Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

ποθοι

Τώρα,
που λένε χιόνι θα μας σκεπάσει,
τώρα που νέκρα εντός μου κυριαρχεί,
τώρα σε θέλω πιο πολύ,
αν μη τι άλλο.
Τώρα που,
δεν ξέρω τι θέλω,
εσένα θέλω,
να έρθεις να μου  πεις,
ξέρω εγώ.
Θέλω
για όσα δεν μπορώ να πω να μου μιλήσεις,
να πιάσεις χώμα να το κάνεις πηλό να με αλείψεις να με φτιάξεις απ την αρχή μέχρι το τέλος
τέλος να μου πεις εως εδώ γύρναγες μόνη σου,
τέλος,
κι όταν το τέλος έρθει να μας βρει να κλάψω κι αλλο κι αλλο κι αλλο ποτέ τα δάκρυα δεν είναι αρκετά για κάτι ψυχές χαμένες σε τσακισμένους ουρανούς να κλάψω για πάντα γιατί ποτέ δεν ήθελα να ξερω τι θέλω.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

εις μνημην

Πως φεύγει μια ζωή που έγραψε,
που έγραψε έτσι,
που ένιωσε έτσι,
μια ζωή που εσύ αγάπησες γιατί σε έκανε να νιώσεις όπως ένιωσε,
μέσα απο λέξεις γραμμένες σε χαρτί,
πως μπαίνεις σε ένα σπίτι να πάρεις μια τέτοια ζωή,
που μίλησε για μια Αθήνα που ποτέ δεν είδες κι όμως την έκλαψες,
που σ έβαλε πλάι πλάι με τους αδύναμους και τους τυχοδιώκτες τους τρελούς τους άτυχους,
πλάι σε έρωτες φτωχούς και αγκαλιές άδειες,
πλαί σε κυρίες τολμηρές Κούλες και φοιτητές θρασείς,
που σου έμαθε πως οι άνθρωποι είναι κουρασμένοι,
πως να αντέξουν το βάρος ενός θλιμμένου σώματος στα χέρια τους;
Πως χαρίζεις μια τέτοια άδικη μνήμη,
σε κάποιον που σου άνοιξε την πόρτα
σε τρένα,
σε σπίτια κλειστά που μύριζαν κανέλα και συμπόνια,
σε μαγαζιά απο γυαλί,
σε λιμάνια και ζαχαροπλαστεία και σινεμάδες;

Ο θάνατος είναι τόσο ρευστός, τόσο αδιάφορος κάποιες φορές, τόσο αναπάντεχα και εκωφαντικά βουβός κάποιες άλλες. Και δε σε αγγίζει εκεί που το περίμενες, και σε αγγίζει εκει που δεν το περιμένεις. Ο θάνατος σε βάζει δίπλα σε όλους τους άλλους, και όσοι μείναν πίσω μόνο πια μένουν να σε βάλουν εκεί που σου αξίζει.