Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

σικαγο



Ειναι Κυριακή. Ο υπνος μ εχει παρει στον καναπε και ξυπναω ιδρωμενη. Κοιταζω την ωρα και ειναι μολις 5. Σε δυο ωρες παω για δουλεια. Η αναγκη μου για παγωτο ειναι πανω απο τις δυναμεις μου. Σε δυο ωρες παω για δουλεια αλλα δεν μπορω να περιμενω να βγω απτο σπιτι και να βουτηξω τη γλωσσα μου σε κατι γλυκο και δροσερο.

Φοραω το πρωτο φουστανι που βρισκω και διχως να το πολυσκεφτω ξεκιναω για την πλατεια. Μισονυσταγμενη ακομα, ιδρωμενη, οδηγουμαι σαν υπνωτισμενη σ ενα ψυγειο. Για μια στιγμη ειμαι ετοιμη να βουτηξω το κλασικο ξυλακι, αλλα τελικα, το βλεπω. Σικαγο. Ναι. Προκαλω τον εαυτο μου να ανακαλυψει την απολαυση των παλιων, οταν το Σικαγο δεν ητανε ενα ακομα κυπελλακι, αλλα ΤΟ κυπελλακι, και τωρα πια μυριζει νοσταλγια και παιδικα καλοκαιρια.

Σικαγο λοιπον. Σαν παιδι μπροστα στο πρωτο παγωτο των διακοπων ανοιγω το κουταλακι πριν καν φυγω απτο περιπτερο και με ανυπομονησια ξεσκεπαζω το παγωτο. Αρχιζω να τρωω το παγωτο με μικρες κουταλιες και αργα βηματα.

Ειναι Κυριακη ειπαμε, ακομα και τα Εξαρχεια μια μερα σαν κι αυτη ειναι θαρρεις αδεια, δεν ακουγεται τιποτα. Περπαταω μονη μου στη μεση του δρομου και απολαμβανω καθε μπουκια γιατι αυτη η Κυριακη δε θα ξαναρθει, αυτη η ηρεμια δε θα επιστρεψει, ολοι το ξερουμε, ελαχιστες οι μαγικες στιγμες καθαρου νου σ αυτη τη ζωη πια.

Περπαταω και τρωω και σκεφτομαι και μπορει να μη σκεφτομαι και τιποτα περα απο το οτι εμενα κανονικα τα αμυγδαλα δε μ αρεσουν, μα τι νοστιμα που ειναι σημερα τα αμυγδαλα.

Προχωραω χωρις να περπαταω, μονο το χερι μου κινειται τωρα μηχανικα, η ζεστη του καλοκαιριου με τυλιγει κι η κατηφορα ανοιγεται μπροστα μου σαν ενας δρομος που δεν εχω ξαναπερπατησει.

Φτανω εξω απ το σπιτι μου και κοιταζω το κυπελλακι. 
Δεν εχει τελειωσει. 
Και συνεχιζω να περπαταω ασκοπα, μ ενα ηλιθιο χαμογελο ζωγραφισμενο στο προσωπο μου, ευτυχια για την οποια αναρωτιομαστε τοσο συχνα και βαθια οταν μας προκαλειται κι ακομα δεν ξερω απο που πηγαζει, μα ισως αυτες οι στιγμες να ειναι τελικα το νοημα της ζωης.

Περιφερομαι στους δρομους της γειτονιας απλα και μονο για να συνεχισω να χαμογελαω και να σκεφτομαι και να μη σκεφτομαι.

Και σας τ ορκιζομαι, αν το παγωτο δεν τελειωνε, εγω ακομα θα περπαταγα.

Την επομενη Κυριακη θα αγορασω Καιμακι. 

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

χαμενες σημειωσεις

Δεν είναι αυτονόητος αυτός ο ήλιος, αυτή η άνοιξη, ο φίλος που ήρθε πάλι να κάνουμε παιχνίδι. Παραλύω μες στην αιφνίδια καλοσύνη της ζωής.

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

και με ρωτας γιατι να φυγω απο δω


Μια μερα δυο στιγμες.

Ενα γατακι νιαουριζε 4 μερες. Κανεις δεν εκανε τιποτα για να το σωσει. Κανενας δεν πηδηξε το ξενο μπαλκονι να το πιασει. Κανενας δεν το ταισε. Πριν βιαστειτε να με βαλετε κ εμενα μαζι με αυτους, εγω δεν μπορουσα να κανω τιποτα απο αυτα. Εγω απλα φωναξα την πυροσβεστικη και τη φιλοζωικη και χτυπησα κουδουνια και μου ειπανε «θα αντεξει μωρε, δεν παθαινουν τιποτα αυτα», οταν πια το γατακι κρεμοταν 3 ωρες απο μια τεντα για να μην πεσει απο τον τριτο. Εγω εκανα οτι μπορουσα και το ειδα να πεφτει και να ξεψυχαει στα χερια μου οταν ετρεξα να το σωσω. Εγω το εθαψα στο χωμα, οπως του αξιζε. Ηταν γκρι. Και η μυτη του ματωμενη.

Μια ομαδα ΜΑΤ χτυπαει ενα κοριτσι εξω απο το μαγαζι. Μετα δακρυγονα. Πολλα δακρυγονα, αληθεια. Φασαρια. Φωτιες. Κοκκινα ματια και φωνες και χερια που τρεμουν.

Σε ολους εσας που διψατε για επανασταση και πεθαινετε να αναβιωσετε τις μερες του Πολυτεχνιου.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο. Περιτριγυρισμενοι απο ασχημους ανθρωπους που δεν δινουν δεκαρα για μια γατισια ψυχη και δεν ανατριχιαζουν οταν η μποτα τους αγγιζει σαρκα.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο φτιαγμενο απο ασχημους ανθρωπους. Και οσες επαναστασεις και να κανετε, οση βια και να ανταποδωσετε, κι εσεις ασχημοι θα ειστε.
Δε θα τους αλλαξετε. Οι ανθρωποι με την ψυχη βουτηγμενη στη βια αιωνες τωρα δε θα αλλαξουνε το DNA τους για γαρυφαλλα και περιστερια.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο που μονο με μια ολικη καταστροφη θα ξαναζησει. Μακρια απο εμας.

Κι εγω φοβαμαι, φοβαμαι, φοβαμαι.
Δεν ειμαι γενναια, ουτε και θελω να γινω, ευχαριστω.
Οταν πια δε θα τρεμω οταν ακουω πυροβολισμους θα κλαψω για την ψυχη μου.

Εγω φοβαμαι, φοβαμαι, φοβαμαι.

Μονο να φυγω θελω, απο τις ασχημες πολεις που μας κανουνε ολους τσε γκεβαρα για τη μαγκια.

Εγω ειμαι ανθρωπος, και κλαιω, και μονο μια αγκαλια μπορει να διωξει την απανθρωπια απο διπλα μου, οχι μια σφαιρα.

Ζουμε σε εναν ασχημο κοσμο σας λεω.

Και δεν το καταλαβα τωρα, τωρα το ειδα. 

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

ασημαντοτητες

ειναι που
με πιανεις σα θηλια
γυρω απ το λαιμο
μονο που
εσυ την καρδια μου σφιγγεις.
και με οδηγεις σε θανατο ισοβιο,
αστειο σου ακουγεται,
υπερβολη της γλωσσας και του νου θα πουνε.
ειναι που δεν με πιανουν μονο τα λογια σου
για να με πνιξουν
αλλα και τα ματια σου
και τα χερια σου,
που δε με πιανουν.
και χιλιες φορες να με επιαναν.
ορκιζομαι.
ας υπηρχε θεος μονο.
ας υπηρχε.
να πεσω στα ποδια του,
και οχι στα δικα σου.
ας πεθαινα αλλουνου τα ποδια να πλυνω,
κι οχι τα δικα σου,
ας υπηρχε θεος.
ας πιστευα
στον εναν,
κι ας τον λατρευα,
για να παψει πια αυτο
το ανοητο παιχνιδισμα των αισθησεων,
μεταξυ ουρανου και βουρκου.
στασου, εχω κι αλλα.
ας ητανε
να χορταινα τα λογια σου,
τα μαλλια σου,
το γελιο σου το μισητο το υπεροχο,
ας ητανε, θεε μου.
ας ητανε.
μα παλι σε φαι το πηγα,
και η ορεξη μου ακορεστη,
συγνωμη.
ας ητανε,
αφου τη χαρη αξιοπρεπεια να εχω δε μου κανετε,
ας ητανε σκουλικι να ειμαι,
και να σερνομαι.
μονο μυαλο μη μου χαριζετε,
τι ωφελει,
σκουληκι να ειμαι πρεπει,
να σερνομαι.
να συρθω.
κατω απτις μποτες καποιου σκληρου να φτασω,
να με πατησει,
χωρις ποτε να μαθει,
κι ο πονος μου ποτε ας μην ακουστει.
θα εχω λιωσει σιωπηλα,
κατω απτο βημα καποιου ασημαντου,
ασημαντο ερμαιο
των σκοπων του καποιου.
τι διαφορα. 

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

απόχη

αποψε ηθελα να μεινεις, να μην πας.

 να κατσεις να με ακουσεις
 και να πιουμε κρασι και να με βαλεις στο κρεβατι αργα. πολυ αργα.
οταν τ' αστερια μονο θα δεσποζουν πια στη νυχτα μας,
 οταν θ΄αρχισω να πιστευω οτι ακουω γρυλους.

 αποψε ηθελα να σου χαμογελασω οπως ποτε,
 και να με γδυσεις, με καθε τροπο,
και να σε πονεσω,
απο ερωτα.

 αποψε εγινα μικρη
 γιατι
ακομα εισαι αυτο που εισαι
ακομα κι αν εγω αλλαζω καθε δευτερολεπτο.

 αποψε ηθελα αληθειες,
 αληθειες που χωρανε σ'ενα ψεμμα
κι αληθειες που κανουν τα μαγουλα να κοκκινιζουν και να φουντωνουν,
μεχρι
να πιασεις τον εαυτο σου να βαλει τα χερια του να κανουν αυτο που εσυ αρνεισαι.

 μα ξερεις,
 ειμαστε τοσο αμυαλοι εμεις οι ανθρωποι,
και ποιος να μας πει πως οσο και να τις κυνηγας,
 οι χιμαιρες δεν αλλαζουν,
χιμαιρες παραμενουν.
οπως κι οι ανθρωποι δηλαδη.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Που πανε τα ποδηλατα οταν πεθαινουν

Δεν θα θελα να το κανω πιο μελο απ οτι ειναι.
Αλλα ειναι που οταν ειδα την κλειδαρια να στεκει μονη της ενιωσα γυμνη.
Ενιωσα αδικημενη, γιατι ειναι αδικο να παιρνεις απο καποιον ετσι απροσμενα κατι που τοσο ευκολα τον κανει χαρουμενο.
Δεν ειναι οτι δεν θα ξαναβρω ποδηλατο. Υπαρχουν πολλα, και πιο ομορφα απ το δικο μου, αν και αυτο το λεω σιγανα γιατι σιγουρα ειναι καπου εδω κοντα και ακουει τις σκεψεις μου.
Μα να, ειναι που ηταν το πρωτο "ενηλικο" ποδηλατο μου.
Και ηταν τοσο παιδικο...
Ειχε καλαθακι με πλαστικα λουλουδια, ειχε πολυχρωμες ακτινες, ειχε και ροζ κορδελες.
Και ηταν ασπρο. Που εμενα το ασπρο δε μ αρεσει. Αλλα στ' αληθεια του πηγαινε.
Και ειχε και μια ομορφη αρχη...
Ηταν μεσημερι που καναμε την πρωτη μας βολτα, καλοκαιρι,αυτο με τις ροζ κορδελες του κι εγω με το κοκκινο καρο μου φορεμα.
Ημασταν ομορφη εικονα νομιζω, και ενιωθα τοσο χαρουμενη πανω του, γιατι με εκανε να νιωσω οπως ενιωθα εκεινα τα καλοκαιρια... Ελευθερη.
Και ηρθα να σε βρω.
Λαχανισα λιγο στην ανηφορα και πιεζα τα πεταλια πιο δυνατα γιατι βιαζομουν να φτασω να σε βρω να μοιραστω τη μικρη μου ευτυχια μ'ενα μεγαλο χαμογελο.
Καναμε ερωτα.
Εγω με το κοκκινο καρο μου φορεμα κι εσυ γυμνος, να χαζευω τα ομορφα σου χερια.
Και βγηκαμε παλι στη ζεστη του μεσημεριου, εσυ με τον γαλαζιο ανεμο και εγω με την Καζαμπλανκα, ετσι ηθελα να τη λεω.
Και δεν πρεπει να πηγαμε μακρυα, ισαμε τον πεζοδρομο τον αδειο και σπιτι μου, μα στ'ορκιζομαι, πιο μακρυα δεν εχω φτασει με τη δυναμη των ποδιων μου.
Τωρα καποιος θα σ'εχει κρυψει, θα σε βαψει με ενα αχαρο χρωμα, θα σου βγαλει το καλαθακι με τα λουλουδια τα κοκκινα και τα κιτρινα, θα σου λυσει τις κορδελες και θα σου βγαλω τα χρωματα απ'τις ακτινες.
Θα σε αφησει κι εσενα γυμνο.
Και στα ονειρα μου θα ρχομαι με το κοκκινο καρο μου φορεμα, θα σε ντυνω με χρωματα και ακτιδες απ'τον ηλιο και μαζι θα φτανουμε μεχρι την Καζαμπλανκα.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

ψευτικη βολτα


Οι κερασιες σου με ακολουθουν
οπου κι αν παω,
σαν μιας πριγκιπισσας
παγωμενης
μεσα στην ανοιξη ακολουθοι.
Με περιβαλλουν ασφυκτικα γλυκα
με τα ανθισμενα ξιφη τους,
κρατανε τους ανεπιθυμητους μακρυα.
Οι κερασιες σου κι ας μην εχουν αρωμα
μυριζουν,
με υπνωτιζουνε,
με κανουν παιδι.
Να τρεξω να κοψω τα ανθη σου,
κι ας τα χωσω αδιαφορα στις τσεπες μου μετα.

(τα ωραιοτερα, μεγαλυτερα ψεμματα ο ιδιος σου ο εαυτος θα σου τα πει. μην κανεις τον κοπο απο αλλους να τα δεχτεις)

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

νεα θεωρια


Ο χρονος περναει.

Αλλα οχι παντα.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

IQ


Αν με αφηνες μοναχα να
να
να σε περιμενω να ερθεις
κι ας τελειωσουν μετα τα παντα,
κι ας μην εχω νοημα πια,
μοναχα να σε βλεπω να ερχεσαι,
κι ας ξερω πως ολα σε μια σκια καταληγουν φυσικα,
αν μπορουσα ολη μου τη ζωη να την τερματισω
στην ωρα που θα ερθεις,
θα το εκανα.
Γιατι ειμαι χαζη.
Χαζη απο ερωτα.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

σωσιβια λεμβος




Σε θυμαμαι, θα μου λες.
Ειχες καθισει στο σκαμπο, με τα ποδια σου απλωμενα στο καγκελο της βεραντας τυλιγμενα σε μπλε καλσον, με τα κουρασμενα πανινα παπουτσια σου.
Κραταγες ενα τσιγαρο στο χερι και για μισο δευτερολεπτο δε με καταλαβες,
για μισο δευτερολεπτο με τυλιξες στους καπνους σου και εγινα αορατος.
Κοιτουσες την πολη απο ψηλα,
σα να μην την ειχες ξαναδει,
και χαμογελουσες μονη σου,
και εκλεινες τα ματια για να ακουσεις τη φασαρια που σε λιγες ωρες θα τελειωνε ξανα.
Μα ο αποηχος μενει.

Σε θυμαμαι, θα μου λες.
Ειχες δακρυσει, δακρυα διαφανα, σα την ζεστη του καλοκαιριου,
κι εγω σε ρωτουσα κι εσυ μου χαμογελουσες αινιγματικα,
και ρουφαγες τον καπνο και μονο να ακουσω και να δω μου ελεγες.

Το θυμαμαι, θα σου πω.
Ηρθες και χωθηκες αναμεσα απ τα ποδια μου και προσεχα να μη σε καψω,
και χαμογελαγα γιατι παλι ηρθες οταν επρεπε και δεν επρεπε
και δακρυζα γιατι πως να σου εξηγησω οτι
οι πολυκατοικιες δεν ειναι απλες πολυκατοικιες
και οι φωνες δεν ειναι απλες φωνες
και η ωρα δεν ειναι απλα εξι.
Και χαμογελαγα γιατι δεν καταλαβαινες και ηταν η σωτηρια
της ενωμενης μας ψυχης αυτη.

Σε θυμαμαι, θα μου πεις.
Το μυαλο μου πασχιζε να σε καταλαβει μα οι λεξεις δεν επαιρναν σχημα, εξατμιζοντουσαν.

Το ξερω, θα σου πω,
Και στα γονατα θα πεσω κατι τετοιες στιγμες μοναχα να θυμασαι και να μην καταλαβαινεις.
Γιατι αν μου πεις οτι καταλαβαινεις τοτε θα κλαψω και για την δικη σου ψυχη,
ψυχη μου.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

το δελτιο των 9


Στο δελτιο των 9
μιλανε πολυ.

Μιλανε για κριση. Οικονομικη.
Μιλανε για τυφωνες.
Μιλανε για σεισμους.

Στο δελτιο των 9
μιλανε μιλανε μιλανε.

Μιλανε για φονους, για δυστυχηματα, για ληστειες.
Για τριτους κοσμους και αδικιες εις βαρος της ιστοριας.

Στο δελτιο των 9
φορανε τα σακακια τους και τα ταγιερ τους και μιλανε για
απωλειες και καταστροφες και σεναρια τρομου.

Γιατι κανεις ομως δε μιλαει
για αλλη μια νυχτα που κοιμηθηκα μακρυα σου;

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

καθημερινα

Ο ηλιος βουταει και οι ωκεανοι φλεγονται.
Το φεγγαρι κρυβεται.
Σε τι ομορφο κοσμο ζουμε.

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

ρεμ


θυμασαι εκεινη τη μερα,
μπορει να ηταν και μεσημερι,
βασικα, σιγουρα βραδυ πλησιαζε,
κι ημασταν οι τρεις μας,
δεν ειμασταν μονο οι τρεις μας αλλα στο νου μου ετσι εχουν τα πραγματα.
κι ειχαμε περασει ωραια, στριμωγμενοι σ ενα σπιτι ολοι μαζι.
και το πλοιο μας πηγαινε πισω.
Δυστυχως.
Και εγω ειχα πεσει σε μια λαθος αγκαλια
μα εσυ με κοιταζες διχως να ιδρωνεις.
Παρα μονο μου χαμογελαγες.
Παντα αυτο ηξερες να κανεις,
να χαμογελας.

Και ειναι κ εκεινη η φωτογραφια,
απο το μπαλκονι να σας κοιταζω στο τραπεζι στην αυλη.
Καλοκαιρι παλι.
Παντα καλοκαιρι.
Αφου το μυριζω.

Τελοςπαντων.
Σας ειδα στον υπνο μου.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

υποθετω


Με ρωτας που ειμαι.
Που να ειμαι.
Εδω, με το σημειωματαριο αγκαλια,
να γραφω για τα γλαροπουλια,
με μολυβι να αποτυπωνω τις σκιες τους,
για να κανω ησυχια βλεπεις,
μην τυχον και μου ξεφυγουν.
Ενω εσυ,
εσυ βλεπεις τα γλαροπουλια εκει εξω.
Καποια μερα ισως να μου πεις πως ειναι στ'αληθεια...

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

φυλαξε με

Το εχω εδω διπλα μου.
Οταν βγηκα εξω το πηρα μαζι μου. Σα φυλαχτο, ή σαν πολυτιμο θησαυρο ή κατι τετοιο τελος παντων.
Οταν βγαινω εξω, συνηθως φτιαχνομαι και στολιζομαι, ακομα κι αν δεν υπαρχει καποιος ιδιαιτερος λογος.
Αυτη τη φορα εβαλα απλα τη φορμα μου, το φουτερ, και ουτε καν επιασα τα μαλλια μου.
Γιατι αυτη τη φορα σημασια δεν ειχε το πως ειμαι, το πως δειχνω.
Αυτη τη φορα σημασια ειχε οτι διαβασα αυτο το βιβλιο.
Και τιποτα αλλο δε θα μπορουσε να με κανει να νιωσω ομορφοτερα.
Μπορει να διαβαζεις δεκαδες βιβλια το μηνα. Εκατονταδες το χρονο.
Μπορει να παρακολουθεις καθε νεα κυκλοφορια και καθε επετειακη εκδοση.
Μπορει το πρωι να πινεις τον καφε σου με τον ηρωα του ταδε βιβλιου, και το βραδυ να κουκουλωνεσαι με την ηρωιδα του δεινα βιβλιου.
Ετσι ειναι αυτα.
Μα μονο μια στις τοσες, και δεν τολμω να πω καν στις ποσες, μονο μια, λεω, θα τελειωσεις το βιβλιο, ανημπορος να αφησεις στο τελευταιο κεφαλαιο και εξω απτη ζωη σου μια για παντα τον κοσμο εκεινο που σου δανεισε σε μια στιγμη θεικης εκρηξης καποιος συγγραφεας.
Σημερα μολις, στα εικοσιτρια μου χρονια, και ντρεπομαι που αργησα τοσα χρονια, τελειωσα το "Φυλακα στη σικαλη".
Δεν ειναι οτι ειχε καποια φοβερη υποθεση, καποια σατανικη πλοκη.
Ουτε καν οτι ειχε πολυπλοκους χαρακτηρες ή λεπτομερειακες περιγραφες.
Ειναι απλα που ο ηρωας δεν ειναι κατι σπουδαιο και ομως ταυτιζεσαι.
Και ειναι που η τελευταια του παραγραφος με πηρε και με πεταξε στο ταβανι και στο πατωμα μαζι.
Το τελος μετραει παντα, βιβλιο η οχι.
Για τιποτα δεν μπρεις τελικα να βγαλεις ολοκληρωμενο συμπερασμα αν δε φτασει το τελος του.
Ειτε προκειται για βιβλιο ειτε για ανθρωπινη σχεση, ειτε για καποια σκεψη.
Διαβαζοντας το βιβλιο, και κλεινοντας το, με αφησε να κοιταζω τον τοιχο διχωςνα ξερω τι να κανω, διχως να ξερω τι να σκεφτω, διχως να θελω να σταματησει η δινη του.
Μεγαλειωδες συναισθημα, δε συμφωνειτε;
Σαν καποιος να εισεβαλλε στις πιο κρυφες μου σκεψεις, σαν να ανακατεψε με ενα ξυλαρακι το μπετο της φαιας ουσιας μου, σα να με ποτισε. Σα να με υπνωτισε.
Και μου θυμισε...
Μου θυμισε τις μερες εκεινες του σχολειου που ο κοσμος αυτος δε μου ηταν αρκετος, και ελεγα θα φυγω και ξεκιναγα να φτιαχνω το σακιδιο μου για να φυγω και εψαχνα να βαλω μεσα τα απαραιτητα επειδη ετσι κανουν οι μεγαλοι μονο που δεν ηξερα τι να παρω μαζι μου γιατι τοτε δεν ειχα απαραιτητα.
Τοτε που ο κοσμος δεν ηταν στρογγυλος μα ουτε επιπεδος ουτε τιποτα, ηταν απλα ο κοσμος που μπορω με μια δρασκελεια και μια σοκολατα στο χερι να κανω δικο μου.
Τοτε που αγνοουσα τους ανθρωπους που δε συμπαθουσα και ολοι μου το συγχωρουσαν γιατι τοτε δεν ειχα σημασια.
Και μου θυμισε το τωρα.
Το τωρα που αφιερωνω σε σενα και σενα και σενα που θελοντας και μη μου αφηνετε μια πληγη ή μια πινελια για να συνεχισω να γινομαι αυτος ο ανθρωπινος καμβας που καθε ανθρωπος γινεται.

" D.B. asked me what I thought about all this stuff I just finished telling you about. I didn’t know what the hell to say. If you want to know the truth, I don’t know what I think about it. I’m sorry I told so many people about it. About all I know is, I sort of miss everybody I told about. Even old Stradlater and Ackley, for instance. I think I even miss that goddam Maurice. It’s funny. Don’t ever tell anybody anything. If you do, you start missing everybody."

Το τελος μετραει σας λεω.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

εxτραordinαρy


Εξτραορντινερι Λαιβς, αυτο πρεπει να μας συμβαινει αγαπητοι μου.
Και ναι.
Αν ζουσα πιο πολυ,
πιο εντονα θελω να πω,
αν το σπιτι μου ηταν ο δρομος
και δεν ειχα τερμα στην καθε ημερα,
αν η μερα δεν ειχε ωρες,
και οι ωρες δεν ειχαν χρωμα,
κι αν δεν εφτυνα το φαι μου
κι αν δεν αρνιομουν τους ανθρωπους.
Αν ζουσα σ ενα τσιρκο
και εβγαινα απο κουρτινες πολυχρωμες μεσα
και κοιμομουν σε πολυχρωμα μαξιλαρια
με μια τιγρη αγκαλια,
αν ημουν τσιγγανα που διαβαζει τη μοιρα
και τα βραχιολια της σε κανουν να καρδιοχτυπας.
Αν τα δεκαοχτω μου τα ειχα γιορτασει σε μια ερημο τυλιγμενη,
κι αν τα χριστουγεννα δεν ελεγα τα καλαντα,
αν ο τζιμ μορισσον μου ειχε μιλησει
κι αν ειχα φαει τα μουτρα μου ηθελημενα.
Αν γυρναγα απο πορτα σε πορτα και ρωταγα αν υπαρχει θεος,
και αν στα δεντρα σκαρφαλωνα τα βραδυα του χειμωνα
τζιτζικια κυνηγωντας,
αν τα καλοκαιρια εκανα σπιτι μου μια βαρκα
χωρις πυξιδα ανταμα,
χωρις αγκυρα καν,
αν εφτιαχνα στεφανια απο λουλουδια
διχως να ειναι πρωτομαγια,
αν εβλεπα φαντασματα και καβαλουσα αλογο,
και φυσικα αν μου κλεινανε τα αστερια το ματι,
και αν τραβαγα τα μαργαριταρια σα μαγνητης,
εκει που θα κανα βουτιες στο μαυρικιο.
Αν καθε μου νυχτα ηταν μαγικη,
με φεγγαρια να κυλανε στα μαλλια μου,
κι αν τα ονειρα μου ζωντανευαν τα βραδια,
κι αν καποια μερα ενας λορενς της αραβιας με αρπαζε
μια για παντα.
Αν σκορπαγα χρυσοσκονη ανεβασμενη σε ταρατσες,
αν ζουσα σε πυργο σερνοντας τα φορεματα μου,
αν ειχα διαμερισμα στη σεληνη,
αν εμπενα σε καθε σκηνη καθε βιβλιου
να κανω σαματα,
αν ετρωγα μονο μπλε φραουλες,
και αν ειχα εξασκησει την τηλεπαθεια.
Αν ημουν σουπερ ηρωας,
κι αν εκλεβα καρδιες
σε βαζα να τις κραταω,
αν πεταγα,
κι αν ημουν ο αδαμ κι η ευα.
Τοτε ναι, ισως ειχα να γραψω για κατι διαφορετικο,
τοτε ναι, ισως να σας ανατιναζα το μυαλο με μια μου προταση.

Μα ειμαι εδω, στο δωματιο μου,
τυλιγμενη σε μια κουβερτα που δε συμπαθω καν,
με το χαιλαιτ της βραδυας να ειναι η γατα που κοιμαται στα ποδια μου.
Συγνωμη.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

παουζ


Η ζωη χθες βραδυ περασε γρηγορα. Πολυ γρήγορα.
Ξέρεις ποσο γρηγορα περναει η ζωη σ αυτα τα μαγαζια
με τα φωτα που ωρες ωρες δεν υπαρχουν και ωρες ωρες σε τυφλωνουν
και με τα ποτα που αλλαζουν χερια
και τις μουσικες που χορευεις και δεν ακους.
Χορευεις γρηγορα μιλας γρηγορα κοιτας γρηγορα μεθας γρηγορα.
Ενιωσα το χρονο να περναει εκει μεσα.
Κι οπως χορευα απεναντι σου,γρηγορα,καλεσα το χρονο να κανει ενα παουζ
και να ρθει να καθισει στον ωμο μου μια στιγμη.
Και σε κοιταξα.Βαθια στα ματια.
Εσυ χορευες, εγω οχι.
Αφου ειχα σταματησει το χρονο σου λεω.
Σε κοιταξα απο πανω μεχρι κατω, μεσα στα ματια και πισω απ αυτια,
τα μαλλια σου, κι εκεινη την τουφα λιγο περισσοτερο. Και τα παπουτσια σου.
Και ψιθυρισα στο αυτι του χρονου "Για ποσο ακομα θα ειναι ερωτευμενος μαζι μου αυτος ο ανθρωπος;"
Δεν πηρα απαντηση φυσικα.
Αλλα ειπα να πιστεψω τον Αινσταιν.
Ο χρονος ειναι μια απλη εφευρεση του ανθρωπου.
Κι εγω τον αγνοω.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

γκλοουμπ


Κι ήθελα τοσο να κρατησω ζωντανη τη στιγμη εκεινη.
Τη στιγμη που στο ναιτ μπας
σαν δυο παιδια που το σκασαν απο το σπιτι
για να γιορτασουν τον ερωτα τους,
ο κοσμος εξω ετρεχε κι εσυ μου κραταγες το χερι
και τα ματια σου γινανε ο κοσμος μου,
αχ, μη μου τον παρεις!
Σαν δυο παιδια διχως αποσκευες,
ουτε μια σακα, ουτε ξυλομπογιες,
σαν δυο παιδια
σ ενα πολυβουο λεοφορειο,
κι αν οι αλλοι μας βλεπουν δεν τους κοιταω,
κι αν οι αλλοι μας ακουνε δεν τους μιλαω,
συγνωμη κυριε, καμια φορα απλα δεν κρατιεμαι,
συγνωμη κυριε,
ξερω, σας κανω να κοκκινιζετε,
μα τουτη την ωρα ξαναανακαλυπτω τον ερωτα, συγνωμη.
Σαν δυο παιδια που εκαναν κοπανα απο το χρονο,
μ' ενα παραθυρο στον κοσμο συντροφια.
Ηθελα τοσο να κρατησω τη στιγμη,
βουλιαζοντας στην αγκαλια σου μεσα,
ολος ο κοσμος να μου φαινεται πως μου χαμογελα.

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

ζέστη


οταν εσυ θα φτιαχνεις τις βαλιτσες σου, θα τις φτιαχνω κ εγω,
το ξερεις.
οταν εσυ θα διπλωνεις τακτικα τα κοντομανικα σου,
εγω θα πεταω ατακτα τα πουλοβερ μου.
οταν εσυ θα διαλεγεις βερμουδες,
εγω θα ξεκρεμαω μαλλινα φορεματα.
κι οταν εσυ θα φορας κοντες καλτσες εγω θα τις σηκωνω λιγο ακομα πιο πανω.

θα αφησω για λιγο τα γυαλια ηλιου μου, δεν πανε με το σκουφο.

θα δεις φοινικες, πρασινες θαλασσες, χελωνες και σερφερς.
θα δω γυμνα δεντρα, χιονι, και ελκυθρα.

θα αναζητας δροσερα ποτα κι εγω θα σφιγγω τα χερια γυρω απο το καυτο κρασι.

θα ιδρωνεις και θα τρεμω.

θα ειμαι εκει που δεν θα ηθελα να ειμαι,
σαν τιμωρια στο κρυο που μισω,
κι εσυ θα εχεις παρει τη θεση μου
σε ενα αιωνιο καλοκαιρι πλαι.

κι οταν στο τελος της μερας κουρασμενη πεσω σε μια αγκαλια,
κλεισω τα ματια και για λιγο ταξιδεψω στη χαβαη,
παλι θα πω
το κρυο του χειμωνα τελικα μες στην καρδια κουρνιαζει.
Κρατα τα κοντομανικα, κι εδω καλοκαιρι εχω.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

ροζ φλαμινγκο


Και η ζωη γινεται ενα ροζ φλαμινγκο ποτε ποτε.
Ενα ζωηρο ροζ φλαμινγκο που καβαλαω με φορα,
ανεμιζοντας την πολυχρωμη παντιερα μου.
Και με παει και με φερνει,
και δε με γυρναει παντα,
μοναχα με τρεχει σε τοπια
πότε ασπρομαυρα,
πότε θλιμμενα
πότε γνωριμα,
πότε απεραντα.
Αυτο το ροζ φλαμινγκο!
Με παει σε φωτογραφιες μεσα,
με τρυπωνει,
και διασχιζουμε μαζι ερημους και λιμνες αγονες.
Και η σημαια να ανεμιζει.
Και κοιμαμαι στην πλατη του καμια φορα κι αυτο ακομα με παει,
και με φερνει,
και κοντοστεκεται,
και τρεχει παλι,
γιατι καμαρωνει το ροζ του που αστραφτει στον ηλιο.
Το ροζ φλαμινγκο μου!
Με παει σε βυθους,
μου κλεβει τα κοραλλια μου
και καθε τοσοδουλικο μαργαριταρι,
και μετα,
να σου,
μου το περναει στο λαιμο ξανα σα φυλαχτο,
καθε κοραλλι και καθε μαργαριταρι
και καθε κυμα που τα γεννησε.
Ατακτο φλαμινγκο,
χτυπαω τα ποδια μου για χαλιναρια στα πλαγια του,
κι αυτο του κεφαλιου του...

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

μικροι επιστημονες


Οταν στον υπνο μας με παιρνεις αγκαλια,
οταν τους εφιαλτες μου φυλακιζεις,
η γατα μας κοιταζει κ απορει.
Βλεπει τα μορια και τα ιοντα
-ιπταμενα
να ανταλλασουν σπιτια,
τα κορμια μας δυο δεκτες,
δυο πολοι που φτιαχνουν επιστημη,
ποια φυσικη και ποια χημεια,
κ οσο με σφιγγεις και κουρνιαζω,
κι η γατα τα ποδια της τεντωνει δηθεν αδιαφορα, τα ματια της οταν γουρλωνει,
η γαληνη που μου χαριζεις σου επιστρεφεται με μια πρωτογνωρη ηρεμια,
οι ενεργειες μας πειραμα σε σταδιο υπνωσης.
Οι αντιδρασεις μας μια ενωση αρχαια,
σα μυστικο που ανακαλυπτουν οι πρωτοπλαστοι.
Οταν με αγκαλιαζεις και κοιμομαστε,
η γατα βλεπει πυροτεχνηματα να σκανε αθελα μας και χανει τον υπνο της.

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

μετατροπεας


Που να σε βαλω πες μου,
σε ποια τσεπη να σε χωρεσω,
και σε ποιο τρυπιο συννεφο του ουρανου μου να σε στριμωξω,
λαθρεπιβατη των ακαταστατων αποσκευων μου;
Πως να σε δεσω πλαι μου,
να μην κυλας απο τις χαραμαδες των πλανων μου,
και πως να μη χτυπας στην κουφια χουφτα μου μεσα;
Πως να σε ενσωματωσω
στο χαρτη της μικρης μεγαλης ηπειρου που θελω να ανακαλυψω μπουσουλωντας;
Πως να σε παρω μαζι μου, να σε διπλωσω να σε μικρυνω να σε μεγαλωσω να σε μαγεψω να σε εχω παντα διπλα μου να αναπνεεις μονο με τις δικες μου μπουκαλες οξυγονου;
Ποσο να πληρωσω τους Δελφους
για να σε δουν στο ανισσοροπο μελλον μου;

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

αντβεντσουρ


Ειναι οι τελευταιες αυτες οι μερες οι ζεστες, ο τελευταιος ηλιος, οι τελευταιοι γρυλοι που ακουω.
αραγε υπαρχουνε γρυλοι το χειμωνα;

ειναι οι τελευταιες ηρεμες θαλασσες.

και ειναι τοσο δυσκολο το σωμα και η ψυχη να δεχτουνε την αλλαγη, σα να μην λαμβανουνε το μηνυμα. καθε σου κυτταρο ψαχνει να ξετρυπωσει οτι απεμεινε απο τη μαγεμενη εκεινη εποχη, ψαχνει να λυτρωθει, ψαχνει παση θυσια να παρει χαρη απο αυτη την αναποφευκτη πνευματικη θανατικη καταδικη.

η ψυχη μου δεν υποτασσεται την εποχη αυτη. την αφηνω αδεσποτη να δω που θα τη βγαλει,
αστην να παιξει λεω,
θα πεσει,
θα λερωθει,
θα χτυπησει,
θα κλαψει,
θα σηκωθει.
Θα μαθει.

Με οδηγει στο λιμανι, σ' εκεινα τα βρωμικα πλοια που σε παιρνουν μακρια.
αχ και να μπορουσα να εφευγα αναστεναζω. παντα αναστεναζω με τα πλοια.
Βασιλευει μια φιλμικη ησυχια στο μερος αυτο, που ομοια της δεν εχω ξανααφουγκραστει.
Μοιαζει να ειναι σημερα φτιαγμενη, μονο για μενα, σα να με αφηνει να πρωταγωνιστησω την ωρα αυτη, σα να δινει προβαδισμα στην ψυχη μου μεσα στη βουη της πολης.

εγω και το λιμανι λοιπον.

το αφηνω να με παρασυρει, αφου εδω με οδηγησε η ψυχη μου, ή το ποδηλατο μου τελοσπαντων.
χαζευω αυτα τα τερατα που ορθωνονται μπροστα μου, αυτα τα σιδερενια κατασκευασματα φτιαγμενα να επιπλεουν σε καθε θαλασσα.
καθομαι σ' εναν κιτρινο καβο, δυο πλοια στριμωχνουν τα πλαινα μου και μου ανοιγουν τον οριζοντα.

Η μυρωδια, η σωσιβια λεμβος, τα τεραστια τζαμενια παραθυρα, τα φουγαρα, το καταστρωμα, οι αριθμοι στο πλαι.
Κλεινω τα ματια και μεταφερομαι σ' ενα αλλο λιμανι, πολυβουο. Ιδιο ειναι το πλοιο, μονο που εγω φοραω αλλα ρουχα, ναι, ναι, φοραω ενα ελαφρυ φορεμα και την πλατη μου βαραινει ενα σακιδιο και τα μαλλια μου σκεπαζει ενα καπελο ψαθινο και ετοιμαζομαι να μπω και να φτασω σε ενα νησι ή σε μια ιταλια, επιτρεπω στο νου μου να αποβιβαστει ακομα και στην κρητη.

Κι αν ανοιξω τα ματια τι θα αλλαξει;

Μονο ο χρονος με ενοχλει.
Σταματαει ο χρονος;
Κι αν σταματουσε, θα το καταλαβαινα;
Θα το εκμεταλλευομουνα;

Λιγο πιο περα εχει παρκαρει ενα φορτηγο απο την αφρικη.
Για μια στιγμη μπαινω στον πειρασμο να αναρωτηθω αν γινεται να μπω στο φορτηγο λαθραια, και να φτασω σ' εκεινη τη ζεστη χωρα για να παρω στην πλατες μου ολο εκεινο το καλοκαιρι.

Μια περιπετεια χρειαζεται η ψυχη μου τωρα για να σωθει.

Θα δω ελεφαντες αραγε;
Θα καβαλησω καμηλες;
Θα μεινω σε γαλαζιο σπιτακι, θα κυληστω στην ερημο, θα πιω καυτο τσαι μεσα σε σκηνη, θα αφησω τα ιχνη μου στην αμμο, θα μαγευτω, θα ζαλιστω και θα ξεδιψασω σε μια οαση;

Ανοιγω αποτομα τα ματια, η ψυχη μου το παρακανε σημερα νομιζω.
Ανεβαινω στο ποδηλατο και της κλειδωνω την πορτα.
Δεν θα θελα να τη χασω τωρα που αρχιζουνε τα κρυα.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

για αρχαριους

αστην να γεμισει τον κοσμο σου με το δικο της.
αστην να σου παρει ποτηρια πολυχρωμα και κερια που μυριζουν.
αστην να σου ζωγραφισει τους τοιχους τα επιπλα το μυαλο σου ολοκληρο.
αστην να σου τραγουδαει και να σου μαθαινει σκοπους ασκοπους.
αστην να σε ντυσει οπως αυτη θελει, να σε λουζει και να σε χαιδευει για να κοιμηθεις.
αστην να σε παρει μαζι της, να καθεσαι διπλα της στο αεροπλανο και να της κρατας το χερι.
αστην να σε οδηγησει και να της πας εσυ σπιτι, να περπατατε χερι με χερι σε καθε στενο και καθε λεωφορο.
αστην να σου δωσει τις ταινιες της, τα βιβλια της, τα ρουχα της ολα, κι εκεινα τα προστυχα ακομα, τις πυτζαμες της, το αμακιγιαριστο προσωπο της.
αστην να σου βαλει λουλουδια στο βαζο και φιλια στον καθρεφτη και να τραβαει τις κουρτινες για να ξυπνας.
αστην να κοιταει τη θαλασσα και το ηλιοβασιλεμα και τα αστερια και να σε καθρεφτιζει.
αστην να διωξει να διαγραψει να ξεχασει να αποριψει να μηδενισει το κοντερ.
αστην να σου απαγγειλει ολες τις σκεψεις της, ξεγυμνωσε τη, μπορεις.
αστην αυτη να κραταει το χαρτη και να σημαδευει, αστην να σου μαγειρεψει και να μαθει πως πινεις τον καφε σου.
αστην να κλαψει στην αγκαλια σου και να σε χτυπησει και να κανετε ερωτα.
αστην να σου δωσει μια ζωη ολοκληρη στριμωγμενη σε καμποσους μηνες καιρο.
Και μετα πες της πως να σε αφησει.

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

νανουρισμα

Δυο αγγελακια παιζανε στην αυλη του θεου. Τρεχανε αναμεσα σε δεντρα εξωτικα και φουντωμενα, πινανε νερο σε ρυακια κρυσταλλινα και οταν πειναγανε κοβανε καρπους ζουμερους απο καθε λογης δεντρο. Ειχανε βαλθει να ιδρωσουνε, να λαχανιασουνε, δεν λογαριαζανε κουραση, θελανε μονο να παιξουνε ενα αιωνιο παιχνιδι χωρις ονομα.
Το ενα αγγελακι ηταν πιο ζαβολιαρικο, χωρις αμφιβολια, και ειπε να δυσκολεψει λιγο το παιχνιδι τους. Ετρεξε στην κρυψωνα του, αρπαξε τη σφεντονα του και μια ωριμη φραουλα, και κρυφτηκε πισω απο ενα δεντρο. Εκλεισε το ενα ματι και...
οχι, μισο λεπτο, αναφωνισε, δεν φτανω. Σουφρωσε τα χειλη του και διπλωσε τους αγκωνες του για να σκεφτει μια λυση.
Θυμηθηκε την βιβλιοθηκη του κηπου, μια μεγαλη δεντροφυτη εκταση με βιβλια καθε ειδους. Ποτε του δεν τα διαβαζε, μα τωρα θα εκαναν εξαιρετικη σκαλα για το υψος του. Διχως να χασει χρονο πηγε στη βιβλιοθηκη και βουτηξε καμποσα βιβλια.
Βιβλια μεγαλα, βαρια, βιβλια πολυχρωμα, βιβλια πολυκαιρισμενα, μικρα, κιτρινισμενα, χειρογραφα. Οτι βιβλιο βρηκε μπροστα του πηρε το αγγελακι χωρις να τους ριξει δευτερη ματια. Πηγε παλι στο δεντρο του, στοιβαξε τα βιβλια σ ενα μεγαλο πυργο και περιμενε το αγγελακι να περασει. Ο ηλιος κοντευε να πεσει πια, και το αγγελακι ειχε αρχισει να κουραζεται με την αναμονη.
Αποφασισε να καθισει για να ξεκουραστει. Μα δεν υπολογισε καλα, εχασε το βημα του και τα βιβλια σκορπιστικαν δεξια κ αριστερα.
Τα μαζεψε οπως οπως και πηγε να βρει μια γωνια να ξεκουραστει. Μα δεν τα μετρησε. Του ελειπε ενα βιβλιο. Την ιδια ωρα, στη γη, ενα κοριτσι κοιταζε το ηλιοβασιλεμα.
Δεν προλαβε να αποχαιρετισει τον ηλιο οταν ξαφνικα ενας γδουπος ακουστηκε κ ενα βαρυ αντικειμενο προσγειωθηκε στα ποδια της.
Ενα βιβλιο. Ξαφνιασμενη εμεινε να το κοιταζει για καμποση ωρα, κι αφου βεβαιωθηκε οτι κατι ακινδυνο θα ειναι, δε μπορει, απλωσε τα χερια της να το πιασει.
Το ακουμπησε στην αγκαλια της και το περιεργαστηκε για λιγο.
Το βιβλιο των απαντησεων, ηταν ο τιτλος του.
Το βιβλιο της ζωης θα ελεγε κανεις. Η πρωτη σελιδα, προσταζε τον αναγνωστη να κανει μια ερωτηση. Το κοριτσι ρωτησε"τι χρωμα ειναι οι ελεφαντες;"
και γραμματα εμφανιστηκαν στην σελιδα. "Γκρι", απαντησε το βιβλιο.
Το κοριτσι ρωτησε τη γευση εχει το λεμονι, αν ολοι οι ανθρωποι πεθαινουνε, ποτε θα ξαναβρεξει, αν μιλανε οι γατες. Και σε ολα πηρε απαντηση.
Αφου πειστηκε οτι το βιβλιο ειναι πανσοφο και εχει ολες τις απαντησεις του κοσμου,
αποφασισε να το χρησιμοποιησει για δικο της οφελος. Εδω και καιρο ενα ερωτημα της εκαιγε τα σωθικα, της εκλεβε τον υπνο, της αλλαζε τα σχεδια.
Πηρε μια βαθια ανασα και ρωτησε, "υπαρχει το αλλο μας μισο;"
Ανοιξαν οι ουρανοι την ωρα εκεινη. Συμπτωση ή μοιρα κανεις δεν ξερει, μα το βιβλιο εγινε αμεσως σκονη στα χερια της, ενας αερας φυσηξε και εξαφανισε και τη σκονη, και τιποτα δεν εμεινε πια απο το βιβλιο εκεινο.
Στην αυλη του θεου, οπου τα αστερια τρεμοπαιζαν και εριχναν το φως τους στα πολυχρωμα φρουτα, γεμιζοντας τον τοπο φωτακια πολυχρωμα με τις αντανακλασεις, στην αυλη εκεινη, ενα αγγελακι το τραβαγαν απο το αυτι. Το βραδυ εκεινο, το αγγελακι εμαθε για τους ανθρωπους. Εμαθε για το μελλον που περιμενουν, για το παρον που φτιαχνουν, για το παρελθον που τους νανουριζει. Εμαθε για τις ερωτησεις τις μεγαλες που τους βασανιζουν και ειτε τους δινουν φτερα, ειτε τους κρατανε στη γη. Σαν πουλια σε κλουβια τους φανταστηκε τους ανθρωπους το αγγελακι. Εμαθε για το μυαλο τους, και εμαθε οτι οι ανθρωποι αποφασεις δυσκολα παιρνουν χωρις απαντησεις. Υποσχεθηκε ποτε ξανα να μην παιξει με τα βιβλια, να μην τα δωσει ποτε στους ανθρωπους υποσχεθηκε, γιατι αλλιως η ζωη τους δεν θα εχει κανενα νοημα. Κι οταν ολα αυτα τα υποσχεθηκε το αγγελακι, και πηρε ενα ζεστο φιλι, κουλουριαστηκε κατω απο μια ιτια και κοιμηθηκε γλυκα.

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

μερσι

Θυμασαι που η Dido σε ενα τραγουδι της ευχαριστουσε καποιον, γιατι το τσαι της κρυωσε και η μερα ειναι ασχημη και βρεχει αλλα δεν την νοιαζει γιατι ακομα κι αν γκρεμιστει το σπιτι της αυτη λεει δε θα τη νοιαξει καθολου γιατι αυτος ο καποιος της χαρισε την ομορφοτερη μερα της ζωης της;
Κατι τετοιο τελοσπαντων.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

μετοχες

Η αληθεια ειναι, καλε μου,
πως η ζωη εχει τελειωσει τωρα πια.

Και πως να στο πω.

Η αληθεια ειναι πως η ζωη ειναι τοσο φτηνη,
και τα συναισθηματα που με κατατρωνε,
για να μη βαλω πλυθηντικο,
ειναι κι αυτα τοσο φτηνα,
να τα εξαγορασω καν δε μπορω.

Καθε στιγμη ειναι φτηνη,
καθε λεπτο ενα αρλεκιν κιτρινισμενο,
μια κωμωδια κουραστικη,
ενα τραγουδι που δεν θα ακουσεις το αλλο καλοκαιρι.

Κι οι ανθρωποι κουκλες.
Φτηνες, πλαστικες.
Μα καλα, μονο εγω τις βλεπω;

Κι αν εσυ, μπορεις να την κανεις λιγο τη ζωη μου πιο ακριβη,
γιατι εγω σ εσενα πιστευω, λιγακι, και πολυ,
καμια φορα που η μερα ξημερωνει και νυχτωνει με την ιδια αγαπη,
πιο ακριβο ενα λεπτο εστω, μια δικια μου αιωνιοτητα,
και μετα ασε με στη φτηνια μου,
τοτε σου δινω το ελευθερο να με εκμεταλλευτεις.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

καλη τυχη

Θα φορεσει το τζιν του
το λιγοτερο σκισμενο,
κι ενα πουκαμισο καλο,
γκρι λεω εγω.

Δεν θα ξανακοιταχτει στον καθρεφτη,
κι ουτε για μια στιγμη δε θα σκεφτει που ηταν
και που εφτασε
και τι ξεχασε πισω,
κι αν αξιζε,
μα αυτος δε μετανιωνει,
μην του το χαλατε, κι ας ειναι ονειρο δικο μου,
ας τα σκεφτουμε ολα εμεις γι αυτον,
φρεσκοξυρισμενος οπως ειναι θα φυγει,
με παπουτσια κατα το ημισι αθλητικα.

Θα κραταει καποιο χαρτι φανταζομαι, ισως για να κλεβει,
ισως για,
οχι,
δεν θα κραταει χαρτι, δε θελω.

Δεν θα κραταει τιποτα,
τα αδεια του χερια ταυτοσημα με μια αδεια καρδια, συγνωμη.

Θα κατεβει τα σκαλια κοιταζοντας γυρω γυρω, αργα ή γρηγορα δεν το χω ακομα σκεφτει,
μα, προσεξε, θα χαμογελαει.
Θα γελαει.

Θα σου ραγισει την καρδια.

Θα ανεβει με ανεση,
κι ας μην ειναι ανετος,
θα σας γελασει ολους κι εγω θα γελαω.

Θα ηθελα πολυ να στηριξει τον ενα αγκωνα στο εδρανο,
μα μαλλον δεν το επιτρεπει η στιγμη.
Εγω θα το ηθελα παντως.

Και θα σας μιλησει.
Τι θα σας πει δεν ξερω δε με νοιαζει και το χειροτερο,
ποτε δε θα μαθω.

Ισως να ηξερα αν ημουν διπλα του οταν εφτιαχνε το κειμενο, διπλα σ ενα κρεβατι
ή σ εναν καναπε ή σε μια κατσαρολα ή σε σκαλια ατελειωτα,
μα μη σας μπερδευω και μπερδευτω κι εγω στο τελος.

Θα σας μιλησει και θα χαμογελαει και θα γελαει
κι αν εχετε τη δυναμη ακουστε τι σας λεει
και μην τον κοιτατε απλα,
αυτη ειναι η παγιδα για να σας κλεψει το δεκα το καλο.

Α, ξεχασα να σας πω.
Στον κοσμο τον δικο μου θα φοραει γυαλια,
εσεις οταν τον δειτε μη μου πειτε το αντιθετο.

Και μετα θα τον αφησετε να φυγει.
Να παρει μια ανασα βαθια στην πολη των αγγελων.


(Κι αν τιποτα δεν καταλαβατε απ ολα αυτα ποσως με απασχολει.
Ουτε εγω καταλαβα.)

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

ρολοι


βαθια και λυπημενη
και παντα ερωτευμενη.
χαμενη και ξανακερδισμενη
χαμενη και παλι εδω θα με βρουνε.
και στο καρουζελ της ζωης ζαλισμενη,
μισοκλειστα ματια,
να ψαχνω ουρανο.

και πες μου εσυ,
αν μπορουσες, δε θα μου δινες τα ματια σου να δω τι βλεπεις;
δε θα μου δινες τα αυτια σου να ακουσω οτι ακους,
το δερμα σου να ανατριχιασω σε καθε ανθος της ημερας;
γιατι δηλαδη μονο η δικια μου η καρδια να γεννηθηκε διπλη;

βαθια και λυπημενη,
και μεθυσμενη απο τον αφρο της ζωης,
κι απο τον πατο κι απο την επιφανεια.

και μη ζητας αλλα,
η μερα ειναι μεγαλη καθε φορα.

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

κολομβος


το ακους;
μην κανεις πως δεν το ακους, μη μου λες ψεμματα τωρα, μονο σφιξε με.
το βλεπεις;
το βλεπεις, και οχι μη μου πεις γιατι στα ματια σου εγω μεσα κοιταζω.

το βλεπω, το ακουω, το νιωθω, μου σκιζει την καρδια σου λεω.
εκει, στο κρεβατι το μονό, οταν εσυ με αγγαλιαζεις,
εγω κοιταζω εξω απ το παραθυρο,
κλειστο ή ανοιχτο το ιδιο κανει,
κι αφηνω το φως του φεγγαριου να γλιστρισει απο τα στορια,
να παρει στην πλατη του τους γρυλους τους ξενυχτηδες και να ρθουν να μου πουν πως παει το καλοκαιρι, τελειωσε.
Ενα καλοκαιρι με λιγα καρπουζια, πολυ λιγα,
λιγα κυματα,
λιγη καρυδα,
λιγο αερακι,
λιγη ζεστη, οχι πολυ,
ενα καλοκαιρι διχως Αιγαιο.
Ενα καλοκαιρι με πολυ αγαπη, σ ευχαριστω.
Κι οταν το καλοκαιρι θα εχει φυγει πια,
η αγαπη θα μεινει.
Κι οταν η Αμερικη θα ειναι ακομα πιο κοντα, και οσο μακρια θα επρεπε να ειναι,
τοτε η αγαπη θα μεινει.
Κι οταν οι γρυλοι σωπασουν, και βγουνε τα σταφυλια,
κι οταν τα μανικια θα σκεπαζουν το σωμα και τις σκεψεις μας και τη φωτια που μας ξαναγενναει καθε λεπτο,
κι οταν το κοριτσακι κοιταζει εξω απ το παραθυρο τη βροχη να συγχρονιζεται με τα δακρυα της και τους λειψους της χτυπους,
και το κοριτσακι μεινει χωρις ήλιο,
τοτε στη θεση του θα βαλει μια καρδια.

Κι ας ειναι και ντυμενη με γαλοτσες.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

πι ες

κι ας μην εχω εγω υπομονη,
σου λεω δεν αργω, περιμενε με.
λιγες φωτογραφιες να χω να θυμαμαι μονο θα βγαλω,
και μετα παλι δικια σου.
ουτως ή αλλως.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

επτανησα

Κι ήταν εκεινο, το τελευταιο καλοκαιρι.
Κι οδηγουσες. Και τα ματια σου δεν τα εβλεπα. Εφτιαχνα απο τοτε το χρωμα τους στο παιδικο μυαλο μου.
Και παλι ηλιοβασιλεμα επεφτε.
Ποτε δε σταματαει φαινεται.
Και στο ειχα πει, θα μας καταπιει το καλοκαιρι και θα μας ξερασει ο χειμωνας.
Κι ετσι κι εγινε.
Κι ερχετε κι αλλο καλοκαιρι, θεε μου, βοηθησε μας.

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

ενα παραμυθι

Την σχεση της γοργονας με το μεγα Αλεξανδρο εγω ποτε δεν την καταλαβα.
Δεν ξερω καν αν υπηρξαν, και δεν ξερω αν αυτος τη θυμοταν στα ταξιδια του και τις κατακτησεις του.

Δεν ξερω αν αυτη ειχε λεπια, και παρ ολα αυτα δεν καταφερε να κολυμπησει μεχρι τις ακτες που εκεινος κερδισε.
Μπορει και να εφτασε και να μην τον βρηκε, ή μπορει να τον βρηκε κι εκεινος να την εδιωξε κακην κακως "δεν ειναι για σενα οι πολεμοι".
Κι αυτη θα εβγαλε την περικεφαλαια της και μην εχοντας τι αλλο να κανει, επιασε φιλιες με τους ναυτες.

Δεν ξερω αν ητανε καλη μαζι τους ή απλα τους ρωταγε και εφευγε.
Μηπως τους κερναγε λιγη αλμυρα απο τις πηγες τις δεν ξερω.

Δεν θα μαθω ουτε εγω ουτε κανενας αν ο Αλεξανδρος εβαζε στο αυτι του κοχυλια απο τις ακτες που κυριευε, για να ακουει τη θαλασσα, για να ακουει τον υπνο της με φυκια μπλεγμενο.

Και ισως ειναι ψεμα το οτι αυτη τα βραδια δεν κοιμοτανε μα μοναχα εκλαιγε με τα βλεφαρα κλειστα ακουγοντας τις ιαχες του πολεμου και τα χλιμιντρισματα του Βουκεφαλα.

Αλλα η γοργονα του παραμυθιου, επειδη σε παραμυθι ζει, δεν μπορει, θα τον αγαπαει τον Αλεξανδρο της. Δεν εξηγειται αλλιως ολο αυτο το κυμα.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

σοου για δυο

Κι επειδη είσαι μάγος,
με μια σμαραγδενια θαλασσα για σκηνη,
κ εβαλες τα κυματα να μου κρυψουν τον ηλιο,
και μετα μου τον ξαναεμφανισες,
γι αυτο.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

αδελφοι ραιτ


Και νομιζεις,
(παντα ετσι λανθασμενα προχωράς,
γι αυτο σε λενε ανθρωπο,
γι αυτο αποκαλεισαι ρομαντικος)
νομιζεις,
πως δεν θα ξανααγαπησεις.
Και
ω,
το πραγματικο,

αυτουσιο,

γυμνο,

μεγαλειο της ανθρωπινης ύλης και σκονης και εποχης,
η καρδια ειναι πιο μεγαλη απ οτι νομιζες.
Γδύνεται μπροστα σου,
σαν ενα παιδι που αγνοει τη γυμνια του,
η καρδια,
μια αγουρη ομορφια,
σου δινει ολα της τα φρουτα,
καθε φορα πρωτη φορα,
καθε φορα η πρωτη μερα του καλοκαιριου,

σου δινει πισω το φως σου,
για να ξαναδεις
καθε χρωμα που αμελησες
μεσα κι εξω της,
οταν την εντυνες στα χρωματα της γης.

Γιατι η καρδια
δεν ειναι γη, δεν ειναι
χωμα, δεν ειναι
βηματα αμμουδινα που πατας και σβηνεις,
εσυ, ή καποια τρικυμια που γνωρισες.

Η καρδια δεν ειναι γη.

Ειναι ουρανος,
Και συννεφα.
Και αερηδες.
Κι αν σου επετρεψε να την εξισωσεις με τη γη,
για λιγο,
ειναι για να τη στειλεις σπιτι της ξανα,
ενω σε μαθαινει να πετας.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

σκοταδι ομορφο

Τα αστερια.
Σπιτια που καποιος δεν εκλεισε το φως και εφυγε.
Ξεχασε να το κλεισει.
Και θα πληρωσει.
Ή θα πληρωσουν οι αλλοι.
Παντως το αστερι εχει πεσει πια, μη σε γελα η λαμψη του.

Αυτα σκεφτομουν εκει, κατω απο εναν ουρανο,
τον πιο ομορφο της ζωης μου.
Και ημουν τοσο προστατευμενη
που ακομα και το φως να μου ζηταγαν να κλεισω,
θα σηκωνομουν να το κανω.

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

νεα δεδομενα

σκληρο πραγμα ο πλυθηντικος, βαρβαρο

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

αδεια χερια

τι να το κανω πια το χαος,
που ξερεις οτι με συντηρει,
αν δεν με κανει ονοματα να ζωγραφιζω και κυματα να πηδω;

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

αποξηραμενα


Πες μου τι θελεις,
σε παρακαλω.
Πιασε με απο το χερι και οδηγησε με
σ ενα μερος απανεμο.
Τυλιξε τη χουφτα σου,
εκεινη, την κουρασμενη,
τα δαχτυλα που μου χουν τοσο λειψει,
τυλιξε τα γυρω απο το αυτι μου το κλειστο.
Φωναξε ή ψυθιρισε μου,
δεν με πειραζει,
αλλωστε η φωνη σου μονο να γιατρεψει μπορει.
Και πες μου τι θες.
Ξεριζωσε την καρδια σου μια στιγμη και δωστη μου,
να την ακουσω,
να αφησω το αποτυπωμα μου πανω της
άλλα δαχτυλα να μην την ακουμοησουν.
Και αστην να ξεψυχησει στα χερια μου μεσα αν το θες,
εγω αυτο θελω να πω.
Θελω να πω,
δε θελω να ζεις,
αφου μετα παλι σε μερη με αερηδες θα πας κι εγω σκια θα γινω παλι.
Θελω να πω,
πες μου τι θες να στο δωσω,
γιατι οσα εχω μαζεψει για σενα ειναι,
και αν τα θες παρε τα
γιατι αλλιως θα τα πεταξω.
Δεν τα χω για χαρισμα.
Θελω να πω,
πες μου τι θες
γιατι το μυαλο μου ειναι στενο
κι εγω μεγαλη για μικρες σκεψεις και ανισα θελω.
Μα μιλα μου.
Μη μου γελας,
το χαμογελο σου εμενα με διαλυει, σε παρακαλω.
Μιλα μου και ασε τα λογια να τα παρει ο αερας που θα με συντροφευει οταν εσυ πια θα εισαι αλλου κι εγω θα ειμαι εκει που δεν εισαι να κοιταω το χωμα που πατησες.
Να περιμενω
μηπως φυτρωσει ενας αλλος εσυ να τον κοψω να τον κρατησω στο βαζο για παντα.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

κυκλος

Εμεις θα επρεπε να ξερουμε καλυτερα.

Σε καμια αρχη δε βρισκεις το τελος που περιμενες.