Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009


Σήμερα είχα μια κουβέντα με το Θεό. Μη φανταστείς τίποτα πομπώδη πράγματα, σε εκκλησία, στα γόνατα, με τα χέρια διπλωμένα σε στάση ικεσίας. Ήμουν απλά σπίτι μου, σε μια κοινή καρέκλα, δεν είχα κεριά να τρεμοπαίζουν γύρω μου ούτε ψίθυρους να με αποσπούν, σαν αυτούς τους τρομαχτικούς που κάνουν οι θαμώνες του ναού συνήθως. Απλά του είπα να περάσει για λίγο, αν τον βολεύει, και αν δεν μου κρατάει μουτρά που δεν υπερασπίζομαι την ύπαρξη του. Κάτι ανάλογο είχα ξανακάνει θυμάμαι το καλοκαίρι, ένιωθα πολύ χάλια φαίνεται, μμμ, τώρα που το θυμάμαι ένιωθα τύψεις, ναι, αυτό είναι. Όπως και σήμερα. Ξεκίνησα απο τα γνωστά, του ζήτησα συγνώμη που δεν τον πιστεύω, και του έθεσα μια εργασία. "Αν θέλεις να πιστέψω οτι υπάρχεις, βοήθησε με".Δεν απάντησε, συνέχισα το μονόλογο.Πριν μιλήσω σκέφτηκα λίγο, θυμήθηκα οτι την τελευταία φορά αυτό δεν είχε οδηγήσει πουθενά και είπα να αλλάξω δρόμο. Ξέρεις, συνήθως ζητάμε συγχώρεση. Ε λοιπόν αυτή τη φορά το έπαιξα αλλιώς. Του ζήτησα απλά να σταματήσει να μου βάζει δοκιμασίες, αφού βλέπει οτι δεν είμαι εγώ για τέτοια. Αναρωτήθηκα γιατί να με παιδεύει έτσι, γιατί δεν σέβεται τους δούλους του αν μη τι άλλο. Σα να με κοίταξε λίγο περίεργα, τον παραξένεψε τέτοια χάρη απο κάποιον άγνωστο, λες και μου χρωστάει στο κάτω κάτω? Τον ένιωθα, ήταν εκεί, γέλασε μαζί μου, με άγγιξε και αφουγκράστηκε την αδυναμία μου. Τον διασκέδασε μάλλον η διαπίστωση οτι κι εγώ άνθρωπος είμαι, ίσως και να χάιδεψε τα γένια του ηδονικά για μια στιγμή. Προσπάθησα να σηκώσω το ανάστημά μου στις μύτες, να φανώ υπεράνω, όχι, δεν σε έχω ανάγκη, κουβέντα να γίνεται. Μα με είχε ήδη καταλάβει. Δεν ξέρω αν ήταν ένα απλό χτύπημα στον ώμο, ένα νεύμα συγκατάβασης με μια δόση θλίψης, ένα βλέμμα απαξίωσης. Φτερούγισε. Άνοιξα τα μάτια που δεν είχα καν κλείσει. Δε ζήτησα άφεση αμαρτιών, δεν ζητάω. Ζητάω κατανόηση, ο άνθρωπος δεν αλλάζει και μην το κουράζουμε.