Κατι μαγικο συμβαινει οταν μοιραζεσαι μια βροχη. .
Oταν βρισκεσαι ξαφνικα αναμεσα σ αυτες τις ασημενιες κουρτινες
και δεν εχεις που να πας κ τρεχεις και σταματας να τρεχεις.
Για να γελασεις και να βραχεις και να ανοιξεις το στομα και να πιεις λιγο ουρανο.
Κατι μαγικο συμβαινει οταν μοιραζεσαι μια βροχη.
Σα να κανεις κατι που δεν πρεπει, σα να γινεσαι παλι παιδι,
σα να ξεδιψας απο τις σταγονες και να καταπινεις γελιο.
Οταν μοιραζεσαι μια ξαφνικη μπορα, ενωνεις τις δυναμεις σου,
κι ομως, δε θες να ξεφυγεις.
Εχει μια θλιψη και μια νοσταλγια η βροχη η ξαφνικη,
μια αιωνιοτητα λυτρωσης σε μια ζωη απο λιοπυρι.
Κι οταν βρεχεσαι, και τα μαλλια πεφτουν βαρια,
και τα ρουχα κολλανε,
και εχεις λαχανιασει,
μοιραζεστε το μυστικο μιας ανασας κομμενης.
(Μη μου δινεις αλλα αδιαβροχα, εγω τα ματια σου θελω να τα κοιτω βρεγμενα.)
Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011
Σάββατο 4 Ιουνίου 2011
ενηλικιωση
Βγηκαμε εξω να παιξουμε
ενω ειχε πια δυσει.
Μολις που προλαβαμε
να δεσουμε τις κορδελες στα ποδηλατα μας,
να χαραξουμε το δρομο με κιμωλια.
Και μας φωναξανε παλι μεσα.
Ο ηλιος μας ξεγελασε τη μερα εκεινη.
ενω ειχε πια δυσει.
Μολις που προλαβαμε
να δεσουμε τις κορδελες στα ποδηλατα μας,
να χαραξουμε το δρομο με κιμωλια.
Και μας φωναξανε παλι μεσα.
Ο ηλιος μας ξεγελασε τη μερα εκεινη.
Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011
φαντασματα
Καθε μερα,
καθε πρωι,
και καθε βραδυ.
Καθε που πεφτει ο ηλιος,
και λιγο πριν πεσει,
και λιγο μετα.
Οταν βαριεστημενα σερνει τη ζωη της στο κρεβατι,
κι οταν εκρυγνειται κι αγγιζει τον ουρανο.
Οταν παει να φτασει εκεινο το κατι απο το ραφι,
κι οταν παει να πεταξει τα σκουπιδια.
Οταν ξεβαφεται για να τελειωσει την παρασταση,
κι οταν βαζει τα γυαλια της για να δει καλυτερα.
Οταν το βλεμμα της αφαιρειται,
κι οταν ανακατευει τον καφε.
Οταν μουτζουρωνει ενα χαρτι
οταν δαγκωνει ενα φρουτο
οταν πληκτρολογει
οταν κρυωνει κι οταν ζεσταινεται,
οταν γλυφει τα χειλη της ,
οταν κοιταζει τα δαχτυλα της,
οταν καθαριζει το σπιτι,
οταν παταει το γκαζι,
οταν ανοιγει ενα μπουκαλι,
οταν αναβει το φως κι οταν δε θελει να το σβησει.
Οταν παει να κλεισει τα ματια.
Απλωνει το χερι και πιανει την τελευταια της σκεψη,
τη σφιγγει στη χουφτα του
πριν κυλησει απο τον κροταφο της.
Να την κανει δικια του κι αυτη.
(Κι αυτη να τον παρακαλαει να τη ριξει, να κανει το πατωμα χιλια κομματια.)
καθε πρωι,
και καθε βραδυ.
Καθε που πεφτει ο ηλιος,
και λιγο πριν πεσει,
και λιγο μετα.
Οταν βαριεστημενα σερνει τη ζωη της στο κρεβατι,
κι οταν εκρυγνειται κι αγγιζει τον ουρανο.
Οταν παει να φτασει εκεινο το κατι απο το ραφι,
κι οταν παει να πεταξει τα σκουπιδια.
Οταν ξεβαφεται για να τελειωσει την παρασταση,
κι οταν βαζει τα γυαλια της για να δει καλυτερα.
Οταν το βλεμμα της αφαιρειται,
κι οταν ανακατευει τον καφε.
Οταν μουτζουρωνει ενα χαρτι
οταν δαγκωνει ενα φρουτο
οταν πληκτρολογει
οταν κρυωνει κι οταν ζεσταινεται,
οταν γλυφει τα χειλη της ,
οταν κοιταζει τα δαχτυλα της,
οταν καθαριζει το σπιτι,
οταν παταει το γκαζι,
οταν ανοιγει ενα μπουκαλι,
οταν αναβει το φως κι οταν δε θελει να το σβησει.
Οταν παει να κλεισει τα ματια.
Απλωνει το χερι και πιανει την τελευταια της σκεψη,
τη σφιγγει στη χουφτα του
πριν κυλησει απο τον κροταφο της.
Να την κανει δικια του κι αυτη.
(Κι αυτη να τον παρακαλαει να τη ριξει, να κανει το πατωμα χιλια κομματια.)
Τρίτη 31 Μαΐου 2011
νερομπογιες
Να χε κι αλλα χρωματα,
κι αλλα,
κι αλλα τοσα
Και λιγο ακομα νερο.
Να τα ανακατευει τα χρωματα με το πινελο και το νερο και το οινοπνευμα
και να ανακατευονται τα ύδατά της.
Και να σκουραινουν.
Και να φωτιζουν.
Και να σκιζει τις ακουαρελες και να τις χαριζει και να τις μουτζουρωνει.
Γιατι μονο ετσι εξηγειται η ζωη πια.
κι αλλα,
κι αλλα τοσα
Και λιγο ακομα νερο.
Να τα ανακατευει τα χρωματα με το πινελο και το νερο και το οινοπνευμα
και να ανακατευονται τα ύδατά της.
Και να σκουραινουν.
Και να φωτιζουν.
Και να σκιζει τις ακουαρελες και να τις χαριζει και να τις μουτζουρωνει.
Γιατι μονο ετσι εξηγειται η ζωη πια.
Τετάρτη 25 Μαΐου 2011
πήδα
Στην ακρη του συμπαντος
αν τυχει και ερθεις,
εκει που το επομενο βημα δε θα χει βαρυτητα,
και οτι κι αν πουμε μετα θα χαθει
σε μια ηχω διαστημικη,
εκει αν τυχει και μ ακολουθησεις,
που οι χτυποι της καρδιας μου θα μιλανε για την πτωση πια
κ οχι για σενα,
εκει,
νομιζω,
δε θα με νοιαζει που σου κρατω το χερι.
Οχι μετα το χειλος του γκρεμου τουλαχιστον.
αν τυχει και ερθεις,
εκει που το επομενο βημα δε θα χει βαρυτητα,
και οτι κι αν πουμε μετα θα χαθει
σε μια ηχω διαστημικη,
εκει αν τυχει και μ ακολουθησεις,
που οι χτυποι της καρδιας μου θα μιλανε για την πτωση πια
κ οχι για σενα,
εκει,
νομιζω,
δε θα με νοιαζει που σου κρατω το χερι.
Οχι μετα το χειλος του γκρεμου τουλαχιστον.
Δευτέρα 23 Μαΐου 2011
λευκα ειδη

Για φαντασου.
Να πεσει πανω μας αυτος ο μανδυας ο κεντημενος αστερια
(τον ουρανο ζωγραφιζω)
και να μας σκεπασει.
Και να μπλεχτουνε τα χερια μας μες στα φωτακια τα πυρινα.
Και να μπλεχτουνε τα ποδια μας στις πυγολαμπιδες του στερεωματος.
Και να μπλεχτουνε τα λογια μας σε μια νυχτα φλεγομενη
και σκοτεινη, βαθια,
και απαστραπτουσα.
Κυριακή 15 Μαΐου 2011
αυτοχειρ
Κι όπως ηταν ξαπλωμενη
σ εκεινο το κρεβατι πλαι στο παραθυρο,
σ εκεινο το σεντονι,
η ίδια μυρωδια εδω και χρονια,
ανοιξε τα ματια.
Εκανε να δει τις ακρες των μαλλιων τις,
ξανθυναν αραγε με τοσο ήλιο;
Γιατι,
τοσα χρονια σ αυτο το παραθυρο ξαπλωνει.
Εκλεισε τα ματια
και συρθηκε σαν ησυχη γατα εξω απο το περβαζι.
Ξαπλωσε στα πουσια,
και σταματησε τους χτυπους της καρδιας της,
μονο για να ακουσει τα τζιτζικια να μιλανε.
Τα τζιτζικια.
Και δεν θυμηθηκε να ξυπνησει πια.
σ εκεινο το κρεβατι πλαι στο παραθυρο,
σ εκεινο το σεντονι,
η ίδια μυρωδια εδω και χρονια,
ανοιξε τα ματια.
Εκανε να δει τις ακρες των μαλλιων τις,
ξανθυναν αραγε με τοσο ήλιο;
Γιατι,
τοσα χρονια σ αυτο το παραθυρο ξαπλωνει.
Εκλεισε τα ματια
και συρθηκε σαν ησυχη γατα εξω απο το περβαζι.
Ξαπλωσε στα πουσια,
και σταματησε τους χτυπους της καρδιας της,
μονο για να ακουσει τα τζιτζικια να μιλανε.
Τα τζιτζικια.
Και δεν θυμηθηκε να ξυπνησει πια.
Πέμπτη 12 Μαΐου 2011
πυρ και υδωρ

O Κουμανταρέας τα ειπε καλα.
Ειμαστε τοσο κουρασμενοι ανθρωποι, πως να δεχτουμε το βαρος μιας αγκαλιας κουρασμενης και φορτωμενης θλιψη, πως να δεχτουμε το βαρος ενος μυαλου μπερδεμενου;
Ξυπναμε μονοι, περναμε λουρακι στα θελω μας, τα βγαζουμε βολτα να τα δουνε ολοι, μπορει να συγκινησουμε καποιον και να χαιδεψει το κατοικιδιο μας, αλλα μονοι θα γυρισουμε παλι σπιτι, εμεις και τα διψασμενα, λαχανιασμενα θελω μας.
Ειμαστε ανθρωποι μόνοι, που μετα απο πολλα τραγουδια και ταινιες και βιβλια γυρευουν την αγαπη.
Και περιμενουμε να αγαπηθουμε σαν σταρ του σινεμα, αχρωμοι ανθρωποι και άοσμοι.
Μα ποιος αγαπησε μια αφισα;
Ποιος ανθρωπος μυαλωμενος αφοσιωθηκε σε ενα Θεο χωρις να τον αμφισβητησει επειδη δεν τον αγγιζει;
Μονο μια στιγμη κανει την αγαπη να ερθει και να φωλιασει στα σωθικα σου.
Εκεινη η στιγμη που τα φωτα σβηνουν και η αυλαια πεφτει και τα δακρυα τρεχουν και δεχεσαι να χωθεις στην αγκαλια καποιου χωρις καμια πληροφορια και κανενα ανταλλαγμα.
Εκεινη η στιγμη που δε μιλας για να ντυσεις τη σιωπη, που δε χαμογελας για να καμουφλαρεις το κενο, που ξεβαφεσαι και λυνεσαι και μοιραζεσαι τη φωτια σου, το βαρος ολου σου του κοσμου του τοσο αβασταχτου.
Μονο εκεινη τη στιγμή τη γυμνη γινεσαι ανθρωπος με σαρκα και οστα, ετοιμος να αγαπησει και να αγαπηθει.
(Εκλαψα στα χερια σου και ενιωσα να σου δινω ολη μου την υδρογειο)
πρωτη φορα
αχ
αυτες οι μικρες λυτρωτικες στιγμες αποκαλυψης.
να σπαω το κεφαλι μου να καταλαβω
γιατι η Βαρκελωνη δε μου θυμισε τιποτα αυτη τη φορα
γιατι δεν ηθελα να κλαψω
γιατι δεν ηθελα να τους πω να παψουν.
απλα γιατι δεν ειχα αναμνησεις απο τη Βαρκελωνη.
γιαυτο.
αυτες οι μικρες λυτρωτικες στιγμες αποκαλυψης.
να σπαω το κεφαλι μου να καταλαβω
γιατι η Βαρκελωνη δε μου θυμισε τιποτα αυτη τη φορα
γιατι δεν ηθελα να κλαψω
γιατι δεν ηθελα να τους πω να παψουν.
απλα γιατι δεν ειχα αναμνησεις απο τη Βαρκελωνη.
γιαυτο.
Σάββατο 7 Μαΐου 2011
Τρίτη 26 Απριλίου 2011
παραναλωμα

Και μου ζητάς να σου πω
για τα απογευματα εκεινα
που μου μουδιαζουν τα δάκρυα
Για τις ώρες της φωτιας
Αφου όλα τοτε γινονται
τι να σου πω άλλο
Αφου είναι οι ώρες που
τα τζιτζίκια σιωπούν
και τα βλέφαρα βάφονται πορτοκαλί
και τα ρολόγια σταματάνε.
Και η ψυχη μου ενα απεραντο νεκροταφειο.
Οι ώρες που ενα φιλι γλυκαινει και εχει ηδη λιωσει
Οι ωρες που αλλοι φευγουν κι αλλοι μενουν πίσω
Οι ώρες που η θαλασσα σαν κατι να θελει να σου πει
πριν παρει μεσα της τον ηλιο για παντα
να τον τυλιξει για να καουνε σε μια πυρκαγια
με αντανακλασεις ενος μοναχικου φεγγαριου που θα κλαιει.
Οι ωρες που ολα χανονται ειναι αυτες.
Γιατι τα ομορφα δεν ξαναγενιουνται, καλε μου.
Και οι ήρωες στο ηλιοβασιλεμα μαχαιρωνονται.
Σάββατο 16 Απριλίου 2011
νοστος
Μπηκα στο λεοφορειο κλαιγοντας. Θα με επαιρνε μακρια απο όλα. Εκλαιγα σε όλη τη διαδρομη. Τη μισησα με την πρωτη ματια.
Αθήνα.
18, με λιγο μυαλο, οχι πως τωρα αλλαξε κατι, με αλλα θελω, και αλλα ρουχα.
Την πρωτη φορα που πηγα να παρω ψωμι με μια παλια φορμα στη γειτονια χωρις να με νοιαζουν οι γυρω μου, θυμαμαι έλαμπε ο ήλιος και φοραγα τα γυαλιά μου, εκεινη ακριβως τη μερα ερωτευτηκα τα Εξαρχεια.
Aρχισε να μου αποκαλυπτεται σιγα σιγα.
Μαζι με μια σκια για φιλο ειδαμε τα βραδυα να ξημερωνουν, το ουζο να τελειωνει, οι δρομοι να μεγαλωνουν και να στενευουν.
Μαζι με ενα συννεφο για συντροφο ειδα τις μερες να μεγαλωνουν, τα τραπεζια να γεμιζουν, τα αμαξια να κορναρουν, ο θολος να επεκτεινεται.
Μαζι με τρια μικρα κοριτσακια μαθαμε τα σοκακια και τους αναστεναγμους.
Θελησα να παιξω κρυφτο μαζι της.
Εβγαινα μονη μου αργα το βραδυ και νωρις το πρωι, εγω κι αυτη να με ψαχνει και να τη χανω και να αναστεναζω και να κρυφογελαω.
Σιγα σιγα τα δακρυα ξεραθηκαν στο καθισμα του λεοφορειου.
Η ζωη μου εγινε ενα σπίτι. Εζησε μισο εδω μισο εκει, περασμενα μεγαλεια μιας μοιρασμενης ζωης.
Και μετα βγηκε απο τη χειμερια ναρκη. Η ζωή μου.
Σαν καποιος να της εβαλε φωτια. Αναψε ολα της τα φωτα, για μενα μονο.
Ξερασε μια λαβα καυτη απο ονοματα δρομων και ανθρωπων. Και αυτα με τη σειρα τους κρατησαν τη φωτια αναμενη.
Η σκια μου ειπε οτι την αγαπω την Αθήνα. Τον κοιταξα αγριεμενη. "Εγω κι αυτη δεν θα ειμαστε ποτε μαζι" του ειπα. Δε με ειρωνευτηκε. Δεν το συνηθιζε. Απλα με ρωτησε αν θα εφευγα.
Σαν τον εραστη που δεν πρεπει να εχεις, κι ομως πώς τον ποθεις...
Σαν το τελευταιο ποτηρι κρασι που δισταζεις να πιεις γιατι ξερεις οτι δε θα σου βγει σε καλο.
Μια μερα μαζι της. Να τη δω, να την αγγίξω, να τη μυρισω.
Να μπω στο σπιτι μου που τίποτα πια δε μου θυμιζει και ολα ειναι εκει, δικα μου, μου διηγουνται ιστοριες που πια νιωθω στα κοκαλα μου.
Να ετοιμαστω μπροστα απο τον καθρεφτη που καποτε μου εδειχνε εσενα.
Να χορεψω και να αργησω γιατι δεν ξερω τι να βαλω, δεν εχω ρουχα σου λεω.
Να χαιρετησω και να περπατησω, να αισθανθω.
Να νιωσω οτι ανηκω. Και παλι να την μισησω. Και να την αγαπησω ξανα απ την αρχη.
Μια μερα στην Αθήνα.
Μια ζωη στην Αθήνα.
Αθήνα.
18, με λιγο μυαλο, οχι πως τωρα αλλαξε κατι, με αλλα θελω, και αλλα ρουχα.
Την πρωτη φορα που πηγα να παρω ψωμι με μια παλια φορμα στη γειτονια χωρις να με νοιαζουν οι γυρω μου, θυμαμαι έλαμπε ο ήλιος και φοραγα τα γυαλιά μου, εκεινη ακριβως τη μερα ερωτευτηκα τα Εξαρχεια.
Aρχισε να μου αποκαλυπτεται σιγα σιγα.
Μαζι με μια σκια για φιλο ειδαμε τα βραδυα να ξημερωνουν, το ουζο να τελειωνει, οι δρομοι να μεγαλωνουν και να στενευουν.
Μαζι με ενα συννεφο για συντροφο ειδα τις μερες να μεγαλωνουν, τα τραπεζια να γεμιζουν, τα αμαξια να κορναρουν, ο θολος να επεκτεινεται.
Μαζι με τρια μικρα κοριτσακια μαθαμε τα σοκακια και τους αναστεναγμους.
Θελησα να παιξω κρυφτο μαζι της.
Εβγαινα μονη μου αργα το βραδυ και νωρις το πρωι, εγω κι αυτη να με ψαχνει και να τη χανω και να αναστεναζω και να κρυφογελαω.
Σιγα σιγα τα δακρυα ξεραθηκαν στο καθισμα του λεοφορειου.
Η ζωη μου εγινε ενα σπίτι. Εζησε μισο εδω μισο εκει, περασμενα μεγαλεια μιας μοιρασμενης ζωης.
Και μετα βγηκε απο τη χειμερια ναρκη. Η ζωή μου.
Σαν καποιος να της εβαλε φωτια. Αναψε ολα της τα φωτα, για μενα μονο.
Ξερασε μια λαβα καυτη απο ονοματα δρομων και ανθρωπων. Και αυτα με τη σειρα τους κρατησαν τη φωτια αναμενη.
Η σκια μου ειπε οτι την αγαπω την Αθήνα. Τον κοιταξα αγριεμενη. "Εγω κι αυτη δεν θα ειμαστε ποτε μαζι" του ειπα. Δε με ειρωνευτηκε. Δεν το συνηθιζε. Απλα με ρωτησε αν θα εφευγα.
Σαν τον εραστη που δεν πρεπει να εχεις, κι ομως πώς τον ποθεις...
Σαν το τελευταιο ποτηρι κρασι που δισταζεις να πιεις γιατι ξερεις οτι δε θα σου βγει σε καλο.
Μια μερα μαζι της. Να τη δω, να την αγγίξω, να τη μυρισω.
Να μπω στο σπιτι μου που τίποτα πια δε μου θυμιζει και ολα ειναι εκει, δικα μου, μου διηγουνται ιστοριες που πια νιωθω στα κοκαλα μου.
Να ετοιμαστω μπροστα απο τον καθρεφτη που καποτε μου εδειχνε εσενα.
Να χορεψω και να αργησω γιατι δεν ξερω τι να βαλω, δεν εχω ρουχα σου λεω.
Να χαιρετησω και να περπατησω, να αισθανθω.
Να νιωσω οτι ανηκω. Και παλι να την μισησω. Και να την αγαπησω ξανα απ την αρχη.
Μια μερα στην Αθήνα.
Μια ζωη στην Αθήνα.
Δευτέρα 11 Απριλίου 2011
αναιτια

ειναι περιεργη η ζωη, σου λεω.
ειναι περιεργα ομορφη, καμια φορα και ασχημη, δεν πειραζει.
γινεται ασχημη επιτηδες, για να σε θαμπωνει με την ομορφια της που και που.
ετσι ειναι η ζωη.
γκριζα, βροχερη, λιγο θλιμμενη, λιγο αυτοκαταστροφικη.
παιρνει τη μορφη ενος ανεκπληρωτου έρωτα, μιας βαρετης δουλειάς, μιας κακης ταινιας ή ενος τρύπιου ρούχου.
συνηθως ειναι ενα μονιμο ντεζαβου η ζωη μας.
πραγματα που ειχαμε και δεν εχουμε, πραγματα που νομιζαμε οτι ειχαμε και ποτε δεν αποκτησαμε, πραγματα που παντα θα ξεχναμε.
ειναι η εικονα σου καμια φορα, που με γεμιζει θλίψη και δεν ξερω πως να τη διώξω και μόνο να τρώω και να ψωνίζω ξέρω.
μα η ζωή, ειναι φορες που ξεπερναει τον καλυτερο της εαυτο.
γινεται μια πραγματικη κυρια.
μιλαει γαλλικα και σε παιρνει απ το χερι να πατε βολτα.
γινεται ποταμος και γεφυρα, πουα βιτρινες και ακριβα κρασια.
γινεται ηλιος εκτυφλωτικος και εισιτηριο χωρις επιστροφη.
γινεται ενα πρωινο τεμπελικο.
γινεται αμυγδαλιες ανθισμενες και βιβλια κιτρινισμενα.
γινεται λογια και αγκαλιες, φωτογραφιες κρεμασμενες στο λαιμο σου.
γινεται θεατρα και καμπαρε και μουσικες και φωτα που σε ζαλιζουν και και βηματα που σε στροβιλιζουν και σε στροβιλιζουν και σε στροβιλιζουν και σε στροβιλιζουν...
γιατι ειμαι εδω. χωρις να ξερω το γιατι, κι ας εχω ξεχασει πια, κι ας εχω μπερδευτει. και ανακαλυπτω την ομορφια απ την αρχη.
Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011
ζωές

Μπορεί να βρεθήκαμε σε μια άλλη ζωή, όλοι μαζί,
εμεις οι ποιητές, οι αυτοκαταστροφικοί και ζαλισμένοι.
Μπορεί να περπατήσαμε στα ίδια δάση και να είδαμε τους ίδιους ήλιους,
να γευτήκαμε τις ίδιες ηδονές και να μεθύσαμε με τους ίδιους καρπούς.
Μπορεί να ζήσαμε παρέα σε μια άλλη εποχή, μια πιο ποιητική και πιο θλιμμένη,
μια εποχή γεμάτη χρώματα και αντανακλάσεις.
Μπορεί τα δάκρυα μας να λέρωσαν το ίδιο πάτωμα,
και μπορεί το μυαλό μας να ξεχάστηκε στους ίδιους τοίχους και τα ίδια σύννεφα.
Θυμάσαι που χαθήκαμε στους ήρωες του Καραγάτση, τρέξαμε στο νησί της Γλαύκης,
περπατήσαμε στα σοκάκια τα μπλε και τα άσπρα;
Ή τοτε που χυθήκαμε σε γρασίδι σέπια, και ζωγραφίζαμε τις νότες των πουλιών;
Και τότε που διαβάζαμε με ένα τσιγάρο σε ενα τρεμάμενο χέρι;
Όταν τα τραγούδια είχαν φωνή,
και τα λόγια δύναμη,
και οι μπογιές χρώμα,
και το καθε βήμα έμπνευση.
Ίσως να ζήσαμε σε κάποια άλλη εποχή,
και πάντα θα θρηνούμε την απουσία της.
Εμεις οι ονειροπαρμένοι δεν ανήκουμε εδώ καμιά φορα, απλοι παρατηρητές γινόμαστε.
Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011
Σάββατο 19 Μαρτίου 2011
επαναληψη
εχω ακουσει τοσα πολλα,
που πια δεν ξερω αν πρεπει να πιστεψω ή όχι τα λόγια σου.
τι καλο θα μου κανει άλλωστε, ενα ακομη ψεμα;
και πόσο κακο μπορει να είναι ενα ακομη ψεμα;
κι αν πιστεψω;
θα με αφησεις για παντα εκει, στη χωρα της ουτοπιας και των δακρυων;
ή θα με παρεις μαζι σου να δουμε τον κοσμο να ξημερωνει;
που πια δεν ξερω αν πρεπει να πιστεψω ή όχι τα λόγια σου.
τι καλο θα μου κανει άλλωστε, ενα ακομη ψεμα;
και πόσο κακο μπορει να είναι ενα ακομη ψεμα;
κι αν πιστεψω;
θα με αφησεις για παντα εκει, στη χωρα της ουτοπιας και των δακρυων;
ή θα με παρεις μαζι σου να δουμε τον κοσμο να ξημερωνει;
Τρίτη 15 Μαρτίου 2011
δεη
Ενας ήλιος χύθηκε στα ποδια μου με το που ανοιξα την πόρτα.
Νομιζα οτι είχα αφησει ανοιχτα τα φώτα.
Και έτσι απλά, είπα να αγκαλιάσω τη μερα.
Νομιζα οτι είχα αφησει ανοιχτα τα φώτα.
Και έτσι απλά, είπα να αγκαλιάσω τη μερα.
Κυριακή 13 Μαρτίου 2011
ακουαρελα
αλλη μια γραμμενη σελιδα δε θα σε αφησω να γινεις. θα εισαι η τελευταια μου,
η παντα λευκη.
θα ανοιξω τα χερια να σε χωρεσω σε καθε σου διασταση, κι οτι γινει.
θ αφησω τη μπορα να μας αγγιξει, τη λασπη να μας λερωσει, τον ηλιο να μας τυφλωσει και τα αστερια να μας ζαλισουν με το μαυρο τους πανοφορι.
κι οταν θα κουραστω ν αλλαζω εποχες, παρε με αγκαλια και κοιμησε με, να ξημερωσει
και να σ αγαπω και παλι όπως καθε πρωινο.
δωσε στη μερα μου ενα λογο να υπάρχει, μη με αφηνεις χωρις λογο.
η παντα λευκη.
θα ανοιξω τα χερια να σε χωρεσω σε καθε σου διασταση, κι οτι γινει.
θ αφησω τη μπορα να μας αγγιξει, τη λασπη να μας λερωσει, τον ηλιο να μας τυφλωσει και τα αστερια να μας ζαλισουν με το μαυρο τους πανοφορι.
κι οταν θα κουραστω ν αλλαζω εποχες, παρε με αγκαλια και κοιμησε με, να ξημερωσει
και να σ αγαπω και παλι όπως καθε πρωινο.
δωσε στη μερα μου ενα λογο να υπάρχει, μη με αφηνεις χωρις λογο.
καθρεφτακι
Καμια φορα
εισαι απλα μια κουκιδα
που κινειται
σα να εχει στοχο
καπου να φτασει.
Αλλα, λυπάμαι,
εισαι απλα μια κουκιδα
που κινειται
χωρις να εχει στοχο.
Το νοημα ειναι να μην ψαχνεις το νοημα.
Και να λες και ψεματα που και που.
εισαι απλα μια κουκιδα
που κινειται
σα να εχει στοχο
καπου να φτασει.
Αλλα, λυπάμαι,
εισαι απλα μια κουκιδα
που κινειται
χωρις να εχει στοχο.
Το νοημα ειναι να μην ψαχνεις το νοημα.
Και να λες και ψεματα που και που.
Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011
Τρίτη 8 Μαρτίου 2011
καμια φορα
On me dit que nos vies ne valent pas grand chose,
Elles passent en un instant comme fanent les roses.
On me dit que le temps qui glisse est un salaud que de nos chagrins il s'en fait des manteaux pourtant quelqu'un m'a dit...
Que tu m'aimais encore,
C'est quelqu'un qui m'a dit que tu m'aimais encore.
Serais ce possible alors ?
On me dit que le destin se moque bien de nous
Qu'il ne nous donne rien et qu'il nous promet tout
Parais qu'le bonheur est à portée de main,
Alors on tend la main et on se retrouve fou
Pourtant quelqu'un m'a dit ...
Mais qui est ce qui m'a dit que toujours tu m'aimais?
Je ne me souviens plus c'était tard dans la nuit,
J'entend encore la voix, mais je ne vois plus les traits
"Il vous aime, c'est secret, lui dites pas que j'vous l'ai dit"
Tu vois quelqu'un m'a dit...
Que tu m'aimais encore, me l'a t'on vraiment dit...
Que tu m'aimais encore, serais ce possible alors ?
On me dit que nos vies ne valent pas grand chose,
Elles passent en un instant comme fanent les roses
On me dit que le temps qui glisse est un salaud
Que de nos tristesses il s'en fait des manteaux,
Pourtant quelqu'un m'a dit que...
Elles passent en un instant comme fanent les roses.
On me dit que le temps qui glisse est un salaud que de nos chagrins il s'en fait des manteaux pourtant quelqu'un m'a dit...
Que tu m'aimais encore,
C'est quelqu'un qui m'a dit que tu m'aimais encore.
Serais ce possible alors ?
On me dit que le destin se moque bien de nous
Qu'il ne nous donne rien et qu'il nous promet tout
Parais qu'le bonheur est à portée de main,
Alors on tend la main et on se retrouve fou
Pourtant quelqu'un m'a dit ...
Mais qui est ce qui m'a dit que toujours tu m'aimais?
Je ne me souviens plus c'était tard dans la nuit,
J'entend encore la voix, mais je ne vois plus les traits
"Il vous aime, c'est secret, lui dites pas que j'vous l'ai dit"
Tu vois quelqu'un m'a dit...
Que tu m'aimais encore, me l'a t'on vraiment dit...
Que tu m'aimais encore, serais ce possible alors ?
On me dit que nos vies ne valent pas grand chose,
Elles passent en un instant comme fanent les roses
On me dit que le temps qui glisse est un salaud
Que de nos tristesses il s'en fait des manteaux,
Pourtant quelqu'un m'a dit que...
Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011
αλμανακ
επειδή ποτέ δεν, και επειδη ουτε θα.
επειδη έτσι κι αλλιως, και όχι απλα επειδη εγω.
επειδη ξερω οτι, και επειδη δε θελω να.
επειδη τωρα πια δεν, και επειδη μαλλον όχι ουτως ή άλλως.
για όλα αυτά, το εννοώ, ο χρόνος ειναι σοφία, γιατρικό, πείραμα με αποτελεσμα.
επειδη έτσι κι αλλιως, και όχι απλα επειδη εγω.
επειδη ξερω οτι, και επειδη δε θελω να.
επειδη τωρα πια δεν, και επειδη μαλλον όχι ουτως ή άλλως.
για όλα αυτά, το εννοώ, ο χρόνος ειναι σοφία, γιατρικό, πείραμα με αποτελεσμα.
βασικά
Σημερα έκανα μια μεγάλη ανακαλυψη.
Κατάλαβα επιτέλους τι μας κάνει να αναπνέουμε και να έχουμε παλμό.
Οχι βέβαια, μη μου το παίζετε έξυπνοι. Δεν είναι το οξυγόνο και η καρδιά. Α πα πα, πράγματα πεζά κάτι τέτοια, μά το Θεο.
Σκεφτείτε λίγο.
Ζούμε για το παρόν; Σπανια.
Ζούμε για το παρελθόν; Ποτε. Ίσως απλα καμια φορα ζούμε μαζί του.
Ζουμε για το μελλον; Μα ναι!
Ζούμε για αυτό που περιμενουμε, για το ομορφο, το αναπαντεχο, το φανταστικο, το ονειρικο, μόνο για αυτο ζούμε.
Ζούμε με όνειρα δηλαδη.
Τα πλάθουμε, και τα προσφερουμε στους αλλους, περιμενουμε να τα κρατησουν στα χερια τους, να τα περιεργαστουν και να τα ζησουν μαζι μας.
Ζουμε επειδη ονειρευόμαστε, επειδη παντα κατι θα περιμενουμε, και παντα κατι παραπανω θα νομιζουμε οτι θα ομορφυνει τις γηινες στιγμες μας.
Πλασματα εγωιστικα και απεγνωσμενα, διψασμενα για επαφη, ζουμε για να μοιραζόμαστε τα ονειρα μας, ζουμε για να μας πει καποιος οτι αυτο το όνειρο θελουν να γίνει και δικο τους όνειρο, αν τους το επιτρεπουμε φυσικα...
Τα όνειρα ειναι σαν μικρά παιδια.
Παιζουν μόνα τους, ενα φανταστικό παιχνίδι που φοβουνται να αποκαλυψουν στους άλλους, μην τυχει και τους κοροιδεψουν.
Κλεισμένα στο δωματιο, παίζουν για ώρες, βρισκουν δικους τους κανόνες και δικα τους πιονια, στηνουν κοσμους που κινδυνευουν να μη χωρανε σε ενα υπνοδωματιο.
Μπορεί να είναι ένα παιχνίδι μοναδικό, αλλα αμα παίζεις συνέχεια μόνος σου, θα τα παρατήσεις, και ποτέ δε θα μάθεις αν θα κέρδιζες τελικά ή όχι.
Και καμια φορα, κοιτα να δεις πως τα φερνει η ζωη, δυο παιδακια γνωρίζονται και εμπιστευονται το ένα το αλλο.
Χωρίς καποια ιδιαιτερη αφορμη. Πες το εκτη αίσθηση.
Και γίνονται φίλοι.
Και μια μερα, αποφασίζουν να ξεδιπλωσουν τα παιχνίδια της φαντασίας τους το ένα στο άλλο.
Δεν ξερω αν μπορείτε να θυμηθείτε, ή έστω να φανταστείτε τη μαγεία μιας τέτοιας στιγμης.
Ξαφνικά όλα αποκτουν νόημα, δεν είστε μονοι πια.
Θα παίζετε παρεά.
Ότι παιχνίδι κι αν είναι αυτο.
Όσο ανόητο κι αν είναι.
Στο προαυλιο θα σας δειχνουνε και θα γελανε, θα ψιθυρίζουν πραγματα χαζα, αυτοι δεν ξερουν.
Καποιος δέχθηκε τους κανόνες σας, τον κόσμο σας, κι ακομα κι αν τελικά καταλαβετε οτι το παιχνίδι σας δεν εχει ενδιαφερον, ή του λειπουν τα ζάρια, οι κανόνες, τα πιόνια, δεν έχει σημασία.
Το μαγαζί δεν κλείνει, παιχνίδια θα βρείτε.
Σημασία έχει οτι τωρα πια έχετε τους παίκτες.
Αλλα μαλλον μιλαω πολυ και ακομα δεν εχω φτασει στο ζουμι.
Απλα, να, είναι που σημερα καταλαβα οτι για να σε κερδισει καποιος, φτανει να σε κανει να ονειρευεσαι.
Να σε αφηνει να ονειρευεσαι.
Να δινει τροφή στα όνειρα σου.
Να του λες "εχω μια φοβερη ιδεα, ας κοιταξουμε το ταβανι σημερα." Και να εχει ηδη παρει θεση δίπλα σου. Αυτό φτάνει.
Οχι, όχι και παλι δεν ειπα αυτο που ηθελα.
Σημερα οι σκεψεις τρεχουν τόσο, δε θα με καταλαβετε.
Απλα ευχομαι να με νιωσετε.
Κατάλαβα επιτέλους τι μας κάνει να αναπνέουμε και να έχουμε παλμό.
Οχι βέβαια, μη μου το παίζετε έξυπνοι. Δεν είναι το οξυγόνο και η καρδιά. Α πα πα, πράγματα πεζά κάτι τέτοια, μά το Θεο.
Σκεφτείτε λίγο.
Ζούμε για το παρόν; Σπανια.
Ζούμε για το παρελθόν; Ποτε. Ίσως απλα καμια φορα ζούμε μαζί του.
Ζουμε για το μελλον; Μα ναι!
Ζούμε για αυτό που περιμενουμε, για το ομορφο, το αναπαντεχο, το φανταστικο, το ονειρικο, μόνο για αυτο ζούμε.
Ζούμε με όνειρα δηλαδη.
Τα πλάθουμε, και τα προσφερουμε στους αλλους, περιμενουμε να τα κρατησουν στα χερια τους, να τα περιεργαστουν και να τα ζησουν μαζι μας.
Ζουμε επειδη ονειρευόμαστε, επειδη παντα κατι θα περιμενουμε, και παντα κατι παραπανω θα νομιζουμε οτι θα ομορφυνει τις γηινες στιγμες μας.
Πλασματα εγωιστικα και απεγνωσμενα, διψασμενα για επαφη, ζουμε για να μοιραζόμαστε τα ονειρα μας, ζουμε για να μας πει καποιος οτι αυτο το όνειρο θελουν να γίνει και δικο τους όνειρο, αν τους το επιτρεπουμε φυσικα...
Τα όνειρα ειναι σαν μικρά παιδια.
Παιζουν μόνα τους, ενα φανταστικό παιχνίδι που φοβουνται να αποκαλυψουν στους άλλους, μην τυχει και τους κοροιδεψουν.
Κλεισμένα στο δωματιο, παίζουν για ώρες, βρισκουν δικους τους κανόνες και δικα τους πιονια, στηνουν κοσμους που κινδυνευουν να μη χωρανε σε ενα υπνοδωματιο.
Μπορεί να είναι ένα παιχνίδι μοναδικό, αλλα αμα παίζεις συνέχεια μόνος σου, θα τα παρατήσεις, και ποτέ δε θα μάθεις αν θα κέρδιζες τελικά ή όχι.
Και καμια φορα, κοιτα να δεις πως τα φερνει η ζωη, δυο παιδακια γνωρίζονται και εμπιστευονται το ένα το αλλο.
Χωρίς καποια ιδιαιτερη αφορμη. Πες το εκτη αίσθηση.
Και γίνονται φίλοι.
Και μια μερα, αποφασίζουν να ξεδιπλωσουν τα παιχνίδια της φαντασίας τους το ένα στο άλλο.
Δεν ξερω αν μπορείτε να θυμηθείτε, ή έστω να φανταστείτε τη μαγεία μιας τέτοιας στιγμης.
Ξαφνικά όλα αποκτουν νόημα, δεν είστε μονοι πια.
Θα παίζετε παρεά.
Ότι παιχνίδι κι αν είναι αυτο.
Όσο ανόητο κι αν είναι.
Στο προαυλιο θα σας δειχνουνε και θα γελανε, θα ψιθυρίζουν πραγματα χαζα, αυτοι δεν ξερουν.
Καποιος δέχθηκε τους κανόνες σας, τον κόσμο σας, κι ακομα κι αν τελικά καταλαβετε οτι το παιχνίδι σας δεν εχει ενδιαφερον, ή του λειπουν τα ζάρια, οι κανόνες, τα πιόνια, δεν έχει σημασία.
Το μαγαζί δεν κλείνει, παιχνίδια θα βρείτε.
Σημασία έχει οτι τωρα πια έχετε τους παίκτες.
Αλλα μαλλον μιλαω πολυ και ακομα δεν εχω φτασει στο ζουμι.
Απλα, να, είναι που σημερα καταλαβα οτι για να σε κερδισει καποιος, φτανει να σε κανει να ονειρευεσαι.
Να σε αφηνει να ονειρευεσαι.
Να δινει τροφή στα όνειρα σου.
Να του λες "εχω μια φοβερη ιδεα, ας κοιταξουμε το ταβανι σημερα." Και να εχει ηδη παρει θεση δίπλα σου. Αυτό φτάνει.
Οχι, όχι και παλι δεν ειπα αυτο που ηθελα.
Σημερα οι σκεψεις τρεχουν τόσο, δε θα με καταλαβετε.
Απλα ευχομαι να με νιωσετε.
Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011
τα λίγα

Θα πάρει μια βαρκούλα, μου είπε.
Θα βγούμε στ'ανοιχτά, μου είπε.
Μου το υποσχέθηκε, μια βολτα μεσα σε θάλασσες και δέντρα που κρύβουν τον ήλιο και ο ήλιος φωτίζει το πρόσωπο απο τις χαραμάδες.
Θα φάμε φρούτα μου είπε.
Θα κανουμε έρωτα πάνω σ ενα πάπλωμα απο πολυχρωμα εξωτικά φτερά.
Και θα με πάει βόλτα με ποταμόπλοιο στο Μισσισιπή, μου το υποσχέθηκε.
Ορκίστηκε να ακούει τις μουσικές μου, να βλέπει τις εικόνες μου, να διαβάζει τις γραμμές μου, και τα κενά μου καμια φορά, ναι, ναι.
Κι εγώ χαμογέλασα. Δεν τον πίστεψα, όχι πολύ.
Γιατί εγώ, θέλω απλά να είναι δίπλα μου.
Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011
μαύρη θάλασσα
Είναι που καμια φορα οι τοιχοι γίνονται τόσο μικροι.
Είναι που έρχονται ώρες που δεν μπορώ να ξεχαστώ, συγχώρεσε με.
Είναι που η έμπνευση σε απομονώνει, σε αγριεύει σε κατι ηλίολουστες μέρες σαν κι αυτή.
Και θέλεις να πιάσεις τον ήλιο, κι αυτός γλιστράει μέσα απ τις χαραμάδες των δαχτύλων σου, μέσα απ τις οπές της ζαλισμένης σου ίριδας.
Είναι που καμια φορά θες απλα ενα άσπρο σημείο αναφοράς, να πετάξεις πάνω του όλη τη μαύρη μπογιά και να τρέξει σαν καταρρακτης, να γεμίσει το πάτωμα πιτσιλιές, να γλιστρίσεις, να πέσεις, να κοιμηθείς.
Και να ξυπνήσεις σ ενα μπλε πράσινο κύμα επάνω, τα ματια σου θολά ακόμα, ο ήλιος να αγγίζει την έκτη αίσθηση σου, κι εσύ να φτάνεις.
Να βλέπεις το φάρο, τους κόκκους του πιο πολύτιμου χρυσού, όλος ο νους σου μια ακτή, και να μπλεχτεί το δέρμα σου μ' αλμύρα και ροδάκινο.
Κοιμήσου, τα φρούτα είναι ακόμα άγουρα.
Είναι που έρχονται ώρες που δεν μπορώ να ξεχαστώ, συγχώρεσε με.
Είναι που η έμπνευση σε απομονώνει, σε αγριεύει σε κατι ηλίολουστες μέρες σαν κι αυτή.
Και θέλεις να πιάσεις τον ήλιο, κι αυτός γλιστράει μέσα απ τις χαραμάδες των δαχτύλων σου, μέσα απ τις οπές της ζαλισμένης σου ίριδας.
Είναι που καμια φορά θες απλα ενα άσπρο σημείο αναφοράς, να πετάξεις πάνω του όλη τη μαύρη μπογιά και να τρέξει σαν καταρρακτης, να γεμίσει το πάτωμα πιτσιλιές, να γλιστρίσεις, να πέσεις, να κοιμηθείς.
Και να ξυπνήσεις σ ενα μπλε πράσινο κύμα επάνω, τα ματια σου θολά ακόμα, ο ήλιος να αγγίζει την έκτη αίσθηση σου, κι εσύ να φτάνεις.
Να βλέπεις το φάρο, τους κόκκους του πιο πολύτιμου χρυσού, όλος ο νους σου μια ακτή, και να μπλεχτεί το δέρμα σου μ' αλμύρα και ροδάκινο.
Κοιμήσου, τα φρούτα είναι ακόμα άγουρα.
Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011
απλά

Είμαι τα γράμματα,
είσαι οι λέξεις.
Φτιάχνω μια γλωσσα
που μονο εσύ μου μιλας.
Γεμίζω σελίδες
με όνειρα μεταφρασμενα,
όλο το σώμα μου
ενας καμβάς.
Κρύβω τα χρώματα, τ'ανακατεύω, να χεις να παίζεις
αν μ'αγαπάς.
Κι όταν βρεθούμε,
σαν έρθει η ώρα,
τότε θα ξέρεις πια
τι να πεις.
Μια λέξη ξένη
για όλους τους άλλους
που θα εννοούμε
μονο εμείς.
Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011
ηθελα να σου πω
"Μη με πληγώνεις μάτια μου
γιατί θα πέσουν όλα τα αστέρια πάνω μου για να με προστατέψουν και τότε
θα ΛΑΜΠΩ πιο πολύ
Μη με πληγώνεις ...
γιατί θ'ανοίξει μια
παπαρουνίτσα τα πέταλα της
και θα γίνω πιο τρυφερή και με πιο κόκκινα μαγουλάκια.
Μη με πληγώνεις
γιατί θα με πάρει μια χελωνίτσα
στο καβούκι της
και ένα ψάρι στη σπηλιά του και το ηλιοβασίλεμα
σε άλλο σε άλλο βουνό
και θα με ψάχνεις...
Και εγώ δε θα σε βλέπω
και θα κλαις
και θα νομίζω πως ακόμη
θα θέλεις να με πληγώνεις
και δε θα βγαίνω
γιατί δε θα το ξέρω
και θα πληγωθείς
και όταν σε δω ξανά
δε θα ταιριάζουμε πάλι
γιατί...γιατί τα όμοια δεν είναι ποτέ
μαζί μαζί μαζί μαζί μαζί μαζί μαζί
μη με πληγώνεις γιατί
θα με πάρουν οι άνεμοι
και θα με κάνουν θεά
κι εσύ δε θα με φτάνεις
Μην Το Κάνεις
γιατί θα με αγκαλιάσει ο ήλιος στις αχτίνες Του
και ένας εξωγηινος
και θα γίνω πιο
θερμή.
Θα Το αντέξεις?
γι΄αυτό σου λέω
μη με πληγώνεις.
γιατί θα έρθουν οι γλάροι
και θα μου δώσουν
ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥΣ
και δε θα ξέρεις τι
γλωσσα μιλάω
και θα σε ξεχάσω!
και θα νιώσεις Μοναξιά!
Μη με πληγώνεις ,
γιατί θα γυμνωθώ
και θα παίζω στις σαπουνάδες
και θα κάνω γκριμάτσες
και θα γαργαλάω μόνη μου
τις πατούσες μου
και θα γελάω
και θα σου αρέσω πιο πολύ,
και θα έχουν περάσει πολλές νύχτες
και θα έχω γλιστρήσει
σε άλλη πόλη...
θα ραγίζει η καρδιά σου,
γιατί ράγισες τη δική μου
για αυτό σου λέω
μη με πληγώνεις μάτια μου
γιατί οι ενοχές σου
θα πονάνε πιο πολύ
από τη θλίψη μου.
Γι αυτό σου λεω
μη με πληγωνεις μάτια μου
γιατί θα φοβαμαι να ερχομαι στα όνειρα σου!
Κι αν μας χάσεις
θα έχεις χάσει το μυαλό
και την καρδιά σου"
ποιημα της ΣΤΕΛΛΑΣ ΣΤΙΒΑΚΤΑΚΗ
γιατί θα πέσουν όλα τα αστέρια πάνω μου για να με προστατέψουν και τότε
θα ΛΑΜΠΩ πιο πολύ
Μη με πληγώνεις ...
γιατί θ'ανοίξει μια
παπαρουνίτσα τα πέταλα της
και θα γίνω πιο τρυφερή και με πιο κόκκινα μαγουλάκια.
Μη με πληγώνεις
γιατί θα με πάρει μια χελωνίτσα
στο καβούκι της
και ένα ψάρι στη σπηλιά του και το ηλιοβασίλεμα
σε άλλο σε άλλο βουνό
και θα με ψάχνεις...
Και εγώ δε θα σε βλέπω
και θα κλαις
και θα νομίζω πως ακόμη
θα θέλεις να με πληγώνεις
και δε θα βγαίνω
γιατί δε θα το ξέρω
και θα πληγωθείς
και όταν σε δω ξανά
δε θα ταιριάζουμε πάλι
γιατί...γιατί τα όμοια δεν είναι ποτέ
μαζί μαζί μαζί μαζί μαζί μαζί μαζί
μη με πληγώνεις γιατί
θα με πάρουν οι άνεμοι
και θα με κάνουν θεά
κι εσύ δε θα με φτάνεις
Μην Το Κάνεις
γιατί θα με αγκαλιάσει ο ήλιος στις αχτίνες Του
και ένας εξωγηινος
και θα γίνω πιο
θερμή.
Θα Το αντέξεις?
γι΄αυτό σου λέω
μη με πληγώνεις.
γιατί θα έρθουν οι γλάροι
και θα μου δώσουν
ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥΣ
και δε θα ξέρεις τι
γλωσσα μιλάω
και θα σε ξεχάσω!
και θα νιώσεις Μοναξιά!
Μη με πληγώνεις ,
γιατί θα γυμνωθώ
και θα παίζω στις σαπουνάδες
και θα κάνω γκριμάτσες
και θα γαργαλάω μόνη μου
τις πατούσες μου
και θα γελάω
και θα σου αρέσω πιο πολύ,
και θα έχουν περάσει πολλές νύχτες
και θα έχω γλιστρήσει
σε άλλη πόλη...
θα ραγίζει η καρδιά σου,
γιατί ράγισες τη δική μου
για αυτό σου λέω
μη με πληγώνεις μάτια μου
γιατί οι ενοχές σου
θα πονάνε πιο πολύ
από τη θλίψη μου.
Γι αυτό σου λεω
μη με πληγωνεις μάτια μου
γιατί θα φοβαμαι να ερχομαι στα όνειρα σου!
Κι αν μας χάσεις
θα έχεις χάσει το μυαλό
και την καρδιά σου"
ποιημα της ΣΤΕΛΛΑΣ ΣΤΙΒΑΚΤΑΚΗ
Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011
αδυναμιες
Χριστούγεννα.
Σε ενα γκριζο δρόμο, λιγο πριν κλείσουν τα μαγαζια.
Τυρόμπαλες και σουσάμια.
Σε ενα άλλο σπίτι, σε μια άλλη ζωή.
Τώρα η γάτα τρίβεται στα πόδια μου και μου λέει να πάμε για ύπνο.
Άνοιξη.
Φώτα σβηστά και πειροτεχνήματα να μας φωτίζουν.
Σε όλες τις χώρες ίδια είναι η συγκίνηση.
Μια γαληνη. Μια ηρεμία πριν την καταιγίδα.
Κρύο.
Μια ανείπωτη ευτυχία μοιρασμένη οριζόντια.
Ήλιος.
Ένα πρωινό ελαφρύ.
Ένα ταξίδι αστραπή.
Βράδυ.
Ένα παπλωμα που ποτέ δε φτάνει, κι ένα γέλιο πνιχτό.
Στάχυα. Θαλασσα. Πίτσα. Μπάλες. Περιοδικά. Σκύλοι. Γυαλιά. Κοτοπουλο. Εισητήρια. Σαπούνι. Ποδόσφαιρο. Εστιατόρια. Κάρτες. Ταινίες. Ψυγείο. Βιβλία. Τσαντάκι. Ρίγες. Σεντόνια. Ξημερώματα.
Λέξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λέξεις λέξεις λέξεις λέξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις
Σε ενα γκριζο δρόμο, λιγο πριν κλείσουν τα μαγαζια.
Τυρόμπαλες και σουσάμια.
Σε ενα άλλο σπίτι, σε μια άλλη ζωή.
Τώρα η γάτα τρίβεται στα πόδια μου και μου λέει να πάμε για ύπνο.
Άνοιξη.
Φώτα σβηστά και πειροτεχνήματα να μας φωτίζουν.
Σε όλες τις χώρες ίδια είναι η συγκίνηση.
Μια γαληνη. Μια ηρεμία πριν την καταιγίδα.
Κρύο.
Μια ανείπωτη ευτυχία μοιρασμένη οριζόντια.
Ήλιος.
Ένα πρωινό ελαφρύ.
Ένα ταξίδι αστραπή.
Βράδυ.
Ένα παπλωμα που ποτέ δε φτάνει, κι ένα γέλιο πνιχτό.
Στάχυα. Θαλασσα. Πίτσα. Μπάλες. Περιοδικά. Σκύλοι. Γυαλιά. Κοτοπουλο. Εισητήρια. Σαπούνι. Ποδόσφαιρο. Εστιατόρια. Κάρτες. Ταινίες. Ψυγείο. Βιβλία. Τσαντάκι. Ρίγες. Σεντόνια. Ξημερώματα.
Λέξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λέξεις λέξεις λέξεις λέξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις λεξεις
Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011
κουκλοθεατρο

Άδικο η δίκαιο δεν θα πω οτι είναι. Δεν θα πιστεψω οτι αυτο ειναι ανταμοιβή ή τιμωρία.
Μαριονέτες δεν είμαστε, καλέ μου.
Δεν θα πω οτι υπάρχει μοιρα, ούτε θα γυρέψω στον ουρανό για απαντήσεις.
Δεν θα πω οτι υπάρχει μοιρα γιατι αν υπάρχει, είμαι ανόητη τόσο καιρό. Και ο εγωισμός μου δε με αφήνει να του λέω τέτοια πραγματα.
Θα πω τυχαίο οτι είναι, τυχαίο που βρεθήκαμε, τυχαίο που οι άγγελοι έκλαιγαν μαζί με εμας, τα δάκρυα τους να σταζουν κρύσταλλο στην οροφή, πάνω απο τα μεθυσμένα μας κεφάλια.
Τυχαίο να μιλάς και να μιλώ, και οι λέξεις μας να ενώνονται οταν εγώ πια έψαχνα σιωπή.
Τυχαίο να πρεπει, τώρα, αφου δεν θα πρεπε, οχι δεν είναι δικαίο, δεν είναι σωστο, κι όμως σωστο να καταλήγει.
Τυχαίο, σίγουρα, άρα και τυχερό.
Τυχερό να σε συναντήσω στα ίδια σύνορα, κι όμως, για δες που τώρα κραταμε κι οι δύο διαβατήριο...
Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011
βασιλειο υπο κατασκευη

Είναι η εποχή των δυνατών.
Η εποχη που οι ιππότες διοργανώνουν μάχες και που κάποιος θα πεθάνει, δε μπορεί.
Είναι η εποχή που η πριγκίπισσα ζητάει και απλά χτενίζει τα μακρια μαλλιά της.
Είναι η εποχή του πάθους, του έρωτα και της ιντριγκας.
Ειναι μια εποχη που θυμιζει λίγο "Λαμψη" και λίγο εφηβικό ρομάντζο.
Είναι το τώρα.
Που ένα τηλέφωνο δεν σε τρομάζει και απλά προχωράς τη ζωή σου αλλιώς θα γκρεμιστουν τα παλάτια σου.
Κάτσε στο θρόνο σου και γίνε η βασίλισσα.
Αποφάσισε εσύ για τις μάχες και στρίψε εσύ το δάχτυλο για τον χαμένο.
Κρέμασε τους όλους κι απλά κράτα μερικούς για να σε ταίζουν σταφύλια. Σου αξίζει.
Πάιξε με τους γελωτοποιούς σου και προκάλεσε τους αυλικούς να σε ευχαριστήσουν με κολακείες. Δεν θα τους πιστέψεις άλλωστε.
Σύρε τα μεταξωτά φουστανια σου στους διαδρόμους και τις αυλές και άσε τους άλλους να τρέχουν να σε προλάβουν.
Βάλε πρώτους τους πιστούς σου να δοκιμάσουν τα φαγητά, κι αν πεθάνουν, αποκεφάλισε το μάγειρα και παρήγγειλε απ έξω.
Αγόρασε γοβάκια, πολλά γοβάκια, γιατί σίγουρα κάποιο θα χαθεί στη διαδρομή και μια βασίλισσα δεν έχει χρόνο για να χανει στα σκαλια βασιλιάδων.
Κρύψου πίσω απο το παραβάν της κρεβατοκάμαρας και παίξε κυνηγητό με τον εραστή σου, λίγο πριν τον θυσιάσεις βέβαια.
Γέλα δυνατα και πάρε αποφάσεις για το μέλλον της χώρας σου.
Αυτή η εποχη είναι.
Ας κερδίσει ο καλύτερος.
Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
κινέζικη νύχτα

Τα σώματα οριζόντια, σαν δυο πολύχρωμες μπλεγμένες κορδέλες.
Σου κρατάει το πρόσωπο, του σφίγγεις το χέρι.
Και φοβάσαι.
Και χαμογελάτε.Και σε χαζεύει.
Και φοβάσαι, και η καρδιά σου θα σπάσει και την ακούει και σε κοιτάζει.
Και σου λέει πως θα έρθει να σε βρει στο Παρίσι.
Και οι μυρωδιές σας μπερδεύονται.
Και φτιάχνετε τη δική σας ευάλωτη φούσκα τώρα.
Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011
χαζοι υπερ-ηρωες

Ηρθε σαν μια ομορφη καλοκαιρινη μερα. Κι ας είναι χειμώνας.
Ήρθε σαν μια ζεστή σοκολάτα και σαν μια παραμυθενια φωτογραφία.
Ήρθε θες δε θες αλλά χαμογέλασε.
Δε συνηθίζω να γραφω "επετειακά" κομματια, αλλα ο νεος χρόνος έκανε αισθητη την παρουσία του, απλα για να δείξει οτι η ζωή είναι στιγμές.
Πήδα ψηλά στον αέρα, γίνε χαζός και γελοίος.
Κλάψε, όχι, όχι, πλάνταξε. Και μετά σκουπίσου στο μανίκι σου. Κανεις δεν θα το μαθει αν το κανεις σωστά.
Γέλα δυνατά και χαμογέλα στους περαστικούς που απορούν μαζί σου.
Μείνε μέσα με τον εαυτό σου και παίξτε κρυφτό. Και μην τον βρεις. Παιξτε σκοτεινο δωματιο καλύτερα.
Πιασε το χερι του και φιλα τον, κι ας μην ειναι η σωστη στιγμή. Μολις έγινε.
Διαβασε, η φορτωσε τα όλα στον κοκορα. Αντεχει λιγο ακομα.
Φύγε, μεινε, ταξίδεψε, δίψασε, μαθε, ζωγράφισε.
Και στο τελος της μερας μην μετρήσεις. Απλα πες "δεν πειραζει"
Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010
αληθεια
Πονάνε, λένε.
Υποφέρουνε.
Τραγουδάνε κι αφιερώνουνε.
Πίνουνε και φωνάζουν.
Κι εγώ τους βλέπω και γελάω.
3 χρονια.
Δεν ξερουν τι είναι.
Αυτοί έχουν ζήσει μόνο μέρες, ώρες.
Εγώ ξέρω.
Καμια φορά είναι εφιαλτης, καμια φορά όνειρο.
Κάθε μέρα πονάω, κάθε μέρα μικραίνει η ζωή μου.
Κάθε μεσημέρι ξυπνάω και ουρλιάζω μέσα μου γιατι δεν μπορώ άλλο,δεν αντέχω αυτο το κενό που γίνεται συνήθεια.
Κάθε βράδυ σου λέω καληνύχτα και σε βλέπω στον ύπνο μου.
Κάθε πρωι νομίζω θα ξυπνήσω δίπλα σου και θα είμαστε όπως πριν.
Πονάω.
Δεν ξέρεις οτι εγω τον είχα, οτι ήταν δίπλα μου και ζήσαμε μαζί. Μιλάγαμε, γελάγαμε, προβληματιζόμασταν, βοηθειόμασταν.
Μια κοινή ζωη.
Δεν ξέρεις τι είναι να είσαι εκεί καθε μέρα, δίπλα του, να είναι κομμάτι σου. Να ζεις μαζί του, να γίνεστε ένα, κάθε στιγμή.
Δεν ξέρεις, μη συγκρίνεις.
Ο καιρός γιατρεύει λένε.
Βλακείες.
Ο έρωτας με έρωτα περνάει λένε.
Χαζομάρες.
Κάθε μέρα.
Αλλα δεν το δείχνω.
Έτσι είναι αυτά.
Απλα το κουβαλάω, σαν το καβούκι μου πια.
Δεν θα το δείξω στους άλλους, δεν θα υπερηφανευτω ούτε θα ενοχληθώ.
Είναι απλά εκεί.
Μια πληγή που θα αφήσει ουλή.
Έχουμε να μιλήσουμε τόσες βδομάδες.
Δεν ήθελα να το σηκώσω. Σε μισώ.
Θέλω να σε φτύσω για τη δειλία σου.
Θέλω να σου πω πόσα κάνουν άλλοι για μένα, χωρίς να τους έχω δώσει τα μισά απο όσα έδωσα σ εσένα.
Ανθοδέσμες και κουβέρτες και αποστάσεις και λόγια.
Αλλά δε θα σε νοιάξει.
Είσαι τόσο λίγος.
Αφησες τα πάντα να περάσουν.
Τι να κανεις δίπλα μου και πως να σταθεις λοιπον;
Απλά εύχομαι να επιτρέψω γρήγορα σε κάποιον άλλο να με κερδίσει.
Σίγουρα θα μου δώσει την αξία που πρέπει.
Υποφέρουνε.
Τραγουδάνε κι αφιερώνουνε.
Πίνουνε και φωνάζουν.
Κι εγώ τους βλέπω και γελάω.
3 χρονια.
Δεν ξερουν τι είναι.
Αυτοί έχουν ζήσει μόνο μέρες, ώρες.
Εγώ ξέρω.
Καμια φορά είναι εφιαλτης, καμια φορά όνειρο.
Κάθε μέρα πονάω, κάθε μέρα μικραίνει η ζωή μου.
Κάθε μεσημέρι ξυπνάω και ουρλιάζω μέσα μου γιατι δεν μπορώ άλλο,δεν αντέχω αυτο το κενό που γίνεται συνήθεια.
Κάθε βράδυ σου λέω καληνύχτα και σε βλέπω στον ύπνο μου.
Κάθε πρωι νομίζω θα ξυπνήσω δίπλα σου και θα είμαστε όπως πριν.
Πονάω.
Δεν ξέρεις οτι εγω τον είχα, οτι ήταν δίπλα μου και ζήσαμε μαζί. Μιλάγαμε, γελάγαμε, προβληματιζόμασταν, βοηθειόμασταν.
Μια κοινή ζωη.
Δεν ξέρεις τι είναι να είσαι εκεί καθε μέρα, δίπλα του, να είναι κομμάτι σου. Να ζεις μαζί του, να γίνεστε ένα, κάθε στιγμή.
Δεν ξέρεις, μη συγκρίνεις.
Ο καιρός γιατρεύει λένε.
Βλακείες.
Ο έρωτας με έρωτα περνάει λένε.
Χαζομάρες.
Κάθε μέρα.
Αλλα δεν το δείχνω.
Έτσι είναι αυτά.
Απλα το κουβαλάω, σαν το καβούκι μου πια.
Δεν θα το δείξω στους άλλους, δεν θα υπερηφανευτω ούτε θα ενοχληθώ.
Είναι απλά εκεί.
Μια πληγή που θα αφήσει ουλή.
Έχουμε να μιλήσουμε τόσες βδομάδες.
Δεν ήθελα να το σηκώσω. Σε μισώ.
Θέλω να σε φτύσω για τη δειλία σου.
Θέλω να σου πω πόσα κάνουν άλλοι για μένα, χωρίς να τους έχω δώσει τα μισά απο όσα έδωσα σ εσένα.
Ανθοδέσμες και κουβέρτες και αποστάσεις και λόγια.
Αλλά δε θα σε νοιάξει.
Είσαι τόσο λίγος.
Αφησες τα πάντα να περάσουν.
Τι να κανεις δίπλα μου και πως να σταθεις λοιπον;
Απλά εύχομαι να επιτρέψω γρήγορα σε κάποιον άλλο να με κερδίσει.
Σίγουρα θα μου δώσει την αξία που πρέπει.
Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010
υπο κατεδαφιση
Το σπιτι ειναι κρυμμενο σε ενα τοπιο ολο σταχυα και φοινικες, και μη με ρωτησετε πως γινεται αυτο, όλα γινονται.
Σταχυα και φοινικες λοιπον.
Έχει παλιωσει πια, και ο κοσμος δε σταματα να το κοιταξει.
Καποτε μαζευε κοσμο, ερχοντουσαν να το δουν απο καθε γωνια του κοσμου, να θαυμασουν, μα τωρα πια μαλλον κανεις δε νοιαζεται για ενα τετοιο αξιοθεατο.
Ειναι αλλοι οι καιροι τωρα βλεπεις, πιο γρηγοροι, και, αν μου επιτρεπεις, πιο πεζοι.
Τα σταχυα ειναι τοσο ψηλα που πια τα σκαλια δε φαινονται, ο επιστατης εχει τη δικη του εννοια για τη λεξη συντηρηση.
Και οι φοινικες τοσο κιτρινοι που σε ξεγελανε με τον ηλιο αναμεσα τους.
Τα παραθυρα, πρασινα και σκουριασμενα, τριζουν, κανοντας παρεα στην κουνιστη πολυθρονα του μπαλκονιου.
Κατι τετοιοι ηχοι ειναι που διωχνουν και τα παιδακια απο το οικημα.
Κι αυτα φοβουνται βλεπεις.
Αν λοιπον εχεις τα κοτσια να μπεις μεσα, θα τρομαξεις κι εσυ.
Στο σπιτι αυτο, δε βλεπεις, μονο νιωθεις.
Νιωθεις ενα τρυφερο αγγιγμα, και ενα ρουφηχτο φιλι.
Νιωθεις ψιθυρους να σου χαιδευουν τα αυτια, να σου υπαγορευουν λεξεις, να σου ερμηνευουν οδηγιες.
Νιωθεις ανασες, αγγομαχητα, νιωθεις χερια να παλευουν και να αφηνονται.
Νιωθεις δακρυα να καινε τον ωμο σου και γελια να σε τρανταζουν.
Νιωθεις εναν ζεστο ηλιο να σου γεμιζει τα σωθικα και ενα τζακι που τρεμοπαζει να σε ταραζει.
Νιωθεις, βεβαια, πεταλουδες. Εκεινες που ενιωσες την πρωτη φορα και κρατησαν για καμποσο, αν και εσυ νομιζες θα κρατησουν για παντα.
Νιωθεις ενα κενο να σε παιρνει και να σε πεταει στο ξυλινο πατωμα, χτυπησες; δεν ειναι τιποτα.
Νιωθεις εναν πονο, και αγγιζεις το θωρακα, δεν ξερεις απο που ερχεται.
Νιωθεις τον αερα να φυσαει και να παιρνει τις υποσχεσεις που εδωσες, μη στεναχωριεσαι, ολοι το κανανε καποτε.
Δεν σε ακουω.
Εφυγες;
Σε παρακαλω, μεινε λιγο ακομα, ειμαι τοσο μονη εδω μεσα.
Φοβηθηκες κ εσυ ε;
Συγνωμη, το ξερω, στις εποχες μας δεν ειναι συνηθισμενο ενα μουσειο αγαπης.
Απλα νομιζα οτι μπορουσα να την κανω να κρατησει λιγακι παραπανω...
Σταχυα και φοινικες λοιπον.
Έχει παλιωσει πια, και ο κοσμος δε σταματα να το κοιταξει.
Καποτε μαζευε κοσμο, ερχοντουσαν να το δουν απο καθε γωνια του κοσμου, να θαυμασουν, μα τωρα πια μαλλον κανεις δε νοιαζεται για ενα τετοιο αξιοθεατο.
Ειναι αλλοι οι καιροι τωρα βλεπεις, πιο γρηγοροι, και, αν μου επιτρεπεις, πιο πεζοι.
Τα σταχυα ειναι τοσο ψηλα που πια τα σκαλια δε φαινονται, ο επιστατης εχει τη δικη του εννοια για τη λεξη συντηρηση.
Και οι φοινικες τοσο κιτρινοι που σε ξεγελανε με τον ηλιο αναμεσα τους.
Τα παραθυρα, πρασινα και σκουριασμενα, τριζουν, κανοντας παρεα στην κουνιστη πολυθρονα του μπαλκονιου.
Κατι τετοιοι ηχοι ειναι που διωχνουν και τα παιδακια απο το οικημα.
Κι αυτα φοβουνται βλεπεις.
Αν λοιπον εχεις τα κοτσια να μπεις μεσα, θα τρομαξεις κι εσυ.
Στο σπιτι αυτο, δε βλεπεις, μονο νιωθεις.
Νιωθεις ενα τρυφερο αγγιγμα, και ενα ρουφηχτο φιλι.
Νιωθεις ψιθυρους να σου χαιδευουν τα αυτια, να σου υπαγορευουν λεξεις, να σου ερμηνευουν οδηγιες.
Νιωθεις ανασες, αγγομαχητα, νιωθεις χερια να παλευουν και να αφηνονται.
Νιωθεις δακρυα να καινε τον ωμο σου και γελια να σε τρανταζουν.
Νιωθεις εναν ζεστο ηλιο να σου γεμιζει τα σωθικα και ενα τζακι που τρεμοπαζει να σε ταραζει.
Νιωθεις, βεβαια, πεταλουδες. Εκεινες που ενιωσες την πρωτη φορα και κρατησαν για καμποσο, αν και εσυ νομιζες θα κρατησουν για παντα.
Νιωθεις ενα κενο να σε παιρνει και να σε πεταει στο ξυλινο πατωμα, χτυπησες; δεν ειναι τιποτα.
Νιωθεις εναν πονο, και αγγιζεις το θωρακα, δεν ξερεις απο που ερχεται.
Νιωθεις τον αερα να φυσαει και να παιρνει τις υποσχεσεις που εδωσες, μη στεναχωριεσαι, ολοι το κανανε καποτε.
Δεν σε ακουω.
Εφυγες;
Σε παρακαλω, μεινε λιγο ακομα, ειμαι τοσο μονη εδω μεσα.
Φοβηθηκες κ εσυ ε;
Συγνωμη, το ξερω, στις εποχες μας δεν ειναι συνηθισμενο ενα μουσειο αγαπης.
Απλα νομιζα οτι μπορουσα να την κανω να κρατησει λιγακι παραπανω...
Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010
σπασμενο τζαμι
αποψε εισαι τοσο μακρια.
αχ και να ερχοσουν λιγο.
αχ και να ημουν εκει.
κατω απο τα σκεπασματα.
αποψε φοβαμαι να κοιμηθω μονη.
και αρνουμαι την παρεα, ειναι λιγη.
οσες και οι στιγμες.
αποψε νομιζω οτι καποιος θα μπει παρανομα στο σπιτι.
καποιος θα με λυτρωσει.
αποψε ηρθε ο χειμωνας αποτομα.
αποψε φοραω το αρωμα σου.
κοιμαμαι απτην πλευρα σου.
και περιμενω να ξημερωσει για να θυμηθω οτι δεν υπαρχει λογος να το ξανακανω.
αχ και να ερχοσουν λιγο.
αχ και να ημουν εκει.
κατω απο τα σκεπασματα.
αποψε φοβαμαι να κοιμηθω μονη.
και αρνουμαι την παρεα, ειναι λιγη.
οσες και οι στιγμες.
αποψε νομιζω οτι καποιος θα μπει παρανομα στο σπιτι.
καποιος θα με λυτρωσει.
αποψε ηρθε ο χειμωνας αποτομα.
αποψε φοραω το αρωμα σου.
κοιμαμαι απτην πλευρα σου.
και περιμενω να ξημερωσει για να θυμηθω οτι δεν υπαρχει λογος να το ξανακανω.
Τρίτη 24 Αυγούστου 2010
Κυριακή 22 Αυγούστου 2010
Βαθμος δυσκολιας
Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010
Μια καλη αρχη
Όλα ξεκινάνε απο τα χέρια. Πάντα. To νιώθεις ήδη απο το ερευνητικό βλέμμα και το μικρό τρέμουλο, μάλλον η ψυχή φτερουγίζει αλλά πως εσύ να το καταλάβεις...
Θα σε κοιτάξει και θα χαμηλώσει το βλέμμα, θα δει τα χέρια σου που στέκονται κρύα πάνω σε ένα κομμάτι ύφασμα ανευ σημασίας, πάνω σε πόδια τρεμάμενα, πάνω σε ένα τραπέζι που απλά στέκεται ανάμεσά σας, γύρω απο μια κούπα καφέ που πίνεται για να σου λύσει τον κόμπο που έχεις στο λαιμό.
Για κάποιον περίεργο λόγο, εκείνη τη στιγμή θέλει τα χέρια σου. Τον ελκύουν σαν ιστορία, σαν ένα κομμάτι τέχνης ανεξήγητο, θα μπορούσε να το κοιτάει για ώρες και να φτιάξει τις δικές του ιστορίες, χέρια που έχουνε χαιδέψει, που έχουνε παίξει, που έχουνε κυλήσει πάνω σε όμορφα υφάσματα και άγριες επιφάνειες, χέρια που έχουν γλιστρήσει σε πλήκτρα πιάνου, σε χορδές κιθάρας.
Χέρια που έχουνε γρατζουνίσει, έχουν προκαλέσει πόνο, έχουν τυλιχτεί γύρω απο μια νευρική μπούκλα, έχουν γυρίσει σελίδες και σελίδες, έχουν απλά μείνει εκεί να αναπνεόυν απο νεύρα, απο πάθος, απο ένταση, απο φόβο. Αυτά τα χέρια θέλει να πιάσει. τόσο βαριά και φορτωμένα. Στην αρχή απλά θα τους αποσπάσει την προσοχή, το ρούχο θα μείνει μόνο του χωρίς τσάκιση, τα πόδια θα χάσουν το τέμπο τους, ο καφές θα κάνει παρέα στο ενοχλητικο έπιπλο. Θα τα πιάσει και τα φέρει κοντά στα δικά του, θα τα περιεργαστεί σαν να μην έχει ξαναδει χέρια, δάχτυλα, τόσο όμορφα και εύθραστα, κανείς δεν θα μάντευε την ιστορία τους.
Μπορεί να κοιτάξει τα νύχια σου, εσύ θα νιώσεις αβολά κάνοντας πως τα κρύβεις, ή θα περηφανευτείς για το πρόσφατο μανικιούρ σου. Θα τον αφήσεις να στα χαιδέψει, ίσως πειράξει μια παρανυχίδα σου, εσύ θα πονέσεις, θα βγάλεις έναν ήχο ενόχλησης κι αυτός θα κρύψει τα δάχτυλά σου μέσα στα δικά σου για να ξεχαστείς.
Και μετά, όταν όλο αυτό έχει περάσει, όταν πιστέψει πως πλέον διάβασε ότι μπορούσε για σένα απο σένα, θα το κάνει. Θα το κάνει όπως το κάνανε τόσοι πριν απο αυτόν, όπως το έκανε εκείνος ο τύπος στην ταινία που είδες προχθές και έκλαψες, όπως το έκανε το αγόρι στο παγκάκι που πέρασες απτην πλατεία και κρυφοχαμογέλασες, όπως το έκανε ο μπαμπάς σου όταν βρήκε τη μαμά σου, όπως το έκανε ο άντρας στη γυναίκα απο την αρχή που την πρωτοείδε, που την αναγνώρισε ως το άλλο του μισό σε αυτόν τον κόσμο, κάτω απο ένα δέντρο, γυμνοί και φοβισμένοι.
Θα πιάσει τα χέρια σου και θα τα βάλει πάνω στα δικά του να δει πόσο μεγάλα είναι, πως εφαρμόζουν, πόσο εξέχουν, πόσο ταιριάζουν. Θα προσπαθήσει να τα ακουμπήσει ακριβώς πάνω στα δικά του, η παλάμη του θα γλιστρήσει επίτηδες πάνω κάτω για λίγο, λίγα δευτερόλεπτα επαφής παραπάνω, και θα μείνει εκεί.
Και ο καφές θα κρυώσει και οι τοίχοι γύρω σας θα γκρεμιστούν, και οι άνθρωποι θα αρχίσουν να μικράινουν, όσο εσείς κοιτάτε αυτό το μαγικό πράγμα να σας συμβαίνει, τα χέρια σας μια απόλυτη κόπια.
Θα σε κοιτάξει και θα χαμηλώσει το βλέμμα, θα δει τα χέρια σου που στέκονται κρύα πάνω σε ένα κομμάτι ύφασμα ανευ σημασίας, πάνω σε πόδια τρεμάμενα, πάνω σε ένα τραπέζι που απλά στέκεται ανάμεσά σας, γύρω απο μια κούπα καφέ που πίνεται για να σου λύσει τον κόμπο που έχεις στο λαιμό.
Για κάποιον περίεργο λόγο, εκείνη τη στιγμή θέλει τα χέρια σου. Τον ελκύουν σαν ιστορία, σαν ένα κομμάτι τέχνης ανεξήγητο, θα μπορούσε να το κοιτάει για ώρες και να φτιάξει τις δικές του ιστορίες, χέρια που έχουνε χαιδέψει, που έχουνε παίξει, που έχουνε κυλήσει πάνω σε όμορφα υφάσματα και άγριες επιφάνειες, χέρια που έχουν γλιστρήσει σε πλήκτρα πιάνου, σε χορδές κιθάρας.
Χέρια που έχουνε γρατζουνίσει, έχουν προκαλέσει πόνο, έχουν τυλιχτεί γύρω απο μια νευρική μπούκλα, έχουν γυρίσει σελίδες και σελίδες, έχουν απλά μείνει εκεί να αναπνεόυν απο νεύρα, απο πάθος, απο ένταση, απο φόβο. Αυτά τα χέρια θέλει να πιάσει. τόσο βαριά και φορτωμένα. Στην αρχή απλά θα τους αποσπάσει την προσοχή, το ρούχο θα μείνει μόνο του χωρίς τσάκιση, τα πόδια θα χάσουν το τέμπο τους, ο καφές θα κάνει παρέα στο ενοχλητικο έπιπλο. Θα τα πιάσει και τα φέρει κοντά στα δικά του, θα τα περιεργαστεί σαν να μην έχει ξαναδει χέρια, δάχτυλα, τόσο όμορφα και εύθραστα, κανείς δεν θα μάντευε την ιστορία τους.
Μπορεί να κοιτάξει τα νύχια σου, εσύ θα νιώσεις αβολά κάνοντας πως τα κρύβεις, ή θα περηφανευτείς για το πρόσφατο μανικιούρ σου. Θα τον αφήσεις να στα χαιδέψει, ίσως πειράξει μια παρανυχίδα σου, εσύ θα πονέσεις, θα βγάλεις έναν ήχο ενόχλησης κι αυτός θα κρύψει τα δάχτυλά σου μέσα στα δικά σου για να ξεχαστείς.
Και μετά, όταν όλο αυτό έχει περάσει, όταν πιστέψει πως πλέον διάβασε ότι μπορούσε για σένα απο σένα, θα το κάνει. Θα το κάνει όπως το κάνανε τόσοι πριν απο αυτόν, όπως το έκανε εκείνος ο τύπος στην ταινία που είδες προχθές και έκλαψες, όπως το έκανε το αγόρι στο παγκάκι που πέρασες απτην πλατεία και κρυφοχαμογέλασες, όπως το έκανε ο μπαμπάς σου όταν βρήκε τη μαμά σου, όπως το έκανε ο άντρας στη γυναίκα απο την αρχή που την πρωτοείδε, που την αναγνώρισε ως το άλλο του μισό σε αυτόν τον κόσμο, κάτω απο ένα δέντρο, γυμνοί και φοβισμένοι.
Θα πιάσει τα χέρια σου και θα τα βάλει πάνω στα δικά του να δει πόσο μεγάλα είναι, πως εφαρμόζουν, πόσο εξέχουν, πόσο ταιριάζουν. Θα προσπαθήσει να τα ακουμπήσει ακριβώς πάνω στα δικά του, η παλάμη του θα γλιστρήσει επίτηδες πάνω κάτω για λίγο, λίγα δευτερόλεπτα επαφής παραπάνω, και θα μείνει εκεί.
Και ο καφές θα κρυώσει και οι τοίχοι γύρω σας θα γκρεμιστούν, και οι άνθρωποι θα αρχίσουν να μικράινουν, όσο εσείς κοιτάτε αυτό το μαγικό πράγμα να σας συμβαίνει, τα χέρια σας μια απόλυτη κόπια.
Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010
ασκήσεις θάρρους

Σε "άκουσα" κουρασμένο. H φωνή σου να σέρνεται, τα υγρά σύμφωνα να χάνονται, το χαμογελο να πέφτει. Θέλησα να ανοίξω τα χέρια να το πιάσω να το ακουμπήσω στο κομοδινο να το πάρεις αύριο, μα τα χέρια μου ειναι παιδικά, δεν αντέχουν τέτοια βάρη.
Ένιωσα για λίγο να είμαι δίπλα σου, να σου ρουφάω την κούραση, να νιώθω την ανάσα σου να πέφτει ελαφριά στο μαξιλάρι, και να ξυπνάς με άλλα μάτια. Πιο καθαρά, πιο...παλιά.
Και μετά γύρισα πλευρό.
Γιατί κ εγώ κουρασμένη είμαι.
Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


