Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

νανουρισμα

Δυο αγγελακια παιζανε στην αυλη του θεου. Τρεχανε αναμεσα σε δεντρα εξωτικα και φουντωμενα, πινανε νερο σε ρυακια κρυσταλλινα και οταν πειναγανε κοβανε καρπους ζουμερους απο καθε λογης δεντρο. Ειχανε βαλθει να ιδρωσουνε, να λαχανιασουνε, δεν λογαριαζανε κουραση, θελανε μονο να παιξουνε ενα αιωνιο παιχνιδι χωρις ονομα.
Το ενα αγγελακι ηταν πιο ζαβολιαρικο, χωρις αμφιβολια, και ειπε να δυσκολεψει λιγο το παιχνιδι τους. Ετρεξε στην κρυψωνα του, αρπαξε τη σφεντονα του και μια ωριμη φραουλα, και κρυφτηκε πισω απο ενα δεντρο. Εκλεισε το ενα ματι και...
οχι, μισο λεπτο, αναφωνισε, δεν φτανω. Σουφρωσε τα χειλη του και διπλωσε τους αγκωνες του για να σκεφτει μια λυση.
Θυμηθηκε την βιβλιοθηκη του κηπου, μια μεγαλη δεντροφυτη εκταση με βιβλια καθε ειδους. Ποτε του δεν τα διαβαζε, μα τωρα θα εκαναν εξαιρετικη σκαλα για το υψος του. Διχως να χασει χρονο πηγε στη βιβλιοθηκη και βουτηξε καμποσα βιβλια.
Βιβλια μεγαλα, βαρια, βιβλια πολυχρωμα, βιβλια πολυκαιρισμενα, μικρα, κιτρινισμενα, χειρογραφα. Οτι βιβλιο βρηκε μπροστα του πηρε το αγγελακι χωρις να τους ριξει δευτερη ματια. Πηγε παλι στο δεντρο του, στοιβαξε τα βιβλια σ ενα μεγαλο πυργο και περιμενε το αγγελακι να περασει. Ο ηλιος κοντευε να πεσει πια, και το αγγελακι ειχε αρχισει να κουραζεται με την αναμονη.
Αποφασισε να καθισει για να ξεκουραστει. Μα δεν υπολογισε καλα, εχασε το βημα του και τα βιβλια σκορπιστικαν δεξια κ αριστερα.
Τα μαζεψε οπως οπως και πηγε να βρει μια γωνια να ξεκουραστει. Μα δεν τα μετρησε. Του ελειπε ενα βιβλιο. Την ιδια ωρα, στη γη, ενα κοριτσι κοιταζε το ηλιοβασιλεμα.
Δεν προλαβε να αποχαιρετισει τον ηλιο οταν ξαφνικα ενας γδουπος ακουστηκε κ ενα βαρυ αντικειμενο προσγειωθηκε στα ποδια της.
Ενα βιβλιο. Ξαφνιασμενη εμεινε να το κοιταζει για καμποση ωρα, κι αφου βεβαιωθηκε οτι κατι ακινδυνο θα ειναι, δε μπορει, απλωσε τα χερια της να το πιασει.
Το ακουμπησε στην αγκαλια της και το περιεργαστηκε για λιγο.
Το βιβλιο των απαντησεων, ηταν ο τιτλος του.
Το βιβλιο της ζωης θα ελεγε κανεις. Η πρωτη σελιδα, προσταζε τον αναγνωστη να κανει μια ερωτηση. Το κοριτσι ρωτησε"τι χρωμα ειναι οι ελεφαντες;"
και γραμματα εμφανιστηκαν στην σελιδα. "Γκρι", απαντησε το βιβλιο.
Το κοριτσι ρωτησε τη γευση εχει το λεμονι, αν ολοι οι ανθρωποι πεθαινουνε, ποτε θα ξαναβρεξει, αν μιλανε οι γατες. Και σε ολα πηρε απαντηση.
Αφου πειστηκε οτι το βιβλιο ειναι πανσοφο και εχει ολες τις απαντησεις του κοσμου,
αποφασισε να το χρησιμοποιησει για δικο της οφελος. Εδω και καιρο ενα ερωτημα της εκαιγε τα σωθικα, της εκλεβε τον υπνο, της αλλαζε τα σχεδια.
Πηρε μια βαθια ανασα και ρωτησε, "υπαρχει το αλλο μας μισο;"
Ανοιξαν οι ουρανοι την ωρα εκεινη. Συμπτωση ή μοιρα κανεις δεν ξερει, μα το βιβλιο εγινε αμεσως σκονη στα χερια της, ενας αερας φυσηξε και εξαφανισε και τη σκονη, και τιποτα δεν εμεινε πια απο το βιβλιο εκεινο.
Στην αυλη του θεου, οπου τα αστερια τρεμοπαιζαν και εριχναν το φως τους στα πολυχρωμα φρουτα, γεμιζοντας τον τοπο φωτακια πολυχρωμα με τις αντανακλασεις, στην αυλη εκεινη, ενα αγγελακι το τραβαγαν απο το αυτι. Το βραδυ εκεινο, το αγγελακι εμαθε για τους ανθρωπους. Εμαθε για το μελλον που περιμενουν, για το παρον που φτιαχνουν, για το παρελθον που τους νανουριζει. Εμαθε για τις ερωτησεις τις μεγαλες που τους βασανιζουν και ειτε τους δινουν φτερα, ειτε τους κρατανε στη γη. Σαν πουλια σε κλουβια τους φανταστηκε τους ανθρωπους το αγγελακι. Εμαθε για το μυαλο τους, και εμαθε οτι οι ανθρωποι αποφασεις δυσκολα παιρνουν χωρις απαντησεις. Υποσχεθηκε ποτε ξανα να μην παιξει με τα βιβλια, να μην τα δωσει ποτε στους ανθρωπους υποσχεθηκε, γιατι αλλιως η ζωη τους δεν θα εχει κανενα νοημα. Κι οταν ολα αυτα τα υποσχεθηκε το αγγελακι, και πηρε ενα ζεστο φιλι, κουλουριαστηκε κατω απο μια ιτια και κοιμηθηκε γλυκα.

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

μερσι

Θυμασαι που η Dido σε ενα τραγουδι της ευχαριστουσε καποιον, γιατι το τσαι της κρυωσε και η μερα ειναι ασχημη και βρεχει αλλα δεν την νοιαζει γιατι ακομα κι αν γκρεμιστει το σπιτι της αυτη λεει δε θα τη νοιαξει καθολου γιατι αυτος ο καποιος της χαρισε την ομορφοτερη μερα της ζωης της;
Κατι τετοιο τελοσπαντων.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

μετοχες

Η αληθεια ειναι, καλε μου,
πως η ζωη εχει τελειωσει τωρα πια.

Και πως να στο πω.

Η αληθεια ειναι πως η ζωη ειναι τοσο φτηνη,
και τα συναισθηματα που με κατατρωνε,
για να μη βαλω πλυθηντικο,
ειναι κι αυτα τοσο φτηνα,
να τα εξαγορασω καν δε μπορω.

Καθε στιγμη ειναι φτηνη,
καθε λεπτο ενα αρλεκιν κιτρινισμενο,
μια κωμωδια κουραστικη,
ενα τραγουδι που δεν θα ακουσεις το αλλο καλοκαιρι.

Κι οι ανθρωποι κουκλες.
Φτηνες, πλαστικες.
Μα καλα, μονο εγω τις βλεπω;

Κι αν εσυ, μπορεις να την κανεις λιγο τη ζωη μου πιο ακριβη,
γιατι εγω σ εσενα πιστευω, λιγακι, και πολυ,
καμια φορα που η μερα ξημερωνει και νυχτωνει με την ιδια αγαπη,
πιο ακριβο ενα λεπτο εστω, μια δικια μου αιωνιοτητα,
και μετα ασε με στη φτηνια μου,
τοτε σου δινω το ελευθερο να με εκμεταλλευτεις.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

καλη τυχη

Θα φορεσει το τζιν του
το λιγοτερο σκισμενο,
κι ενα πουκαμισο καλο,
γκρι λεω εγω.

Δεν θα ξανακοιταχτει στον καθρεφτη,
κι ουτε για μια στιγμη δε θα σκεφτει που ηταν
και που εφτασε
και τι ξεχασε πισω,
κι αν αξιζε,
μα αυτος δε μετανιωνει,
μην του το χαλατε, κι ας ειναι ονειρο δικο μου,
ας τα σκεφτουμε ολα εμεις γι αυτον,
φρεσκοξυρισμενος οπως ειναι θα φυγει,
με παπουτσια κατα το ημισι αθλητικα.

Θα κραταει καποιο χαρτι φανταζομαι, ισως για να κλεβει,
ισως για,
οχι,
δεν θα κραταει χαρτι, δε θελω.

Δεν θα κραταει τιποτα,
τα αδεια του χερια ταυτοσημα με μια αδεια καρδια, συγνωμη.

Θα κατεβει τα σκαλια κοιταζοντας γυρω γυρω, αργα ή γρηγορα δεν το χω ακομα σκεφτει,
μα, προσεξε, θα χαμογελαει.
Θα γελαει.

Θα σου ραγισει την καρδια.

Θα ανεβει με ανεση,
κι ας μην ειναι ανετος,
θα σας γελασει ολους κι εγω θα γελαω.

Θα ηθελα πολυ να στηριξει τον ενα αγκωνα στο εδρανο,
μα μαλλον δεν το επιτρεπει η στιγμη.
Εγω θα το ηθελα παντως.

Και θα σας μιλησει.
Τι θα σας πει δεν ξερω δε με νοιαζει και το χειροτερο,
ποτε δε θα μαθω.

Ισως να ηξερα αν ημουν διπλα του οταν εφτιαχνε το κειμενο, διπλα σ ενα κρεβατι
ή σ εναν καναπε ή σε μια κατσαρολα ή σε σκαλια ατελειωτα,
μα μη σας μπερδευω και μπερδευτω κι εγω στο τελος.

Θα σας μιλησει και θα χαμογελαει και θα γελαει
κι αν εχετε τη δυναμη ακουστε τι σας λεει
και μην τον κοιτατε απλα,
αυτη ειναι η παγιδα για να σας κλεψει το δεκα το καλο.

Α, ξεχασα να σας πω.
Στον κοσμο τον δικο μου θα φοραει γυαλια,
εσεις οταν τον δειτε μη μου πειτε το αντιθετο.

Και μετα θα τον αφησετε να φυγει.
Να παρει μια ανασα βαθια στην πολη των αγγελων.


(Κι αν τιποτα δεν καταλαβατε απ ολα αυτα ποσως με απασχολει.
Ουτε εγω καταλαβα.)

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

ρολοι


βαθια και λυπημενη
και παντα ερωτευμενη.
χαμενη και ξανακερδισμενη
χαμενη και παλι εδω θα με βρουνε.
και στο καρουζελ της ζωης ζαλισμενη,
μισοκλειστα ματια,
να ψαχνω ουρανο.

και πες μου εσυ,
αν μπορουσες, δε θα μου δινες τα ματια σου να δω τι βλεπεις;
δε θα μου δινες τα αυτια σου να ακουσω οτι ακους,
το δερμα σου να ανατριχιασω σε καθε ανθος της ημερας;
γιατι δηλαδη μονο η δικια μου η καρδια να γεννηθηκε διπλη;

βαθια και λυπημενη,
και μεθυσμενη απο τον αφρο της ζωης,
κι απο τον πατο κι απο την επιφανεια.

και μη ζητας αλλα,
η μερα ειναι μεγαλη καθε φορα.

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

κολομβος


το ακους;
μην κανεις πως δεν το ακους, μη μου λες ψεμματα τωρα, μονο σφιξε με.
το βλεπεις;
το βλεπεις, και οχι μη μου πεις γιατι στα ματια σου εγω μεσα κοιταζω.

το βλεπω, το ακουω, το νιωθω, μου σκιζει την καρδια σου λεω.
εκει, στο κρεβατι το μονό, οταν εσυ με αγγαλιαζεις,
εγω κοιταζω εξω απ το παραθυρο,
κλειστο ή ανοιχτο το ιδιο κανει,
κι αφηνω το φως του φεγγαριου να γλιστρισει απο τα στορια,
να παρει στην πλατη του τους γρυλους τους ξενυχτηδες και να ρθουν να μου πουν πως παει το καλοκαιρι, τελειωσε.
Ενα καλοκαιρι με λιγα καρπουζια, πολυ λιγα,
λιγα κυματα,
λιγη καρυδα,
λιγο αερακι,
λιγη ζεστη, οχι πολυ,
ενα καλοκαιρι διχως Αιγαιο.
Ενα καλοκαιρι με πολυ αγαπη, σ ευχαριστω.
Κι οταν το καλοκαιρι θα εχει φυγει πια,
η αγαπη θα μεινει.
Κι οταν η Αμερικη θα ειναι ακομα πιο κοντα, και οσο μακρια θα επρεπε να ειναι,
τοτε η αγαπη θα μεινει.
Κι οταν οι γρυλοι σωπασουν, και βγουνε τα σταφυλια,
κι οταν τα μανικια θα σκεπαζουν το σωμα και τις σκεψεις μας και τη φωτια που μας ξαναγενναει καθε λεπτο,
κι οταν το κοριτσακι κοιταζει εξω απ το παραθυρο τη βροχη να συγχρονιζεται με τα δακρυα της και τους λειψους της χτυπους,
και το κοριτσακι μεινει χωρις ήλιο,
τοτε στη θεση του θα βαλει μια καρδια.

Κι ας ειναι και ντυμενη με γαλοτσες.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

πι ες

κι ας μην εχω εγω υπομονη,
σου λεω δεν αργω, περιμενε με.
λιγες φωτογραφιες να χω να θυμαμαι μονο θα βγαλω,
και μετα παλι δικια σου.
ουτως ή αλλως.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

επτανησα

Κι ήταν εκεινο, το τελευταιο καλοκαιρι.
Κι οδηγουσες. Και τα ματια σου δεν τα εβλεπα. Εφτιαχνα απο τοτε το χρωμα τους στο παιδικο μυαλο μου.
Και παλι ηλιοβασιλεμα επεφτε.
Ποτε δε σταματαει φαινεται.
Και στο ειχα πει, θα μας καταπιει το καλοκαιρι και θα μας ξερασει ο χειμωνας.
Κι ετσι κι εγινε.
Κι ερχετε κι αλλο καλοκαιρι, θεε μου, βοηθησε μας.

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

ενα παραμυθι

Την σχεση της γοργονας με το μεγα Αλεξανδρο εγω ποτε δεν την καταλαβα.
Δεν ξερω καν αν υπηρξαν, και δεν ξερω αν αυτος τη θυμοταν στα ταξιδια του και τις κατακτησεις του.

Δεν ξερω αν αυτη ειχε λεπια, και παρ ολα αυτα δεν καταφερε να κολυμπησει μεχρι τις ακτες που εκεινος κερδισε.
Μπορει και να εφτασε και να μην τον βρηκε, ή μπορει να τον βρηκε κι εκεινος να την εδιωξε κακην κακως "δεν ειναι για σενα οι πολεμοι".
Κι αυτη θα εβγαλε την περικεφαλαια της και μην εχοντας τι αλλο να κανει, επιασε φιλιες με τους ναυτες.

Δεν ξερω αν ητανε καλη μαζι τους ή απλα τους ρωταγε και εφευγε.
Μηπως τους κερναγε λιγη αλμυρα απο τις πηγες τις δεν ξερω.

Δεν θα μαθω ουτε εγω ουτε κανενας αν ο Αλεξανδρος εβαζε στο αυτι του κοχυλια απο τις ακτες που κυριευε, για να ακουει τη θαλασσα, για να ακουει τον υπνο της με φυκια μπλεγμενο.

Και ισως ειναι ψεμα το οτι αυτη τα βραδια δεν κοιμοτανε μα μοναχα εκλαιγε με τα βλεφαρα κλειστα ακουγοντας τις ιαχες του πολεμου και τα χλιμιντρισματα του Βουκεφαλα.

Αλλα η γοργονα του παραμυθιου, επειδη σε παραμυθι ζει, δεν μπορει, θα τον αγαπαει τον Αλεξανδρο της. Δεν εξηγειται αλλιως ολο αυτο το κυμα.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

σοου για δυο

Κι επειδη είσαι μάγος,
με μια σμαραγδενια θαλασσα για σκηνη,
κ εβαλες τα κυματα να μου κρυψουν τον ηλιο,
και μετα μου τον ξαναεμφανισες,
γι αυτο.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

αδελφοι ραιτ


Και νομιζεις,
(παντα ετσι λανθασμενα προχωράς,
γι αυτο σε λενε ανθρωπο,
γι αυτο αποκαλεισαι ρομαντικος)
νομιζεις,
πως δεν θα ξανααγαπησεις.
Και
ω,
το πραγματικο,

αυτουσιο,

γυμνο,

μεγαλειο της ανθρωπινης ύλης και σκονης και εποχης,
η καρδια ειναι πιο μεγαλη απ οτι νομιζες.
Γδύνεται μπροστα σου,
σαν ενα παιδι που αγνοει τη γυμνια του,
η καρδια,
μια αγουρη ομορφια,
σου δινει ολα της τα φρουτα,
καθε φορα πρωτη φορα,
καθε φορα η πρωτη μερα του καλοκαιριου,

σου δινει πισω το φως σου,
για να ξαναδεις
καθε χρωμα που αμελησες
μεσα κι εξω της,
οταν την εντυνες στα χρωματα της γης.

Γιατι η καρδια
δεν ειναι γη, δεν ειναι
χωμα, δεν ειναι
βηματα αμμουδινα που πατας και σβηνεις,
εσυ, ή καποια τρικυμια που γνωρισες.

Η καρδια δεν ειναι γη.

Ειναι ουρανος,
Και συννεφα.
Και αερηδες.
Κι αν σου επετρεψε να την εξισωσεις με τη γη,
για λιγο,
ειναι για να τη στειλεις σπιτι της ξανα,
ενω σε μαθαινει να πετας.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

σκοταδι ομορφο

Τα αστερια.
Σπιτια που καποιος δεν εκλεισε το φως και εφυγε.
Ξεχασε να το κλεισει.
Και θα πληρωσει.
Ή θα πληρωσουν οι αλλοι.
Παντως το αστερι εχει πεσει πια, μη σε γελα η λαμψη του.

Αυτα σκεφτομουν εκει, κατω απο εναν ουρανο,
τον πιο ομορφο της ζωης μου.
Και ημουν τοσο προστατευμενη
που ακομα και το φως να μου ζηταγαν να κλεισω,
θα σηκωνομουν να το κανω.

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

νεα δεδομενα

σκληρο πραγμα ο πλυθηντικος, βαρβαρο

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

αδεια χερια

τι να το κανω πια το χαος,
που ξερεις οτι με συντηρει,
αν δεν με κανει ονοματα να ζωγραφιζω και κυματα να πηδω;

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

αποξηραμενα


Πες μου τι θελεις,
σε παρακαλω.
Πιασε με απο το χερι και οδηγησε με
σ ενα μερος απανεμο.
Τυλιξε τη χουφτα σου,
εκεινη, την κουρασμενη,
τα δαχτυλα που μου χουν τοσο λειψει,
τυλιξε τα γυρω απο το αυτι μου το κλειστο.
Φωναξε ή ψυθιρισε μου,
δεν με πειραζει,
αλλωστε η φωνη σου μονο να γιατρεψει μπορει.
Και πες μου τι θες.
Ξεριζωσε την καρδια σου μια στιγμη και δωστη μου,
να την ακουσω,
να αφησω το αποτυπωμα μου πανω της
άλλα δαχτυλα να μην την ακουμοησουν.
Και αστην να ξεψυχησει στα χερια μου μεσα αν το θες,
εγω αυτο θελω να πω.
Θελω να πω,
δε θελω να ζεις,
αφου μετα παλι σε μερη με αερηδες θα πας κι εγω σκια θα γινω παλι.
Θελω να πω,
πες μου τι θες να στο δωσω,
γιατι οσα εχω μαζεψει για σενα ειναι,
και αν τα θες παρε τα
γιατι αλλιως θα τα πεταξω.
Δεν τα χω για χαρισμα.
Θελω να πω,
πες μου τι θες
γιατι το μυαλο μου ειναι στενο
κι εγω μεγαλη για μικρες σκεψεις και ανισα θελω.
Μα μιλα μου.
Μη μου γελας,
το χαμογελο σου εμενα με διαλυει, σε παρακαλω.
Μιλα μου και ασε τα λογια να τα παρει ο αερας που θα με συντροφευει οταν εσυ πια θα εισαι αλλου κι εγω θα ειμαι εκει που δεν εισαι να κοιταω το χωμα που πατησες.
Να περιμενω
μηπως φυτρωσει ενας αλλος εσυ να τον κοψω να τον κρατησω στο βαζο για παντα.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

κυκλος

Εμεις θα επρεπε να ξερουμε καλυτερα.

Σε καμια αρχη δε βρισκεις το τελος που περιμενες.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

ντισνευλαντ

Κατι μαγικο συμβαινει οταν μοιραζεσαι μια βροχη. .
Oταν βρισκεσαι ξαφνικα αναμεσα σ αυτες τις ασημενιες κουρτινες
και δεν εχεις που να πας κ τρεχεις και σταματας να τρεχεις.
Για να γελασεις και να βραχεις και να ανοιξεις το στομα και να πιεις λιγο ουρανο.
Κατι μαγικο συμβαινει οταν μοιραζεσαι μια βροχη.
Σα να κανεις κατι που δεν πρεπει, σα να γινεσαι παλι παιδι,
σα να ξεδιψας απο τις σταγονες και να καταπινεις γελιο.
Οταν μοιραζεσαι μια ξαφνικη μπορα, ενωνεις τις δυναμεις σου,
κι ομως, δε θες να ξεφυγεις.

Εχει μια θλιψη και μια νοσταλγια η βροχη η ξαφνικη,
μια αιωνιοτητα λυτρωσης σε μια ζωη απο λιοπυρι.

Κι οταν βρεχεσαι, και τα μαλλια πεφτουν βαρια,
και τα ρουχα κολλανε,
και εχεις λαχανιασει,
μοιραζεστε το μυστικο μιας ανασας κομμενης.

(Μη μου δινεις αλλα αδιαβροχα, εγω τα ματια σου θελω να τα κοιτω βρεγμενα.)

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

ενηλικιωση

Βγηκαμε εξω να παιξουμε
ενω ειχε πια δυσει.
Μολις που προλαβαμε
να δεσουμε τις κορδελες στα ποδηλατα μας,
να χαραξουμε το δρομο με κιμωλια.
Και μας φωναξανε παλι μεσα.

Ο ηλιος μας ξεγελασε τη μερα εκεινη.

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

φαντασματα

Καθε μερα,
καθε πρωι,
και καθε βραδυ.

Καθε που πεφτει ο ηλιος,
και λιγο πριν πεσει,
και λιγο μετα.

Οταν βαριεστημενα σερνει τη ζωη της στο κρεβατι,
κι οταν εκρυγνειται κι αγγιζει τον ουρανο.

Οταν παει να φτασει εκεινο το κατι απο το ραφι,
κι οταν παει να πεταξει τα σκουπιδια.

Οταν ξεβαφεται για να τελειωσει την παρασταση,
κι οταν βαζει τα γυαλια της για να δει καλυτερα.

Οταν το βλεμμα της αφαιρειται,
κι οταν ανακατευει τον καφε.

Οταν μουτζουρωνει ενα χαρτι
οταν δαγκωνει ενα φρουτο
οταν πληκτρολογει
οταν κρυωνει κι οταν ζεσταινεται,
οταν γλυφει τα χειλη της ,
οταν κοιταζει τα δαχτυλα της,
οταν καθαριζει το σπιτι,
οταν παταει το γκαζι,
οταν ανοιγει ενα μπουκαλι,
οταν αναβει το φως κι οταν δε θελει να το σβησει.

Οταν παει να κλεισει τα ματια.

Απλωνει το χερι και πιανει την τελευταια της σκεψη,
τη σφιγγει στη χουφτα του
πριν κυλησει απο τον κροταφο της.
Να την κανει δικια του κι αυτη.

(Κι αυτη να τον παρακαλαει να τη ριξει, να κανει το πατωμα χιλια κομματια.)

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

νερομπογιες

Να χε κι αλλα χρωματα,
κι αλλα,
κι αλλα τοσα

Και λιγο ακομα νερο.

Να τα ανακατευει τα χρωματα με το πινελο και το νερο και το οινοπνευμα
και να ανακατευονται τα ύδατά της.

Και να σκουραινουν.
Και να φωτιζουν.

Και να σκιζει τις ακουαρελες και να τις χαριζει και να τις μουτζουρωνει.

Γιατι μονο ετσι εξηγειται η ζωη πια.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

πήδα

Στην ακρη του συμπαντος
αν τυχει και ερθεις,
εκει που το επομενο βημα δε θα χει βαρυτητα,
και οτι κι αν πουμε μετα θα χαθει
σε μια ηχω διαστημικη,
εκει αν τυχει και μ ακολουθησεις,
που οι χτυποι της καρδιας μου θα μιλανε για την πτωση πια
κ οχι για σενα,
εκει,
νομιζω,
δε θα με νοιαζει που σου κρατω το χερι.

Οχι μετα το χειλος του γκρεμου τουλαχιστον.

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

λευκα ειδη


Για φαντασου.
Να πεσει πανω μας αυτος ο μανδυας ο κεντημενος αστερια
(τον ουρανο ζωγραφιζω)

και να μας σκεπασει.

Και να μπλεχτουνε τα χερια μας μες στα φωτακια τα πυρινα.
Και να μπλεχτουνε τα ποδια μας στις πυγολαμπιδες του στερεωματος.
Και να μπλεχτουνε τα λογια μας σε μια νυχτα φλεγομενη
και σκοτεινη, βαθια,
και απαστραπτουσα.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

αυτοχειρ

Κι όπως ηταν ξαπλωμενη
σ εκεινο το κρεβατι πλαι στο παραθυρο,
σ εκεινο το σεντονι,
η ίδια μυρωδια εδω και χρονια,
ανοιξε τα ματια.

Εκανε να δει τις ακρες των μαλλιων τις,
ξανθυναν αραγε με τοσο ήλιο;
Γιατι,
τοσα χρονια σ αυτο το παραθυρο ξαπλωνει.

Εκλεισε τα ματια
και συρθηκε σαν ησυχη γατα εξω απο το περβαζι.
Ξαπλωσε στα πουσια,
και σταματησε τους χτυπους της καρδιας της,
μονο για να ακουσει τα τζιτζικια να μιλανε.

Τα τζιτζικια.

Και δεν θυμηθηκε να ξυπνησει πια.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

πυρ και υδωρ


O Κουμανταρέας τα ειπε καλα.
Ειμαστε τοσο κουρασμενοι ανθρωποι, πως να δεχτουμε το βαρος μιας αγκαλιας κουρασμενης και φορτωμενης θλιψη, πως να δεχτουμε το βαρος ενος μυαλου μπερδεμενου;

Ξυπναμε μονοι, περναμε λουρακι στα θελω μας, τα βγαζουμε βολτα να τα δουνε ολοι, μπορει να συγκινησουμε καποιον και να χαιδεψει το κατοικιδιο μας, αλλα μονοι θα γυρισουμε παλι σπιτι, εμεις και τα διψασμενα, λαχανιασμενα θελω μας.

Ειμαστε ανθρωποι μόνοι, που μετα απο πολλα τραγουδια και ταινιες και βιβλια γυρευουν την αγαπη.
Και περιμενουμε να αγαπηθουμε σαν σταρ του σινεμα, αχρωμοι ανθρωποι και άοσμοι.

Μα ποιος αγαπησε μια αφισα;
Ποιος ανθρωπος μυαλωμενος αφοσιωθηκε σε ενα Θεο χωρις να τον αμφισβητησει επειδη δεν τον αγγιζει;

Μονο μια στιγμη κανει την αγαπη να ερθει και να φωλιασει στα σωθικα σου.

Εκεινη η στιγμη που τα φωτα σβηνουν και η αυλαια πεφτει και τα δακρυα τρεχουν και δεχεσαι να χωθεις στην αγκαλια καποιου χωρις καμια πληροφορια και κανενα ανταλλαγμα.
Εκεινη η στιγμη που δε μιλας για να ντυσεις τη σιωπη, που δε χαμογελας για να καμουφλαρεις το κενο, που ξεβαφεσαι και λυνεσαι και μοιραζεσαι τη φωτια σου, το βαρος ολου σου του κοσμου του τοσο αβασταχτου.
Μονο εκεινη τη στιγμή τη γυμνη γινεσαι ανθρωπος με σαρκα και οστα, ετοιμος να αγαπησει και να αγαπηθει.

(Εκλαψα στα χερια σου και ενιωσα να σου δινω ολη μου την υδρογειο)

πρωτη φορα

αχ
αυτες οι μικρες λυτρωτικες στιγμες αποκαλυψης.

να σπαω το κεφαλι μου να καταλαβω
γιατι η Βαρκελωνη δε μου θυμισε τιποτα αυτη τη φορα
γιατι δεν ηθελα να κλαψω
γιατι δεν ηθελα να τους πω να παψουν.

απλα γιατι δεν ειχα αναμνησεις απο τη Βαρκελωνη.

γιαυτο.

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

γραμματικη

ψαχνω τα λογια.
δε βρισκω τα σημεια στιξης, βλεπεις.

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

παραναλωμα


Και μου ζητάς να σου πω
για τα απογευματα εκεινα
που μου μουδιαζουν τα δάκρυα
Για τις ώρες της φωτιας
Αφου όλα τοτε γινονται
τι να σου πω άλλο
Αφου είναι οι ώρες που
τα τζιτζίκια σιωπούν
και τα βλέφαρα βάφονται πορτοκαλί
και τα ρολόγια σταματάνε.
Και η ψυχη μου ενα απεραντο νεκροταφειο.
Οι ώρες που ενα φιλι γλυκαινει και εχει ηδη λιωσει
Οι ωρες που αλλοι φευγουν κι αλλοι μενουν πίσω
Οι ώρες που η θαλασσα σαν κατι να θελει να σου πει
πριν παρει μεσα της τον ηλιο για παντα
να τον τυλιξει για να καουνε σε μια πυρκαγια
με αντανακλασεις ενος μοναχικου φεγγαριου που θα κλαιει.
Οι ωρες που ολα χανονται ειναι αυτες.
Γιατι τα ομορφα δεν ξαναγενιουνται, καλε μου.

Και οι ήρωες στο ηλιοβασιλεμα μαχαιρωνονται.

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

νοστος

Μπηκα στο λεοφορειο κλαιγοντας. Θα με επαιρνε μακρια απο όλα. Εκλαιγα σε όλη τη διαδρομη. Τη μισησα με την πρωτη ματια.
Αθήνα.
18, με λιγο μυαλο, οχι πως τωρα αλλαξε κατι, με αλλα θελω, και αλλα ρουχα.
Την πρωτη φορα που πηγα να παρω ψωμι με μια παλια φορμα στη γειτονια χωρις να με νοιαζουν οι γυρω μου, θυμαμαι έλαμπε ο ήλιος και φοραγα τα γυαλιά μου, εκεινη ακριβως τη μερα ερωτευτηκα τα Εξαρχεια.

Aρχισε να μου αποκαλυπτεται σιγα σιγα.
Μαζι με μια σκια για φιλο ειδαμε τα βραδυα να ξημερωνουν, το ουζο να τελειωνει, οι δρομοι να μεγαλωνουν και να στενευουν.
Μαζι με ενα συννεφο για συντροφο ειδα τις μερες να μεγαλωνουν, τα τραπεζια να γεμιζουν, τα αμαξια να κορναρουν, ο θολος να επεκτεινεται.
Μαζι με τρια μικρα κοριτσακια μαθαμε τα σοκακια και τους αναστεναγμους.

Θελησα να παιξω κρυφτο μαζι της.
Εβγαινα μονη μου αργα το βραδυ και νωρις το πρωι, εγω κι αυτη να με ψαχνει και να τη χανω και να αναστεναζω και να κρυφογελαω.

Σιγα σιγα τα δακρυα ξεραθηκαν στο καθισμα του λεοφορειου.
Η ζωη μου εγινε ενα σπίτι. Εζησε μισο εδω μισο εκει, περασμενα μεγαλεια μιας μοιρασμενης ζωης.

Και μετα βγηκε απο τη χειμερια ναρκη. Η ζωή μου.

Σαν καποιος να της εβαλε φωτια. Αναψε ολα της τα φωτα, για μενα μονο.
Ξερασε μια λαβα καυτη απο ονοματα δρομων και ανθρωπων. Και αυτα με τη σειρα τους κρατησαν τη φωτια αναμενη.

Η σκια μου ειπε οτι την αγαπω την Αθήνα. Τον κοιταξα αγριεμενη. "Εγω κι αυτη δεν θα ειμαστε ποτε μαζι" του ειπα. Δε με ειρωνευτηκε. Δεν το συνηθιζε. Απλα με ρωτησε αν θα εφευγα.

Σαν τον εραστη που δεν πρεπει να εχεις, κι ομως πώς τον ποθεις...
Σαν το τελευταιο ποτηρι κρασι που δισταζεις να πιεις γιατι ξερεις οτι δε θα σου βγει σε καλο.

Μια μερα μαζι της. Να τη δω, να την αγγίξω, να τη μυρισω.
Να μπω στο σπιτι μου που τίποτα πια δε μου θυμιζει και ολα ειναι εκει, δικα μου, μου διηγουνται ιστοριες που πια νιωθω στα κοκαλα μου.
Να ετοιμαστω μπροστα απο τον καθρεφτη που καποτε μου εδειχνε εσενα.
Να χορεψω και να αργησω γιατι δεν ξερω τι να βαλω, δεν εχω ρουχα σου λεω.
Να χαιρετησω και να περπατησω, να αισθανθω.
Να νιωσω οτι ανηκω. Και παλι να την μισησω. Και να την αγαπησω ξανα απ την αρχη.

Μια μερα στην Αθήνα.
Μια ζωη στην Αθήνα.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

αναιτια


ειναι περιεργη η ζωη, σου λεω.
ειναι περιεργα ομορφη, καμια φορα και ασχημη, δεν πειραζει.
γινεται ασχημη επιτηδες, για να σε θαμπωνει με την ομορφια της που και που.

ετσι ειναι η ζωη.

γκριζα, βροχερη, λιγο θλιμμενη, λιγο αυτοκαταστροφικη.
παιρνει τη μορφη ενος ανεκπληρωτου έρωτα, μιας βαρετης δουλειάς, μιας κακης ταινιας ή ενος τρύπιου ρούχου.
συνηθως ειναι ενα μονιμο ντεζαβου η ζωη μας.
πραγματα που ειχαμε και δεν εχουμε, πραγματα που νομιζαμε οτι ειχαμε και ποτε δεν αποκτησαμε, πραγματα που παντα θα ξεχναμε.
ειναι η εικονα σου καμια φορα, που με γεμιζει θλίψη και δεν ξερω πως να τη διώξω και μόνο να τρώω και να ψωνίζω ξέρω.

μα η ζωή, ειναι φορες που ξεπερναει τον καλυτερο της εαυτο.

γινεται μια πραγματικη κυρια.

μιλαει γαλλικα και σε παιρνει απ το χερι να πατε βολτα.
γινεται ποταμος και γεφυρα, πουα βιτρινες και ακριβα κρασια.
γινεται ηλιος εκτυφλωτικος και εισιτηριο χωρις επιστροφη.
γινεται ενα πρωινο τεμπελικο.
γινεται αμυγδαλιες ανθισμενες και βιβλια κιτρινισμενα.
γινεται λογια και αγκαλιες, φωτογραφιες κρεμασμενες στο λαιμο σου.
γινεται θεατρα και καμπαρε και μουσικες και φωτα που σε ζαλιζουν και και βηματα που σε στροβιλιζουν και σε στροβιλιζουν και σε στροβιλιζουν και σε στροβιλιζουν...

γιατι ειμαι εδω. χωρις να ξερω το γιατι, κι ας εχω ξεχασει πια, κι ας εχω μπερδευτει. και ανακαλυπτω την ομορφια απ την αρχη.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

ζωές



Μπορεί να βρεθήκαμε σε μια άλλη ζωή, όλοι μαζί,
εμεις οι ποιητές, οι αυτοκαταστροφικοί και ζαλισμένοι.
Μπορεί να περπατήσαμε στα ίδια δάση και να είδαμε τους ίδιους ήλιους,
να γευτήκαμε τις ίδιες ηδονές και να μεθύσαμε με τους ίδιους καρπούς.
Μπορεί να ζήσαμε παρέα σε μια άλλη εποχή, μια πιο ποιητική και πιο θλιμμένη,
μια εποχή γεμάτη χρώματα και αντανακλάσεις.
Μπορεί τα δάκρυα μας να λέρωσαν το ίδιο πάτωμα,
και μπορεί το μυαλό μας να ξεχάστηκε στους ίδιους τοίχους και τα ίδια σύννεφα.

Θυμάσαι που χαθήκαμε στους ήρωες του Καραγάτση, τρέξαμε στο νησί της Γλαύκης,
περπατήσαμε στα σοκάκια τα μπλε και τα άσπρα;
Ή τοτε που χυθήκαμε σε γρασίδι σέπια, και ζωγραφίζαμε τις νότες των πουλιών;
Και τότε που διαβάζαμε με ένα τσιγάρο σε ενα τρεμάμενο χέρι;

Όταν τα τραγούδια είχαν φωνή,
και τα λόγια δύναμη,
και οι μπογιές χρώμα,
και το καθε βήμα έμπνευση.

Ίσως να ζήσαμε σε κάποια άλλη εποχή,
και πάντα θα θρηνούμε την απουσία της.

Εμεις οι ονειροπαρμένοι δεν ανήκουμε εδώ καμιά φορα, απλοι παρατηρητές γινόμαστε.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

σιδερα

κι ειναι τοσο βαριες οι λεξεις.
εχεις δει ποτε τα σκυμμενα σωματα που κουβαλανε μεσα τους;

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

επαναληψη

εχω ακουσει τοσα πολλα,
που πια δεν ξερω αν πρεπει να πιστεψω ή όχι τα λόγια σου.
τι καλο θα μου κανει άλλωστε, ενα ακομη ψεμα;
και πόσο κακο μπορει να είναι ενα ακομη ψεμα;
κι αν πιστεψω;
θα με αφησεις για παντα εκει, στη χωρα της ουτοπιας και των δακρυων;
ή θα με παρεις μαζι σου να δουμε τον κοσμο να ξημερωνει;

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

δεη

Ενας ήλιος χύθηκε στα ποδια μου με το που ανοιξα την πόρτα.
Νομιζα οτι είχα αφησει ανοιχτα τα φώτα.
Και έτσι απλά, είπα να αγκαλιάσω τη μερα.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

ακουαρελα

αλλη μια γραμμενη σελιδα δε θα σε αφησω να γινεις. θα εισαι η τελευταια μου,
η παντα λευκη.
θα ανοιξω τα χερια να σε χωρεσω σε καθε σου διασταση, κι οτι γινει.

θ αφησω τη μπορα να μας αγγιξει, τη λασπη να μας λερωσει, τον ηλιο να μας τυφλωσει και τα αστερια να μας ζαλισουν με το μαυρο τους πανοφορι.

κι οταν θα κουραστω ν αλλαζω εποχες, παρε με αγκαλια και κοιμησε με, να ξημερωσει
και να σ αγαπω και παλι όπως καθε πρωινο.

δωσε στη μερα μου ενα λογο να υπάρχει, μη με αφηνεις χωρις λογο.

καθρεφτακι

Καμια φορα
εισαι απλα μια κουκιδα
που κινειται
σα να εχει στοχο
καπου να φτασει.
Αλλα, λυπάμαι,
εισαι απλα μια κουκιδα
που κινειται
χωρις να εχει στοχο.

Το νοημα ειναι να μην ψαχνεις το νοημα.

Και να λες και ψεματα που και που.

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

κραση/κρασι


Πιστευετε στη μοιρα;

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

καμια φορα

On me dit que nos vies ne valent pas grand chose,
Elles passent en un instant comme fanent les roses.
On me dit que le temps qui glisse est un salaud que de nos chagrins il s'en fait des manteaux pourtant quelqu'un m'a dit...


Que tu m'aimais encore,
C'est quelqu'un qui m'a dit que tu m'aimais encore.
Serais ce possible alors ?

On me dit que le destin se moque bien de nous
Qu'il ne nous donne rien et qu'il nous promet tout
Parais qu'le bonheur est à portée de main,
Alors on tend la main et on se retrouve fou
Pourtant quelqu'un m'a dit ...


Mais qui est ce qui m'a dit que toujours tu m'aimais?
Je ne me souviens plus c'était tard dans la nuit,
J'entend encore la voix, mais je ne vois plus les traits
"Il vous aime, c'est secret, lui dites pas que j'vous l'ai dit"
Tu vois quelqu'un m'a dit...

Que tu m'aimais encore, me l'a t'on vraiment dit...
Que tu m'aimais encore, serais ce possible alors ?

On me dit que nos vies ne valent pas grand chose,
Elles passent en un instant comme fanent les roses
On me dit que le temps qui glisse est un salaud
Que de nos tristesses il s'en fait des manteaux,
Pourtant quelqu'un m'a dit que...

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

αλμανακ

επειδή ποτέ δεν, και επειδη ουτε θα.
επειδη έτσι κι αλλιως, και όχι απλα επειδη εγω.
επειδη ξερω οτι, και επειδη δε θελω να.
επειδη τωρα πια δεν, και επειδη μαλλον όχι ουτως ή άλλως.
για όλα αυτά, το εννοώ, ο χρόνος ειναι σοφία, γιατρικό, πείραμα με αποτελεσμα.

βασικά

Σημερα έκανα μια μεγάλη ανακαλυψη.
Κατάλαβα επιτέλους τι μας κάνει να αναπνέουμε και να έχουμε παλμό.
Οχι βέβαια, μη μου το παίζετε έξυπνοι. Δεν είναι το οξυγόνο και η καρδιά. Α πα πα, πράγματα πεζά κάτι τέτοια, μά το Θεο.

Σκεφτείτε λίγο.
Ζούμε για το παρόν; Σπανια.
Ζούμε για το παρελθόν; Ποτε. Ίσως απλα καμια φορα ζούμε μαζί του.
Ζουμε για το μελλον; Μα ναι!
Ζούμε για αυτό που περιμενουμε, για το ομορφο, το αναπαντεχο, το φανταστικο, το ονειρικο, μόνο για αυτο ζούμε.
Ζούμε με όνειρα δηλαδη.
Τα πλάθουμε, και τα προσφερουμε στους αλλους, περιμενουμε να τα κρατησουν στα χερια τους, να τα περιεργαστουν και να τα ζησουν μαζι μας.
Ζουμε επειδη ονειρευόμαστε, επειδη παντα κατι θα περιμενουμε, και παντα κατι παραπανω θα νομιζουμε οτι θα ομορφυνει τις γηινες στιγμες μας.
Πλασματα εγωιστικα και απεγνωσμενα, διψασμενα για επαφη, ζουμε για να μοιραζόμαστε τα ονειρα μας, ζουμε για να μας πει καποιος οτι αυτο το όνειρο θελουν να γίνει και δικο τους όνειρο, αν τους το επιτρεπουμε φυσικα...

Τα όνειρα ειναι σαν μικρά παιδια.
Παιζουν μόνα τους, ενα φανταστικό παιχνίδι που φοβουνται να αποκαλυψουν στους άλλους, μην τυχει και τους κοροιδεψουν.
Κλεισμένα στο δωματιο, παίζουν για ώρες, βρισκουν δικους τους κανόνες και δικα τους πιονια, στηνουν κοσμους που κινδυνευουν να μη χωρανε σε ενα υπνοδωματιο.

Μπορεί να είναι ένα παιχνίδι μοναδικό, αλλα αμα παίζεις συνέχεια μόνος σου, θα τα παρατήσεις, και ποτέ δε θα μάθεις αν θα κέρδιζες τελικά ή όχι.
Και καμια φορα, κοιτα να δεις πως τα φερνει η ζωη, δυο παιδακια γνωρίζονται και εμπιστευονται το ένα το αλλο.
Χωρίς καποια ιδιαιτερη αφορμη. Πες το εκτη αίσθηση.
Και γίνονται φίλοι.
Και μια μερα, αποφασίζουν να ξεδιπλωσουν τα παιχνίδια της φαντασίας τους το ένα στο άλλο.
Δεν ξερω αν μπορείτε να θυμηθείτε, ή έστω να φανταστείτε τη μαγεία μιας τέτοιας στιγμης.
Ξαφνικά όλα αποκτουν νόημα, δεν είστε μονοι πια.
Θα παίζετε παρεά.
Ότι παιχνίδι κι αν είναι αυτο.
Όσο ανόητο κι αν είναι.

Στο προαυλιο θα σας δειχνουνε και θα γελανε, θα ψιθυρίζουν πραγματα χαζα, αυτοι δεν ξερουν.

Καποιος δέχθηκε τους κανόνες σας, τον κόσμο σας, κι ακομα κι αν τελικά καταλαβετε οτι το παιχνίδι σας δεν εχει ενδιαφερον, ή του λειπουν τα ζάρια, οι κανόνες, τα πιόνια, δεν έχει σημασία.
Το μαγαζί δεν κλείνει, παιχνίδια θα βρείτε.
Σημασία έχει οτι τωρα πια έχετε τους παίκτες.

Αλλα μαλλον μιλαω πολυ και ακομα δεν εχω φτασει στο ζουμι.
Απλα, να, είναι που σημερα καταλαβα οτι για να σε κερδισει καποιος, φτανει να σε κανει να ονειρευεσαι.

Να σε αφηνει να ονειρευεσαι.

Να δινει τροφή στα όνειρα σου.

Να του λες "εχω μια φοβερη ιδεα, ας κοιταξουμε το ταβανι σημερα." Και να εχει ηδη παρει θεση δίπλα σου. Αυτό φτάνει.

Οχι, όχι και παλι δεν ειπα αυτο που ηθελα.

Σημερα οι σκεψεις τρεχουν τόσο, δε θα με καταλαβετε.
Απλα ευχομαι να με νιωσετε.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

τα λίγα



Θα πάρει μια βαρκούλα, μου είπε.
Θα βγούμε στ'ανοιχτά, μου είπε.
Μου το υποσχέθηκε, μια βολτα μεσα σε θάλασσες και δέντρα που κρύβουν τον ήλιο και ο ήλιος φωτίζει το πρόσωπο απο τις χαραμάδες.
Θα φάμε φρούτα μου είπε.
Θα κανουμε έρωτα πάνω σ ενα πάπλωμα απο πολυχρωμα εξωτικά φτερά.
Και θα με πάει βόλτα με ποταμόπλοιο στο Μισσισιπή, μου το υποσχέθηκε.
Ορκίστηκε να ακούει τις μουσικές μου, να βλέπει τις εικόνες μου, να διαβάζει τις γραμμές μου, και τα κενά μου καμια φορά, ναι, ναι.
Κι εγώ χαμογέλασα. Δεν τον πίστεψα, όχι πολύ.
Γιατί εγώ, θέλω απλά να είναι δίπλα μου.