους αυτους ετρεχες να παρεις καρβελια για την αρτοκλασια κι εγω περιμενα στο φουρνο και ηθελα να με ανεβασεις στο αλογακι διπλα στο περιπτερο. Θυμαμαι τα μεσημερια, που τα τζιτζικια ηταν στα καλυτερα τους, και εσυ εκλεινες την πορτα να κοιμηθεις, κι εγω αναρωτιομουν τι θα γινει αν χασεις τον υπνο σου μια μερα αλλα παντα εκανα ησυχια και εκανα βολτες μες στα πευκα ψαχνωντας γατες και μιλωντας σε φανταστικους φιλους και παρατηρώντας τα μυρμηγκια να μπαινουν στις φωλιες τους και περιμενοντας να ξυπνησει το σπιτι για να κανω βολτα με το ποδηλατο, να σκισω τα γονατα μου γι άλλη μια φορα. Και όταν το απογευμα ερχοταν, θυμαμαι, επινες παντα καφε ελληνικο, συγνωμη που δε θυμαμαι ποσες κουταλιες ζαχαρη. Ισως πολλες γιατι σου αρεσε το πολύ αλατι και ισως και η πολλη ζαχαρη. Πολύ αλατι, και παντοτε με κοιταζες συνομοτικα όταν κ οι δυο κρυφα καναμε ασπρο το φαγητο μας. Και τα απογευματα στο τραπεζι με τα βοτσαλα και τα κοχυλια, όταν πια ο ηλιος κρυβοτανε λιγο, εβγαινε το ταβλι και παιζατε με τις ωρες, και μαλλον σχεδον παντα κερδιζες. Και σταυρόλεξα, μην ξεχασω τα σταυρολεξα. Εσυ με εμαθες, θυμασαι; Και παντα σε θαυμαζα που εβρισκες ολες τις λεξεις, και ακομα μετανιωνω που αρνιομουνα να μαθω τους αριθμους. Και ηταν η τελεια μερα αν το βραδυ πηγαιναμε στο Ντορβα για φαγητο, κι εσυ ετρωγες παιδακια και δεν σταματαγες οσο κι αν σου λεγανε να σταματησεις και μεσα σου ξερω ότι χαιροσουνα σαν παιδι γιατι σε πηγαιναμε στην καλυτερη ταβερνα του κοσμου. Θυμαμαι τις ωρες που δε μιλαγες όμως και γινοσουνα μεγαλος, πολύ μεγαλος, και φοβομουνα ότι ποτε δε θα ξαναγελασεις. Ισως σκεφτοσουνα τα μεταλλια σου, ισως τα χρονια που εχασες, στον πολεμο και στο σπιτι. Ποτε δε ρωτησα. Ημουν μικρη και οι μικροι δεν κανουν τετοιες ερωτησεις. Και τωρα που μεγαλωσα που εισαι; Και ισως μετα από μια ωρα επεστρεφες από τα μερη εκεινα, και παλι εμφανιζοσουν στο μπλε παραθυρο, και μου κανες τα δαχτυλα κυκλους και τα βαζες στα ματια σου και μου κανες την κουκουβαγια. Και επαιρνες τη χτενα να είναι ωραια τα μαλλια μου, «σκαλες» ελεγες, κι εγω τσιριζα γιατι από τοτε δε χτενιζα τα μαλλια μου, αλλα στο τελος φουσκωνα από περηφανια που γινομουν μια σωστη δεσποινιδα για σενα. Θυμαμαι τα Ξυλινα Σπαθια που εμαθα ένα καλοκαιρι και η κασετα δεν εβγαινε μεχρι να βαλεις Χαρυ Κλυν, και θυμαμαι το πρωτο τραγουδι των Beatles, το Help ήτανε, και επαιζε στο ραδιοφωνο ενώ εγω κοιταζα το ξυλινο ταβανι κι εσυ εκανες κουβεντες που κανουν οι μεγαλοι. Θυμαμαι το πηγαδι που ποτε δεν ανοιξε τελικα, το σφραγισες μια για παντα νομιζω ριχνοντας μεσα πολλα πραγματα. Θυμαμαι τη μερα που ενιωσες ότι τα χρονια περασαν, και θελησες να μιλησεις για οσα εζησες, για την Πολη και για τη θαυμαστη ζωη σου, που ηξερες ότι επρεπε να γινει βιβλιο, να μη χαθει, κι ακομα μετανιωνω που δεν ημουν πιο μεγαλη, που ακομα δεν ηξερα τη δυναμη του λογου και του γραπτου,  που ακομα δεν ηξερα τι σημαινουν αυτές οι ζωες, και που ακομα δεν ηξερα ότι καμια ζωη δεν είναι ιδια, και ότι σιγουρα η δικη σου ηταν μοναδικη. Και δεν το ηξερα γιατι απλα ησουν όλα αυτά τα μικρα πραγματα που θυμαμαι, τα πραγματα που μπαινουν στη μεση και σκιαγραφουν τον ανθρωπο διπλα σου χωρις την αδεια του. Θυμαμαι που σχεδιαζα να σκοτωσω τον γειτονα γιατι σε στεναχωρησε. Πως μπορεσε;  Θυμαμαι πως τα χρονια περασαν και τα καλοκαιρια εγιναν μικροτερα κι από κει που κάθε πρωτη του Ιουνη ειχα τρεις μηνες για να μαγευομαι στα πευκα σου, όλα αρχισαν να συρρικνώνονται. Θυμάμαι την απογοητευση σου, όταν εμαθες για το άλλο εξοχικο, γιατι  οι κοποι σου πηγαν χαμενοι, γιατι η Ραφηνα θα βουλιαζε στις σταχτες τις πια. Θυμαμαι τις ενοχες μου, γιατι δε σταματησα να σε φανταζομαι μονο σου να ποτιζεις τα λουλουδια. Και μετα ηρθαν κι άλλες ενοχες, όπως γινεται παντα όταν χασεις πια καποιον. Θυμαμαι πολλα, κι αν κλεισω τα ματια νιωθω μυριζω αγγιζω γευομαι πραγματα που ποτε πια δε θα γινουν εικονες . Και με το βαρος των αναμνησεων, πεταω για να φτασω τον φυλακα αγγελο μου, σε νιωθω, να το ξερεις. Και το καλοκαιρι θα γυρισω στη Ραφηνα σου, στη Ραφηνα μας, και θα ξεριζωσω τα σχοινα και θα ξαπλωσω  στο ντιβανι κατω από το μπλε παραθυρο να καιγομαι από τον ηλιο που με αυθαδεια σκιζει τα πευκα και θα πω «Γυρισα»  και θα αφησω τα τζιτζικια να μου μιλησουν για σενα. Σου το χρωσταω, παππου.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

περηφανια



Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

σπιτι

Η αιωνια επιθυμια 
το μοιρασμενο κρεβατι 
οι μοιρασμενοι τοιχοι
να σου δωσω τα βιβλια μου 
να μου δωσεις τους αριθμους σου
σε εναν καναπε 
χωρις ηλιοβασιλεματα βαρια
μπλεγμενα ποδια 
και βλεμματα που συναντιουνται στα διαλλειματα της εικοσιτετραωρης ζωης
η γλυκια ρουτινα
μαγειρικη σε πειραματικο σταδιο
κι οι ωρες να γλιστρανε σε σεντονια καθαρα.
Κι εγω σου λεω,
να φευγεις, 
φτανει μοναχα να γυρνας. 




Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

μαγια

Αν σε βαλω σε μια καρεκλα να καθισεις,
να κλεισεις τα ματια, 
να αφεθεις, 
νομιζεις θα μπορεσεις να θυμηθεις;

Θα σε ρωτησω πότε.

Ποτε ησουν παιδι;
Πότε ηταν που ταξιδευες επανω σ ενα κοκκινο χαλι με μια φαντασια που κανεις δεν σου ειπε που να βρεις, και πότε κοριτσακι που αποτυπωσε ολα τα χρωματα ενος αδιαφορου δειλεινου με μια θλιψη που κανεις δε σου εχτισε;
Πότε ησουν το κοριτσι του μπαμπα που σου εφτιαχνε βυσσιναδα και ποτε ησουν τοσο μικρη που ανακαλυψες τη χαρα του μισοφεγγαρου καρπουζιου με τα χερια;
Πότε ηταν που απομονωσες για λιγο τα τζιτζικια και ακουσες τους βαλτους στα Ανεμοδαρμενα Υψη;
Πότε επαιζες κυνηγητο και γυρναγες με ματωμενα γονατα;
Ποτε ριγησες πρωτη φορα με ενα βιβλιο και ποτε ενιωσες να αλλαζεις επειδη ανακαλυψες τη μουσικη;
Ποτε κλειστηκες πρωτη φορα στην ησυχια του δωματιου σου και ποτε αμφισβητησες τους γονεις σου;
Πότε εγινες αυτο που εγινες, ποτε δημιουργηθηκες απο το ουδετερο, ποτε απεκτησες χρωματα και σκεψεις ολοδικες σου;
Ποτε εκλεισες τα ματια για να γνωρισεις την εμπνευση και να εκτιμησεις τις αισθησεις σου;
Πότε ηταν που σε κραταγαν απ το χερι και εσυ απλα επρεπε να ξερεις να περπατας, οχι να ξερεις τους δρομους, και ποτε ελεγες "εγω οταν μεγαλωσω θα γινω...";
Πότε αποφασισες;
Πότε καταλαβες οτι τα γραπτα σου εχουν δυναμη και ποτε εκλαψες με ενα ποιημα χωρις να εχεις λογο;
Πότε δεν καταλαβαινες τι εχουν ολοι αυτοι οι ανθρωποι γυρω σου και δεν χαμογελανε;
Πότε ηταν ολα τοσο ευκολα και τα καλοκαιρια περναγαν χωρις να σκεφτεσαι οτι καποτε δεν θα ξαναυπαρχουν τετοια καλοκαιρια;
Ποτε σε σπρωξανε να περασες τις πυλες μιας σχολης που διαλεξες ή μπορει και οχι;
Πότε εφυγες απ το σπιτι και ποτε εμαθες να σκυβεις το κεφαλι στον πελατη και ποτε ξενυχτησες για μια εξεταστικη και ποτε μετακομισες κιολας στο δευτερο σου σπιτι;
Ποτε εκανες φιλους, ποτε τους εχασες, ποτε καταλαβες τι σου ταιριαζει;
Ποτε ταξιδεψες μονη, και απο ποτε αρχισες να αναστεναζεις;
Ποτε τελειωσαν ολα τα ευκολα και ποτε αρχισε η πραγματικη ζωη;
Και πότε σου ζητησαν να σηκωσεις την υδρογειο στα χερια σου;

(καποιες μερες σταματας να πιστευεις στη μαγεια της ζωης κι απλα θυμασαι που ησουνα παιδι και πιστευες οτι θα κατακτησεις τον κοσμο)

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

ψεματα

Οσο το χρονο τον αφηνω να περναει,
ακοπα,
μα οχι παντα,
γιατι ξερει και να μου ξεγλιστραει,
οσο εγω παιρνω ανασες απο βροχη και κλικ μονοτονα,
τοσο πιο βιαια μου λειπεις,
σα να
σαν
σαν
σαν να επρεπε να εισαι παντα εδω.
Και πιο διεστραμμενα.
Μα πως να τα γραψω αυτα,
αφου θα πρεπει μετα να τα δεχτω. 

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

σικαγο



Ειναι Κυριακή. Ο υπνος μ εχει παρει στον καναπε και ξυπναω ιδρωμενη. Κοιταζω την ωρα και ειναι μολις 5. Σε δυο ωρες παω για δουλεια. Η αναγκη μου για παγωτο ειναι πανω απο τις δυναμεις μου. Σε δυο ωρες παω για δουλεια αλλα δεν μπορω να περιμενω να βγω απτο σπιτι και να βουτηξω τη γλωσσα μου σε κατι γλυκο και δροσερο.

Φοραω το πρωτο φουστανι που βρισκω και διχως να το πολυσκεφτω ξεκιναω για την πλατεια. Μισονυσταγμενη ακομα, ιδρωμενη, οδηγουμαι σαν υπνωτισμενη σ ενα ψυγειο. Για μια στιγμη ειμαι ετοιμη να βουτηξω το κλασικο ξυλακι, αλλα τελικα, το βλεπω. Σικαγο. Ναι. Προκαλω τον εαυτο μου να ανακαλυψει την απολαυση των παλιων, οταν το Σικαγο δεν ητανε ενα ακομα κυπελλακι, αλλα ΤΟ κυπελλακι, και τωρα πια μυριζει νοσταλγια και παιδικα καλοκαιρια.

Σικαγο λοιπον. Σαν παιδι μπροστα στο πρωτο παγωτο των διακοπων ανοιγω το κουταλακι πριν καν φυγω απτο περιπτερο και με ανυπομονησια ξεσκεπαζω το παγωτο. Αρχιζω να τρωω το παγωτο με μικρες κουταλιες και αργα βηματα.

Ειναι Κυριακη ειπαμε, ακομα και τα Εξαρχεια μια μερα σαν κι αυτη ειναι θαρρεις αδεια, δεν ακουγεται τιποτα. Περπαταω μονη μου στη μεση του δρομου και απολαμβανω καθε μπουκια γιατι αυτη η Κυριακη δε θα ξαναρθει, αυτη η ηρεμια δε θα επιστρεψει, ολοι το ξερουμε, ελαχιστες οι μαγικες στιγμες καθαρου νου σ αυτη τη ζωη πια.

Περπαταω και τρωω και σκεφτομαι και μπορει να μη σκεφτομαι και τιποτα περα απο το οτι εμενα κανονικα τα αμυγδαλα δε μ αρεσουν, μα τι νοστιμα που ειναι σημερα τα αμυγδαλα.

Προχωραω χωρις να περπαταω, μονο το χερι μου κινειται τωρα μηχανικα, η ζεστη του καλοκαιριου με τυλιγει κι η κατηφορα ανοιγεται μπροστα μου σαν ενας δρομος που δεν εχω ξαναπερπατησει.

Φτανω εξω απ το σπιτι μου και κοιταζω το κυπελλακι. 
Δεν εχει τελειωσει. 
Και συνεχιζω να περπαταω ασκοπα, μ ενα ηλιθιο χαμογελο ζωγραφισμενο στο προσωπο μου, ευτυχια για την οποια αναρωτιομαστε τοσο συχνα και βαθια οταν μας προκαλειται κι ακομα δεν ξερω απο που πηγαζει, μα ισως αυτες οι στιγμες να ειναι τελικα το νοημα της ζωης.

Περιφερομαι στους δρομους της γειτονιας απλα και μονο για να συνεχισω να χαμογελαω και να σκεφτομαι και να μη σκεφτομαι.

Και σας τ ορκιζομαι, αν το παγωτο δεν τελειωνε, εγω ακομα θα περπαταγα.

Την επομενη Κυριακη θα αγορασω Καιμακι. 

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

χαμενες σημειωσεις

Δεν είναι αυτονόητος αυτός ο ήλιος, αυτή η άνοιξη, ο φίλος που ήρθε πάλι να κάνουμε παιχνίδι. Παραλύω μες στην αιφνίδια καλοσύνη της ζωής.

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

και με ρωτας γιατι να φυγω απο δω


Μια μερα δυο στιγμες.

Ενα γατακι νιαουριζε 4 μερες. Κανεις δεν εκανε τιποτα για να το σωσει. Κανενας δεν πηδηξε το ξενο μπαλκονι να το πιασει. Κανενας δεν το ταισε. Πριν βιαστειτε να με βαλετε κ εμενα μαζι με αυτους, εγω δεν μπορουσα να κανω τιποτα απο αυτα. Εγω απλα φωναξα την πυροσβεστικη και τη φιλοζωικη και χτυπησα κουδουνια και μου ειπανε «θα αντεξει μωρε, δεν παθαινουν τιποτα αυτα», οταν πια το γατακι κρεμοταν 3 ωρες απο μια τεντα για να μην πεσει απο τον τριτο. Εγω εκανα οτι μπορουσα και το ειδα να πεφτει και να ξεψυχαει στα χερια μου οταν ετρεξα να το σωσω. Εγω το εθαψα στο χωμα, οπως του αξιζε. Ηταν γκρι. Και η μυτη του ματωμενη.

Μια ομαδα ΜΑΤ χτυπαει ενα κοριτσι εξω απο το μαγαζι. Μετα δακρυγονα. Πολλα δακρυγονα, αληθεια. Φασαρια. Φωτιες. Κοκκινα ματια και φωνες και χερια που τρεμουν.

Σε ολους εσας που διψατε για επανασταση και πεθαινετε να αναβιωσετε τις μερες του Πολυτεχνιου.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο. Περιτριγυρισμενοι απο ασχημους ανθρωπους που δεν δινουν δεκαρα για μια γατισια ψυχη και δεν ανατριχιαζουν οταν η μποτα τους αγγιζει σαρκα.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο φτιαγμενο απο ασχημους ανθρωπους. Και οσες επαναστασεις και να κανετε, οση βια και να ανταποδωσετε, κι εσεις ασχημοι θα ειστε.
Δε θα τους αλλαξετε. Οι ανθρωποι με την ψυχη βουτηγμενη στη βια αιωνες τωρα δε θα αλλαξουνε το DNA τους για γαρυφαλλα και περιστερια.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο που μονο με μια ολικη καταστροφη θα ξαναζησει. Μακρια απο εμας.

Κι εγω φοβαμαι, φοβαμαι, φοβαμαι.
Δεν ειμαι γενναια, ουτε και θελω να γινω, ευχαριστω.
Οταν πια δε θα τρεμω οταν ακουω πυροβολισμους θα κλαψω για την ψυχη μου.

Εγω φοβαμαι, φοβαμαι, φοβαμαι.

Μονο να φυγω θελω, απο τις ασχημες πολεις που μας κανουνε ολους τσε γκεβαρα για τη μαγκια.

Εγω ειμαι ανθρωπος, και κλαιω, και μονο μια αγκαλια μπορει να διωξει την απανθρωπια απο διπλα μου, οχι μια σφαιρα.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο σας λεω.

Και δεν το καταλαβα τωρα, τωρα το ειδα. 

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

ασημαντοτητες

ειναι που
με πιανεις σα θηλια
γυρω απ το λαιμο
μονο που
εσυ την καρδια μου σφιγγεις.
και με οδηγεις σε θανατο ισοβιο,
αστειο σου ακουγεται,
υπερβολη της γλωσσας και του νου θα πουνε.
ειναι που δεν με πιανουν μονο τα λογια σου
για να με πνιξουν
αλλα και τα ματια σου
και τα χερια σου,
που δε με πιανουν.
και χιλιες φορες να με επιαναν.
ορκιζομαι.
ας υπηρχε θεος μονο.
ας υπηρχε.
να πεσω στα ποδια του,
και οχι στα δικα σου.
ας πεθαινα αλλουνου τα ποδια να πλυνω,
κι οχι τα δικα σου,
ας υπηρχε θεος.
ας πιστευα
στον εναν,
κι ας τον λατρευα,
για να παψει πια αυτο
το ανοητο παιχνιδισμα των αισθησεων,
μεταξυ ουρανου και βουρκου.
στασου, εχω κι αλλα.
ας ητανε
να χορταινα τα λογια σου,
τα μαλλια σου,
το γελιο σου το μισητο το υπεροχο,
ας ητανε, θεε μου.
ας ητανε.
μα παλι σε φαι το πηγα,
και η ορεξη μου ακορεστη,
συγνωμη.
ας ητανε,
αφου τη χαρη αξιοπρεπεια να εχω δε μου κανετε,
ας ητανε σκουλικι να ειμαι,
και να σερνομαι.
μονο μυαλο μη μου χαριζετε,
τι ωφελει,
σκουληκι να ειμαι πρεπει,
να σερνομαι.
να συρθω.
κατω απτις μποτες καποιου σκληρου να φτασω,
να με πατησει,
χωρις ποτε να μαθει,
κι ο πονος μου ποτε ας μην ακουστει.
θα εχω λιωσει σιωπηλα,
κατω απτο βημα καποιου ασημαντου,
ασημαντο ερμαιο
των σκοπων του καποιου.
τι διαφορα. 

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

απόχη

αποψε ηθελα να μεινεις, να μην πας.

 να κατσεις να με ακουσεις
 και να πιουμε κρασι και να με βαλεις στο κρεβατι αργα. πολυ αργα.
οταν τ' αστερια μονο θα δεσποζουν πια στη νυχτα μας,
 οταν θ΄αρχισω να πιστευω οτι ακουω γρυλους.

 αποψε ηθελα να σου χαμογελασω οπως ποτε,
 και να με γδυσεις, με καθε τροπο,
και να σε πονεσω,
απο ερωτα.

 αποψε εγινα μικρη
 γιατι
ακομα εισαι αυτο που εισαι
ακομα κι αν εγω αλλαζω καθε δευτερολεπτο.

 αποψε ηθελα αληθειες,
 αληθειες που χωρανε σ'ενα ψεμμα
κι αληθειες που κανουν τα μαγουλα να κοκκινιζουν και να φουντωνουν,
μεχρι
να πιασεις τον εαυτο σου να βαλει τα χερια του να κανουν αυτο που εσυ αρνεισαι.

 μα ξερεις,
 ειμαστε τοσο αμυαλοι εμεις οι ανθρωποι,
και ποιος να μας πει πως οσο και να τις κυνηγας,
 οι χιμαιρες δεν αλλαζουν,
χιμαιρες παραμενουν.
οπως κι οι ανθρωποι δηλαδη.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Που πανε τα ποδηλατα οταν πεθαινουν

Δεν θα θελα να το κανω πιο μελο απ οτι ειναι.
Αλλα ειναι που οταν ειδα την κλειδαρια να στεκει μονη της ενιωσα γυμνη.
Ενιωσα αδικημενη, γιατι ειναι αδικο να παιρνεις απο καποιον ετσι απροσμενα κατι που τοσο ευκολα τον κανει χαρουμενο.
Δεν ειναι οτι δεν θα ξαναβρω ποδηλατο. Υπαρχουν πολλα, και πιο ομορφα απ το δικο μου, αν και αυτο το λεω σιγανα γιατι σιγουρα ειναι καπου εδω κοντα και ακουει τις σκεψεις μου.
Μα να, ειναι που ηταν το πρωτο "ενηλικο" ποδηλατο μου.
Και ηταν τοσο παιδικο...
Ειχε καλαθακι με πλαστικα λουλουδια, ειχε πολυχρωμες ακτινες, ειχε και ροζ κορδελες.
Και ηταν ασπρο. Που εμενα το ασπρο δε μ αρεσει. Αλλα στ' αληθεια του πηγαινε.
Και ειχε και μια ομορφη αρχη...
Ηταν μεσημερι που καναμε την πρωτη μας βολτα, καλοκαιρι,αυτο με τις ροζ κορδελες του κι εγω με το κοκκινο καρο μου φορεμα.
Ημασταν ομορφη εικονα νομιζω, και ενιωθα τοσο χαρουμενη πανω του, γιατι με εκανε να νιωσω οπως ενιωθα εκεινα τα καλοκαιρια... Ελευθερη.
Και ηρθα να σε βρω.
Λαχανισα λιγο στην ανηφορα και πιεζα τα πεταλια πιο δυνατα γιατι βιαζομουν να φτασω να σε βρω να μοιραστω τη μικρη μου ευτυχια μ'ενα μεγαλο χαμογελο.
Καναμε ερωτα.
Εγω με το κοκκινο καρο μου φορεμα κι εσυ γυμνος, να χαζευω τα ομορφα σου χερια.
Και βγηκαμε παλι στη ζεστη του μεσημεριου, εσυ με τον γαλαζιο ανεμο και εγω με την Καζαμπλανκα, ετσι ηθελα να τη λεω.
Και δεν πρεπει να πηγαμε μακρυα, ισαμε τον πεζοδρομο τον αδειο και σπιτι μου, μα στ'ορκιζομαι, πιο μακρυα δεν εχω φτασει με τη δυναμη των ποδιων μου.
Τωρα καποιος θα σ'εχει κρυψει, θα σε βαψει με ενα αχαρο χρωμα, θα σου βγαλει το καλαθακι με τα λουλουδια τα κοκκινα και τα κιτρινα, θα σου λυσει τις κορδελες και θα σου βγαλω τα χρωματα απ'τις ακτινες.
Θα σε αφησει κι εσενα γυμνο.
Και στα ονειρα μου θα ρχομαι με το κοκκινο καρο μου φορεμα, θα σε ντυνω με χρωματα και ακτιδες απ'τον ηλιο και μαζι θα φτανουμε μεχρι την Καζαμπλανκα.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

ψευτικη βολτα


Οι κερασιες σου με ακολουθουν
οπου κι αν παω,
σαν μιας πριγκιπισσας
παγωμενης
μεσα στην ανοιξη ακολουθοι.
Με περιβαλλουν ασφυκτικα γλυκα
με τα ανθισμενα ξιφη τους,
κρατανε τους ανεπιθυμητους μακρυα.
Οι κερασιες σου κι ας μην εχουν αρωμα
μυριζουν,
με υπνωτιζουνε,
με κανουν παιδι.
Να τρεξω να κοψω τα ανθη σου,
κι ας τα χωσω αδιαφορα στις τσεπες μου μετα.

(τα ωραιοτερα, μεγαλυτερα ψεμματα ο ιδιος σου ο εαυτος θα σου τα πει. μην κανεις τον κοπο απο αλλους να τα δεχτεις)

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

νεα θεωρια


Ο χρονος περναει.

Αλλα οχι παντα.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

IQ


Αν με αφηνες μοναχα να
να
να σε περιμενω να ερθεις
κι ας τελειωσουν μετα τα παντα,
κι ας μην εχω νοημα πια,
μοναχα να σε βλεπω να ερχεσαι,
κι ας ξερω πως ολα σε μια σκια καταληγουν φυσικα,
αν μπορουσα ολη μου τη ζωη να την τερματισω
στην ωρα που θα ερθεις,
θα το εκανα.
Γιατι ειμαι χαζη.
Χαζη απο ερωτα.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

σωσιβια λεμβος




Σε θυμαμαι, θα μου λες.
Ειχες καθισει στο σκαμπο, με τα ποδια σου απλωμενα στο καγκελο της βεραντας τυλιγμενα σε μπλε καλσον, με τα κουρασμενα πανινα παπουτσια σου.
Κραταγες ενα τσιγαρο στο χερι και για μισο δευτερολεπτο δε με καταλαβες,
για μισο δευτερολεπτο με τυλιξες στους καπνους σου και εγινα αορατος.
Κοιτουσες την πολη απο ψηλα,
σα να μην την ειχες ξαναδει,
και χαμογελουσες μονη σου,
και εκλεινες τα ματια για να ακουσεις τη φασαρια που σε λιγες ωρες θα τελειωνε ξανα.
Μα ο αποηχος μενει.

Σε θυμαμαι, θα μου λες.
Ειχες δακρυσει, δακρυα διαφανα, σα την ζεστη του καλοκαιριου,
κι εγω σε ρωτουσα κι εσυ μου χαμογελουσες αινιγματικα,
και ρουφαγες τον καπνο και μονο να ακουσω και να δω μου ελεγες.

Το θυμαμαι, θα σου πω.
Ηρθες και χωθηκες αναμεσα απ τα ποδια μου και προσεχα να μη σε καψω,
και χαμογελαγα γιατι παλι ηρθες οταν επρεπε και δεν επρεπε
και δακρυζα γιατι πως να σου εξηγησω οτι
οι πολυκατοικιες δεν ειναι απλες πολυκατοικιες
και οι φωνες δεν ειναι απλες φωνες
και η ωρα δεν ειναι απλα εξι.
Και χαμογελαγα γιατι δεν καταλαβαινες και ηταν η σωτηρια
της ενωμενης μας ψυχης αυτη.

Σε θυμαμαι, θα μου πεις.
Το μυαλο μου πασχιζε να σε καταλαβει μα οι λεξεις δεν επαιρναν σχημα, εξατμιζοντουσαν.

Το ξερω, θα σου πω,
Και στα γονατα θα πεσω κατι τετοιες στιγμες μοναχα να θυμασαι και να μην καταλαβαινεις.
Γιατι αν μου πεις οτι καταλαβαινεις τοτε θα κλαψω και για την δικη σου ψυχη,
ψυχη μου.