Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

γρηγορα

Κι οπως ολα τελειωνουν,
ετσι τελειωνει κι αυτο.
Μονο η βροχη δεν μου κανει τη χαρη.
Ολα τ'αλλα τελειωνουν.
Μα τρεξιμο στη βροχη,
φωτογραφιες στη βροχη,
αγκαλιες στη βροχη,
τοση βροχη μαζεψα φετος,
περισσοτερη κι απο τα μεσα δακρυα που χυνω, σκεψου.
Ολα τελειωνουν λοιπον.
Η Αναστασια φευγει
και ξεχνα τα ανεκδοτα και τις κατσαρολες και τα σουπερμαρκετ,
και μετα εγω,
και ξεχνα τα παρκα και τα περιοδικα και τα νουντλς.
Και μεχρι τοτε θα μεινουμε με το Φελιπε στην κουζινα
να πινουμε τσαι
και να λεμε
"μα ποτε θα σταματησει η βροχη;"
Κι υστερα θα γυρισω στο φυσικο αφυσικο μου περιβαλλον
Και παμε παλι απ'την αρχη.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

φαντασματα

Ερχονται που και που
συχνα δηλαδη ειναι η αληθεια,
και κλαινε με λυγμους εξω απ'την πορτα μου.
Χτυπανε να τους ανοιξω,
ολοι μαζι,
ποτε σιγα και ποτε με μανια,
κι οταν αποκαμωμενοι σταματησουν,
μιλανε μεταξυ τους, αναποφευκτο.
Ενωνονται οι νεκροι απεναντι στους ζωντανους απο αναγκη.
Θυμουνται τα παλια,
τσακωνονται,
και παλι κλαινε.
Σ εμενα θελουν να τα πουνε αλλα η μοιρα τους ειναι υφαντο συρματινο.
Μια στο τοσο περιμενουν να τους ακουσω,
κι αφου απαντηση δεν παρουν,
φιλιωνουν μεταξυ τους οι εχθροι και φευγουν σερνοντας τα βηματα τους.
Κι εγω πισω απ την πορτα,
να κλεινω τα ματια ευτυχης μα και με τυψεις,
τα βασανα τους που ουτε σημερα δεν με αγγιξαν.

Μα σημερα ενας αερας μου ανοιξε την πορτα,
και χυμηξαν πανω μου οι νεκροι.
Σαν σε εξομολογητηριο μπηκαν στο δωματιακι μου.
Αλλος με σκυμμενο το κεφαλι, ωμους σκυφτους.
Αλλος με βημα γρηγορο και φουρια, θελει το δικιο του να βρει. Εστω νεκρος.


Ποτε δεν πιστευεις οτι οι νεκροι εχουνε καποτε ζησει. Ποτε.
Κι αν ζησανε, ζησαν χλωμα και αχρωμα, αρυθμοι χτυποι τους φτασανε ως το τελος της ζωης.
Μα εσυ στη δινη του τωρα αγνοεις,
οτι χωρις τις ζωες αυτες τις ταραγμενες,
εσυ δεν θα σουνα τωρα εδω.

Μην αγνοεις,
λιγη σημασια να δωσεις στη ζωη τους θελουν.
Αλλιως αδικα εζησαν.

Αποψε βαρυνε την ψυχη μου η δικη μας μικρη σαγκα.

Χαμενοι ερωτες, και ζηλειες, και τυψεις, και μοναξια.
Τους αφησα μονους τους. Τοτε που ζουσαν.
Και μυστικα, και ασπροι τυχοι,
κι εγω μακρια,
να κανω οτι ζω.

Σα να ναι ηδη νεκροι τους φερεσαι, το ξερεις;

Αποψε το αντιμετωπισα κι αυτο.

Μου εσφιξαν το χερι,
με κλαματα με παρακαλεσαν μην τους ξεχναω,
μα προπαντων μη,
μη γινω σαν κι αυτους.

Μου υποσχεθηκαν πως θα ξαναρθουν.

Κι υστερα εφυγαν, αναλαφροι και σιωπηλοι,
θλιμμενοι και ωραιοι.


Μοιραστηκαν το βαρος τους αποψε οι παλιοι μου γνωριμοι.
Κι εγω εμεινα στον προθαλαμο μου γονυπετης κι ανημπορη να σηκωθω.







Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

λιμιτ

Ποτε εγιναν ολα αυτα εγω ποτε δεν καταλαβα.
Ποτε γκριζωσαν οι ουρανοι και ποτε εμαθα να σβηνω.
Ποτε ξεχασα να γραφω
και ποτε αποφασισα να μη γραφω οπως γραφω αλλα να γραφω επειδη απλα γραφω.
Κι εγω μπερδευτηκα μη μου φοβασαι.
Ποτε δεν βλεπεις ομως την τροχια που παιρνεις.
Αλλιως δεν θα την εκανες.
Πλασματα υπεροπτικα,
που παντα για το υπερτατο γεννιουνται.

(τι λες να επιστρεψουμε σ αυτα που μαθαμε;)

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

εκει



Δεν θα στο πω ποτε κοιτωντας σε στα ματια.

Δεν θα στο ψιθυρισω στο αυτι.

Μα όταν τα βραδια μοιραζομαστε, κοιμωμενοι μετρωντας τη χαρα μας, με ένα μαξιλαρι και οι δυο, στο μουρμουριζω μυστικα κι ας μην ακους.

Ποτε δε θα γυρισω.

Από τη χωρα που γεννηθηκε ο ερωτας μας, αυτή που λεγεται «εκει», ποτε δε θα γυρισω.

Από τους ξενους ουρανους, τους βρομικους σταθμους και τα φωτα βατ αγνωστων.

Θα ειμαι παντα «εκει» για σενα, μακρυα.

Να με κυνηγας και να σε περιμενω,

Σε δωματια μικρα,
Να δοκιμαζω δαντελες για τη φαντασια σου,
Να βαζω τα καλα μου για τους υπογειους σιδηροδρομους.
Να σου μαγειρευω εξωτικα πιατα σε εξελιξη
και να μαθαινεις το συναλλαγμα.

Τα βραδυα να θελω να με κοιμιζεις με κρασι, κι οι νυχτες να μη θελω να σβησουν.
Γιατι ο χρονος εδω μετραει αλλιως.

Να μεταφραζω τον ερωτα μας σε αποσταση, να σε κραταω σε εγρηγορση, πως αλλιως.

Να περπαταω ξενους δρομους,
Να μιλαω ξενες γλωσσες,
Να γελαω στα ξενα,
Και να ζηλευεις.

Πως αλλιως.

Παντα «εκει»,

Οπου μια βολτα στο σουπερμαρκετ είναι περιπετεια,
Μια εξοδος κραταει μια βαρδια,
Και το μοιρασμενο μπανιο μεταφραζεται σε αγαπη.

Δε θα στεριωσω, δε θα ξεχειμωνιάσω στην ιδια πολη,
Δε θα με συνηθισεις στις πλατες  τοπιων ιδιων.
Δε θα μας ειναι ποτε ο χρονος αρκετος.

Θα μεινω «εκει».

Θα συνεχισω να μας στοιβαζω σε μια βαλιτσα, μεσα σε τι-σερτ ιδρωμενα και φωτογραφιες.
Να ψαχνω το βλεμμα σου πριν το τσεκ ιν.
Να βασανιζω την ψυχη μου με την απουσια σου,
Να πνιγω λυγμους και οργες.
Και να θελω να φυγω από το «εκει» για να σε βρω.

Ραντεβου στην Ανατολή.